Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 6 / 2002    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1α και 473 παρ. 1 ΚΠΔ για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο. Στην έννοια του όρου « τελεσίδικη απόφαση» του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Τη λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερόμενα, η οποία συντρέχει και για τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσο και στις αποφάσεις που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Επομένως, η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1α και 473 παρ. 1 ΚΠΔ για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο (Ολομ. ΑΠ 6/2002 Ποιν.Χρον.ΝΒ. 702,). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 6/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ- Β' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Μιχαήλ Καρατζά, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Πέτρο Κακκαλή, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Δημήτριο Ζέρβα, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Γεώργιο Χριστόφιλο, Νικόλαο Γεωργίλη, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο – Εισηγητή, Γεράσιμο Σιμόπουλο, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Χρήστο Μπαλντά, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ανάργυρο Πλατή, Ευριπίδη Αντωνίου και Δημήτριο Καπτανή, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των Αντιπροέδρων και λοιπών Αρεοπαγιτών)Με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 16η Μαϊου 2002, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο διάταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Με κατηγορούμενο τον ..., κρατούμενο της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 24/2001 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν.
Την ως άνω αναίρεση ζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, με την από 15 Φεβρουαρίου 2001 αίτηση αναιρέσεως που εγχειρίσθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς Αντωνίας Τετράδη και καταχωρήθηκε στο πινάκιο με τον αριθμό 878/2001.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 558/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Με την 558/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, επειδή η απόφασή του λήφθηκε με πλειοψηφία μιας μόνο ψήφου (άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά το άρθρο 16 του ν. 2331/1995, και άρθρο 3 παρ. β του ν. 3810/1957) , το ζήτημα αν η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα Εφετών κατ' αποφάσεως του Εφετείου, που απαγγέλθηκε ανεκκλήτως, αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως (άρθρα 507 παρ. 1α και 473 παρ. 1 ΚΠΔ) ή από την καταχώριση της καθαρογραφημένης στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου . Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον καταδικασμένο ..... (άρθρα 513 παρ. 1 και 155 παρ. 1 ΚΠΔ), κρατούμενο στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 16ης Μαϊου 2002 (βλ. το από 15.4.2002 αποδεικτικό επιδόσεως της υπαλλήλου της άνω Φυλακής ......), εκείνος, όμως, δεν εμφανίστηκε δια συνηγόρου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου (άρθρο 513 παρ. 3 ΚΠΔ).

ΙΙ.Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του ν.969/1979 παρ. 3 του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ ορίζεται ότι «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου». Ο όρος «τελεσίδικη απόφαση», που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως, που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από το νόμο τακτικά ένδικα μέσα, και ως τέτοιο ένδικο μέσο προβλέπεται από τον ΚΠΔ μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διάταξης συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου. Ενώ όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο (έφεση) ανεξαρτήτως «λόγου» για να αποκατασταθεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Περαιτέρω, έχει επικρατήσει από μακρού στην ελληνική νομική ορολογία να χαρακτηρίζονται ως «ανέκκλητες» οι αποφάσεις που από την έκδοσή τους δεν υπόκεινται σε έφεση, οι εν λόγω δε αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία εννοία τελεσίδικων αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην έννοια του όρου «τελεσίδικη απόφαση» του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ , δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Τη λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερόμενα, η οποία συντρέχει και για τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσο και στις αποφάσεις που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Επομένως, η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1α και 473 παρ. 1 ΚΠΔ για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠολΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 24/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, που απαγγέλθηκε ανεκκλήτως, καθορίστηκε μετά από αίτηση του ..... η συνολική ποινή που πρέπει να εκτίσει, ενόψει εκτελέσεως κατ' αυτού περισσοτέρων αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων διαφόρων δικαστηρίων (άρθρο 551 ΚΠΔ). Η απόφαση αυτή, κατά της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του τελ. εδαφ. της παρ. 3 του άρθρου 551 ΚΠΔ επιτρέπεται στον καταδικασμένο και τον εισαγγελέα μόνο αναίρεση, δημοσιεύθηκε στις 2.2.2001 και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5.2.2001. Κατόπιν αυτού, η υπό κρίση από 15.2.2001 αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατ' αυτής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά στις 15.2.2001 είναι εμπρόθεσμη και εντεύθεν παραδεκτή. 'Εξι όμως μέλη του δικαστηρίου, οι αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Γεωργακόπουλος, Πέτρος Κακκαλής, Παναγιώτης Φιλιππόπουλος, Δημήτριος Ζέρβας, Θεόδωρος Λαφαζάνος και Ρωμύλος Κεδίκογλου, διτύπωσαν τη γνώμη ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως αρχίζει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως και όχι από της καταχωρήσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο . Επομένως, κατά την ως άνω γνώμη της μειοψηφίας η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να κριθεί εκπρόθεσμη, εφόσον η προσβαλλομένη δημοσιεύτηκε στις 2.2.2001 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 15.2.2001.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑποφαίνεται ότι η από 15.2.2001 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

Αναπέμπει την υπόθεση στο Ε' Τμήμα του Αρείου Πάγου προς έρευνα των λόγων αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2002.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ