Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1845 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη. Δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν το δικαστήριο με την καταδικαστική του απόφαση για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, προσδιορίζει ακριβέστερα το είδος του χρέους, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη.





Αριθμός 1845/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, (που ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, περί αναιρέσεως της 5.120/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στο από 18 Μαρτίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1889/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους.

ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.


ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η κατηγορουμένη Χ1, ιδιοκτήτρια οινοποιητικής επιχειρήσεως στην περιοχή της ...... Ν. Ευβοίας, έχοντας ήδη καταστεί από τις 10/2/99 οφειλέτρια του Ελληνικού Δημοσίου, εξ αιτίας της κατά την προμνημονευόμενη ημεροχρονολογία βεβαίωσης από την Δ.Ο.Υ. Χαλκίδος σε βάρος της, χρέους ύψους ενός εκατομμυρίου διακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (1.000.228,76 €), το οποίο εμφανίζεται στον σχετικό προσκομιζόμενο, αναγνωσθέντα και ληφθέντα υπ'όψιν του Δικαστηρίου πίνακα χρεών και το οποίο προερχόταν από την κατάπτωση της εγγύησης που είχε παράσχει το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1993 σε δύο (2) δανειακές συμβάσεις που είχε (η κ/νη) συνάψει με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, - τα υπόλοιπα των οποίων (συμβάσεων) κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, για τον λόγο δε αυτό καταγγέλθηκαν από την άνω Τράπεζα με αποτέλεσμα στην συνέχεια να κατεπέσει η προειρημμένη εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου-, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής του άνω βεβαιωμένου προς την άνω αρμόδια δημόσια υπηρεσία χρέους στο οποίο συνυπολογίσθηκαν και οι νόμιμες προσαυξήσεις υπερημερίας, και το οποίο είχε υποχρέωση να εξοφλήσει εφ'άπαξ, και ειδικώτερα εντός δύο μηνών από την ημερομηνία καταβολής του που ήταν η 31η/3/1999, εφ' όσον ηθελημένα δεν το κατέβαλε μέχρι και την 31/5/99, με αποτέλεσμα την 1/6/99 να τελέσει εκ προθέσεως το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κατά την έννοια των άνω διατάξεων που παρατίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ότι το εν λόγω χρέος, έπρεπε να είχε διαγραφεί από τον πίνακα χρεών της άνω μηνύτριας αρμόδιας υπηρεσίας ύστερα από την εντολή του Ελληνικού Δημοσίου να επιστραφεί το ποσό της εγγυήσεως που είχε καταπέσει σε βάρος του, και ότι κατά συνέπεια κακώς και εσφαλμένως εκλαμβάνεται ως οφειλέτρια του Δημοσίου, δεν είναι βάσιμοι, δεδομένου ότι το επίμαχο χρέος δεν έχει μέχρι σήμερα διαγραφεί.
Συνεπώς και εν όσω το χρέος αυτό υφίσταται ως απαιτητό μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συνακολούθως δε ανεξάρτητα από το αίτημα για την επιστροφή της εγγυήσεώς του από την Αγροτική Τράπεζα προς αυτό, κρίνεται απορριπτέος και ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση του Ελ. Δημοσίου, αναφορικά με την υποβληθείσα από αυτό (και ειδικότερα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Χαλκίδος) αίτηση για την άσκηση της επίδικης ποινικής διώξεως. Ομοίως απορριπτέο κατά την κρίση του Δικαστηρίου τυγχάνει και το υποβληθέν από την κατηγορουμένη αίτημα για την αναστολή της σε βάρος της ποινικής διώξεως, λόγω ρυθμίσεως του επιδίκου χρέους, εφ' όσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και ειδικότερα από έγγραφη σχετική απόφαση ή πράξη της διοικήσεως, δεν προκύπτει ότι έχει πραγματοποιηθεί ανάλογη ρύθμιση του εκ μέρους της. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της κατηγορίας η οποίας της αποδίδεται...".
Με τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο την κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της αναιρεσείουσας, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1992 την οποία, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1999, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχεται ότι χρόνος καταβολής του εφάπαξ βεβαιωθέντος χρέους ήταν η 31-3-1999 και ότι η δίμηνη προθεσμία καταβολής αυτού παρήλθε την 31-5-1999.
Συνεπώς η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το χρέος βεβαιώθηκε την 31-5-1999 και επομένως καθυστέρηση καταβολής υφίσταται από 1-8-1999 είναι αβάσιμη, σημειουμένου ότι πουθενά στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους η 10-2-1999, ως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, παραπέμπουσα στην σελ. 25 της αποφάσεως. Τέλος, με επάρκεια αιτιολογίας η απόφαση δέχεται το επίδικο χρέος δεν έχει διαγραφεί, η αντίθετη δε αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτη διότι πλήττει την περί τα πράγματα ενέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως και με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι.
VΙ.- Η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν τηρούνται οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εν. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ. Τέτοια όμως μεταβολή υπάρχει όταν η πράξη για την οποίαν επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου είναι διάφορη από εκείνη για την οποίαν ασκήθηκε η ποινική δίωξη και έχει εισαχθεί αυτός σε δίκη κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις ή τελέστηκε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά αποτελείται από γεγονότα άσχετα με εκείνα για τα οποία απαγγέλθηκε η κατηγορία. Δεν υπάρχει, όμως, μεταβολή της κατηγορίας και δεν δημιουργείται ο άνω λόγος αναιρέσεως, όταν στο διατακτικό της αποφάσεως πλεοναστικώς, ως μείζον πρόταση, παρατίθενται μεν γενικώς τα στοιχεία της πράξεως για την οποία καταδικάζεται ο κατηγορούμενος αλλά το δικαστήριο συγκεκριμενοποιεί την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου η οποία εμπίπτει στα στοιχεία της πράξης την οποία εφήρμοσε.
Συνεπώς, ο με το δικόγραφο των προσθέτων συναφής πρώτος λόγος για απόλυτη ακυρότητα, εγκείμενη στο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για χρέη προς το Δημόσιο τα οποία προέρχονταν από την μη καταβολή Τραπεζικού δανείου υπό την εγγύηση του Δημοσίου, ενώ σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα είχε παραπεμφθεί για χρέη προς το Δημόσιο, προερχόμενα από την μη καταβολή παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2007 αίτηση και τους από 18-3-2008 προσθέτους λόγους της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.120/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2008.



Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ