Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 701 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Αιτιολογία βουλεύματος για παραπομπή αναιρεσείοντος για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία.




ΑΡΙΘΜΟΣ 701/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κάτοικο ......
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1934/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 12/15.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 188/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., η οποία ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, δικηγόρο Αθηνών, οδός ..... αρ. ..., κατά του αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3775/2007 βούλευμά του, μεταξύ άλλων παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον αναιρεσείοντα για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 13γ, 45 και 216 § § 1 και 3 α Π.Κ., όπως το εδαφ. α' του άρθρου 216 § 3 προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν.2721/1999).
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθμ. 49/24-1-2008 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ παρ.1 και 3, όπως η παρ.3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ.7α Ν. 2408/96 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 2721/1999, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει με την; προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο (ΑΠ 807/2000 ΠΧρ. ΝΑ σελ. 131, ΣυμβΑΠ 725/2000, ΠΧρ. ΝΑ σελ.59, ΑΠ 1046/95, Συμβ., ΠΧρ.ΜΣΤ,74, ΑΠ 1068/95, ΠΧρ.ΜΣΤ,191, Ολομ. ΑΠ 179/90 Συμβ, Υπερ.1991,23,). Αντικείμενο του εγκλήματος αυτού είναι έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό και αυτό το αναγόμενο στην εσωτερική υπηρεσία. Έγγραφο δε κατά την διάταξη του άρθρου 13γ ΠΚ, είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (ΑΠ 389/92, Συμβ, ΠΧρ.ΜΒ,521, ΑΠ 1019/92, ΠΧρ.ΜΒ,795, ΑΠ 631/90, Συμβ., ΠΧρ.ΜΑ,71). Ο νόμος στο άρθρο 13 περ.γ του Π.Κ. δεν θέτει κριτήριο υπαγωγής στον ορισμό του εγγράφου τον τρόπο γραφής του εγγράφου και συνεπώς ο τρόπος παραγωγής της εγγράφου δηλώσεως είναι αδιάφορος και δύναται να γίνει είτε δια της γραφής είτε δια μηχανικού μέσου, αλλά αρκεί η ύπαρξη γραπτού που είναι πρόσφορο ή προορισμένο να αποδείξει διανοητικό περιεχόμενο και ένα πρόσωπο που θέλει να δεσμευτεί από αυτό.
Συνεπώς η λέξη έγγραφα υποδηλώνει όχι μόνο τα δια χειρός γραμμένα κείμενα με οποιαδήποτε ύλη (μελάνι, μολύβι) αλλά και αυτά που είναι γραμμένα έντυπα ή δια λιθογραφίας ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο πάνω σε χαρτί ή σε οποιαδήποτε άλλη πρώτη ύλη (ΑΠΣυμβ. 769/2003 ΠΧρ. ΝΔ. 151, Συμβ.Πλημ.ΑΘ. 3648/2003 ΠΧρ. ΝΔ 64, Μπουρόπουλος β' 231). Η δυνατότητα απόδοσης του περιεχομένου ενός εγγράφου σε ορισμένο πρόσωπο (εκδότη) αποτελεί το βασικό προαπαιτούμενο του. Από την άποψη αυτή και στο μέτρο που η ενσωματωμένη σ' ένα αντικείμενο δήλωση (πρέπει να) παρουσιάζει διάρκεια ζωής, η προσωπική ιδιότητα του εγγράφου καθιδρύει την αποδεικτική του ταυτότητα και προσδιορίζει γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια. Δηλαδή ένα έγγραφο είναι γνήσιο όταν προέρχεται από το πρόσωπο από το οποίο πρέπει να προέρχεται. Εκδότης του εγγράφου είναι εκείνος από τον οποίο προέρχεται πνευματικά η δήλωση και όχι αυτός από τον οποίο παράγεται σωματικά.
Συνεπώς εκδότες εγγράφων μπορούν να είναι όχι μόνο φυσικά πρόσωπα, αλλά και αρχές, υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ.2 του ίδιου άρθρου προκύπτει: α) ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, β) ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο, είτε από τον πλαστογράφο και γ) ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας εκλαμβάνεται ως επιβαρυντική περίπτωση υπό την έννοια ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο της ποινής του άρθρου 216 παρ.1 εδ.α ΠΚ υποχρεωτικά και στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και μεταφέροντας το πλαστό έγγραφο στον κύκλο της κυριαρχίας του τρίτου, δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος (ΑΠ 578/95, ΠΧρ.ΜΕ,899).
Περαιτέρω ορίζεται στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ως αυτή ισχύει σήμερα , ότι για να λάβει η πλαστογραφία κακουργηματική μορφή απαιτείται όπως : α) ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας άλλον ή σκόπευε να βλάψει άλλον , εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 Ευρώ) ή β) ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 (15.000 Ευρώ). Κατά τα ανωτέρω, η διακεκριμένη πλαστογραφία, με την πρώτη μορφή της , διαμορφώνεται προδήλως ως ένα έγκλημα στρεφόμενο αμιγώς κατά της περιουσίας, αφού το επιδιωκόμενο όφελος ή η σκοπούμενη βλάβη απαιτείται να είναι υλικής μορφής μόνο και μάλιστα περιουσιακής (ΑΠ 291/1998 ΠΧρ. ΜΗ 904, ΑΠ 160/1998 ΠΧρ. ΜΗ 786). Η εν λόγω επιβαρυντική περίπτωση θεμελιώνεται σ' ένα υποκειμενικό στοιχείο (σκοπός περιουσιακού οφέλους ή βλάβης), που όμως περιλαμβάνει μιαν αντικειμενικά κρινόμενη προϋπόθεση (υπέρβαση του ποσού των 73.000 Ευρώ) και ως εκ τούτου το ανωτέρω αδίκημα διαπλάθεται ως έγκλημα σκοπού για τη στοιχειοθέτηση του οποίου είναι αδιάφορο εάν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ΑΠ. 1298/06 Π.Χρ. ΝΖ/516, ΑΠ 924/2001 ΠοινΛογ 2001 1069, ΑΠ 725/2000 ΠΧρ. ΝΑ 59). Η πράξη της πλαστογραφίας θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να προκύπτει από αυτή περιουσιακή διάθεση, χωρίς ωστόσο να απαιτείται το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ενέργεια του δράστη ,με την έννοια ότι μετά την ενέργεια του δράστη δεν απαιτείται, κάποια περαιτέρω πράξη αυτού για να επέλθει το όφελος η βλάβη, καθώς σημασία δεν έχει τόσο η αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, όσο η αμεσότητα του κινδύνου που ενέχει αυτή η πράξη, έστω κι αν θα μπορούσε να ακολουθήσει και κάποια άλλη ενέργεια που στην ουσία πραγματώνει ή ενεργοποιεί τον κίνδυνο της πλαστογραφίας ή της χρήσης (Κονταξή "Ποινικός Κώδικας" Τόμος Α', σελ. 1844-1845). Εξ' αυτών έπεται ότι ζημιούμενος αμέσως από την πράξη της πλαστογραφίας είναι και αυτός ο οποίος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου (ΣυμβΑΠ 725/2000 ΠΧρ ΝΑ.59, Συμβ ΑΠ 631/2000 ΠΧρ. ΝΑ27) , καθόσον αρκεί ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους ή της βλάβης να έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της μεταγενέστερης της πλαστογραφίας χρήσεως του εγγράφου αυτού, από τη μεριά του δράστη, καταστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο αυτού, οι δε μεταγενέστερες επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της χρήσεως του πλαστού να επιφέρουν το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί (ΑΠ 1034/2007 ΠΧρ. ΝΖ 694). Περαιτέρω , όπως προκύπτει από το γράμμα του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του ως άνω άρθρου για τη στοιχειοθέτηση της πρώτης μορφής της διακεκριμένης πλαστογραφίας, απαιτείται, όπως το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να επιδιώκεται να πραγματωθεί δια βλάβης τρίτου. Ωστόσο εγείρονται ερωτηματικά, εάν με την έκφραση αυτή, ο νομοθέτης εννοιολογικά φέρεται να επιθυμεί ώστε το περιουσιακό όφελος να πρέπει συνολικά να προέρχεται από αυτόν ο οποίος υφίσταται τη βλάβη, δηλαδή να υπάρχει ένα είδος υλικής αντιστοιχίας μεταξύ της προκληθείσας βλάβης και του επιδιωκόμενου οφέλους, (έτσι ΑΠ 1920/1997 ΠΧρ. ΜΗ 645, ΑΠ 1389/1997 ΠΧρ. ΜΗ 480 και Μυλωνόπουλος "Ειδικό Μέρος Ποινικού Δικαίου- Εγκλήματα σχετικά με τα Υπομνήματα" σελ. 100-101) ή αντίθετα δεν απαιτείται το επιδιωκόμενο περιουσιακό πλεονέκτημα να είναι αντίστοιχο της περιουσιακής ζημίας ή να συνδέεται με αυτή (έτσι ΑΠ 552/1989 ΠΧρ. Μ 48, ΑΠ 792/1986 ΠΧρ. ΛΣΤ 749, Κονταξή "Ποινικός Κώδικας", Τόμος Α' σελ. 1848 υπό άρθρο 216, με σχετική υποσημείωση, όπου παρατίθεται η αντίθετη άποψη, Μαργαρίτη "Ποινικός Κώδικας" σελ. 522 υπό άρθρο 216). Ως προς την ανωτέρω αμφισβήτηση φρονούμε, ότι ορθότερη είναι η δεύτερη άποψη, ήτοι πως το περιουσιακό όφελος δεν απαιτείται να προέρχεται από αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτου και τούτο διότι αφενός μεν ο σκοπός περιουσιακής βλάβης τρίτου άνω των 73.000 Ευρώ τυποποιείται ως αυτοτελής διακεκριμένη (κακουργηματική) μορφή του ιδίου αδικήματος, χωρίς στην περίπτωση αυτή να γίνεται οιαδήποτε διασύνδεση με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, αφετέρου δε ,με την έκφραση " βλάπτοντας τρίτον" ο νομοθέτης θέλει να προσδώσει μία χρονική αλληλουχία ενεργειών του δράστη, ώστε να αποκλείσει από την υπαγωγή στη διακεκριμένη μορφή του αδικήματος περιπτώσεων , όπου ο δράστης βλάπτει ξένη περιουσία, μετά την επίτευξη του οφέλους και προς διασφάλιση του (εμμέσως και από την ΑΠ 361/1990 ΝοΒ 38,669). Περαιτέρω για τον υπολογισμό του ύψους του περιουσιακού οφέλους λαμβάνεται υπ' όψη η αξία αυτού κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ενώ εκ του γεγονότος ότι η περιουσία δεν είναι προσωποπαγές έννομο αγαθό συνάγεται, ότι σε περίπτωση συναυτουργίας δε λαμβάνεται υπόψη το όφελος που επεδίωξε ο κάθε ένας συναυτουργός αυτοτελώς, αλλά το σύνολο του επιδιωχθέντος (με τη μία πράξη) οφέλους (ΑΠ 632/2002 ΠοινΛογ 2002/729, Κονταξή ο.π. σελ. 1843, Μυλωνόπουλου ο.π. σελ. 100 παρ. 2.3).
Περαιτέρω επί συναυτουργίας , η οποία είναι νοητή και επί πλαστογραφίας, απαραίτητος όρος είναι η ύπαρξη στο συναυτουργό της γνώσης της πρόθεσης του άλλου για τέλεση της ίδιας πράξης και η βούληση της σύμπραξης με αυτόν (κοινός δόλος) που μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια μερικότερων πράξεων στην εκτέλεση του εγκλήματος , χωρίς να είναι απαραίτητο στο βούλευμα, που παραπέμπει τους πολλούς κατηγορούμενους να αναφέρονται οι ενέργειες ενός εκάστου των συναυτουργών, αλλά αρκεί να αναφέρεται η πράξη της πλαστογραφίας και ο κοινός δόλος και κατά τούτο είναι δυνατή η σύμπραξη στην κατάρτιση και νόθευση να συντελεσθεί με κάθε τρόπο χωρίς να είναι απαραίτητο η απομίμηση της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότου ενός εγγράφου να έγινε ιδιοχείρως και κατά τμήματα από όλους τους συναυτουργούς, στοιχειοθετείται δε η πλαστογραφία ακόμα και αν πλείονες συναποφάσισαν να καταρτίσουν πλαστό έγγραφο, ανέθεσαν δε το έργο αυτό σε έναν εξ' αυτών, καθόσον , ως ελέχθη, το κρίσιμο στοιχείο είναι άπαντες των συναυτουργών να τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση το αυτού εγκλήματος (ΑΠ 767/1999, ΑΠ 144/1992 ΠΧρ. MB 400, ΑΠ 1439/1989 ΠΧρ. Μ 716, ΑΠ 819/1989 ΠΧρ. Μ 181).
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ.ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι: Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων , προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:Η Α, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, απεβίωσε στην Αθήνα και δη στο Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" στις ..... . Οι εγκαλούντες μαζί με την εκκαλούσα Χ2 και την κατηγορούμενη Β ήσαν οι πλησιέστεροι συγγενείς της πιο πάνω θανούσας, η οποία δεν είχε αφήσει διαθήκη. Κατά συνέπεια η ανωτέρω έπρεπε να κληθούν σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσία της πιο πάνω θανούσας κατά τη δεύτερη τάξη κατ' ισομοιρία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1814 του ΑΚ, ειδικότερα κατά 1/3 εκάστη από τις ως άνω, εκκαλούσα και κατηγορούμενη και το 1/3 της μητέρας των εγκαλούντων που είχε προαποβιώσει της κληρονομουμένης θα το έπαιρναν εξ ημισείας οι εγκαλούντες, δηλαδή καθένας τους θα έπαιρνε το 1/6 αυτού. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα οι κατηγορούμενοι Γ και Β παρουσίασαν, λίγο μετά το θάνατο της κληρονομουμένης, έναν κλειστό φάκελλο που περιείχε δύο έγγραφα με χειρόγραφη γραφή, που αποτελούσαν ένα ενιαίο κείμενο και τα οποία έφεραν τον τίτλο "ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΘΗΚΗ,, και "ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ" και έτσι φαινόταν ότι η θανούσα είχε συντάξει τη διαθήκη της, με αναγραφόμενους χρόνους σύνταξης την 15-7-1997 και 25-7-1997, για την αρχική και συμπληρωματική διαθήκη της, κατά τα ανωτέρω και με υπάρχουσα υπογραφή επί των ως άνω διαθηκών, τάχα της διαθέτιδος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Η πιο πάνω "διαθήκη" μεταξύ των άλλων, κατέγραψε και τις ακόλουθες διατάξεις τελευταίας βουλήσεως : " Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-19S7 Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-1997, η υπογεγραμμένη Α ... ... επειδή ο Θεός δε μου έδωσε παιδιά και όλα τα χρόνια μου συμπαραστάθηκαν τα ανίψια μου (από αδελφές) Γ, κάτοικος ..... και Χ1, καθόσον τα υπόλοιπα ανίψια και η αδελφή μου Δ διαμένουν μόνιμα στην ..... . Επιθυμώ όπως η ακίνητη περιουσία μου διατεθεί ως εξής: Στα ανίψια μου (από αδελφές) Γ και Χ1, περιέλθουν εξ αδιαιρέτου α) Ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στο ισόγειο (άνω του υπέρ ημιυπόγειου ορόφου) με στοιχεία Ι2 και μικτής επιφάνειας 59 μ.τ. και επί της οδού ....., ....., β) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον 4° όροφο της εσοχής (ρετιρέ) υπέρ του ισογείου ορόφου και το οποίο μετά της βεράντας καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο (πλην του χώρου του ανελκυστήρα και κλιμακοστασίου) και με στοιχεία ΔΙ μικτής επιφάνειας 71 μ.τ. και επί της οδού ....., γ) Αγροτεμάχιο στη θέση .....-....., περιοχή ....., εκτάσεως 584 μ.τ., όπως τούτο φαίνεται στο από 24-9-1947 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ε με στοιχεία 8 και 9, δ) ..... στη θέση ....., περιοχή Κοινότητας .....-....., εκτάσεως 535 μ.τ. και φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό ... και οικοδ. Τετράγωνο ... ... 2.Στα ανίψια μου από της αδελφής μου Δ, Ψ1 και Ψ2, αφήνω εξ' αδιαιρέτου τα κάτωθι: α) Μίας πεπαλαιωμένης και ήδη ετοιμόρροπου και εν μέρει κατεδαφισθείσας μονορόφου οικίας, μετά υπογείου και παραπλεύρως χαγιατιού επί οικοπέδου, εκτάσεως 262,50 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία ....., Δήμου ..... επί της οδού ..... με αριθμό ..., β) Το 1/4 ενός αγροτεμαχίου, το όλον εκτάσεως 5.000 περίπου μ.τ., που προήλθε από κληρονομιά της θετής μητέρας μου ΣΤ, που βρίσκεται στη θέση "....." κτηματικής περιοχής ....., συνορευόμενο γύρωθεν βορείως με αγρό ....., νοτίως με αγρό ....., ανατολικώς με λίμνη ..... και δυτικώς με αγροτικό δρόμο. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα την 25 Ιουλίου 1997 η υπογεγραμμένη Α συμπληρώνοντας την από 15-7-1997 ιδιόχειρο διαθήκη για τα κινητά, ονομάζω κληρονόμους τις αδελφές μου Β, κάτοικο ..... και τη Χ2, κάτοικο ....., στις οποίες αφήνω εξ' ημισείας τα επ' ονόματι μου ομόλογα Εμπορικής Τράπεζας με αριθμό ..... και ..... πράξη της 31-12-1996 συνολικού ποσού 7.100.000 δρχ. περίπου, καθόσον κατά τη διάρκεια της ασθένειας μου, μου συμπαραστέκονται και με βοηθούν. Κατά τα λοιπά ισχύει η από 15-7-1997 όμοια ...", ώστε να δημιουργηθεί η πεπλανημένη εντύπωση ότι η ως άνω διαθέτης φερόταν, ότι εγκατέστησε αυτούς ως κληρονόμους της, καταλείποντας στους μεν πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, Γ και Χ1 και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ'αυτών α) ένα διαμέρισμα 59 μ.τ., κείμενο επί του ισογείου πολυκατοικίας ευρισκόμενης επί της οδού ..... αριθ. ... στην Αθήνα, β) ένα διαμέρισμα 71 μ.τ., κείμενο στον τέταρτο υπέρ του ισογείου όροφο της αυτής ως ανωτέρω αναφερόμενης πολυκατοικίας, γ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 584 μ.τ. ιι πλέον κείμενο στη θέση "....." ..... το οποίο εμφαίνεται στο από 24-9-2007 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ε υπ' αριθ. ... και ... και δ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 535 μ.τ. κείμενο στη θέση ..... της περιοχής ....., το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με αριθ. ... στο υπ' αριθ. ... οικοδομικό τετράγωνο, στις δε τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων Β και Χ2 και ομοίως σε ποσοστό 1/2 σε έκαστη εξ' αυτών, δύο ομόλογα και δη τα υπ' αριθ. ..... και ..... ομόλογα της Εμπορικής Τράπεζας, εκδόσεως της 31-12-1996 και συνολικής αξίας 7.100.000 δραχμών, στο τέλος δε των ανωτέρω εγγράφων έθεσαν πλαστή και κατ' απομίμηση της πραγματικής την υπογραφή της ανωτέρω διαθέτιδος κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι όλο το κείμενο των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών είχε γραφεί από αυτήν, προέβησαν δε στην ενέργεια τους αυτή, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές περί της εγκυρότητος των διαθηκών αυτών, ώστε να επιτύχουν τη δημοσίευση τους και την μέσω αυτής εγκατάσταση τους ως κληρονόμων στα ως άνω αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα και τραπεζικούς τίτλους, σκόπευαν δε να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην κτήση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς είχαν συνολική αξία περί τα 73.726,465 ευρώ, ήτοι υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι, εάν δεν υπήρχαν οι ως άνω πλαστές ιδιόγραφες διαθήκες, θα είχαν κληθεί μαζί με την τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, ως τέκνα της προαποβιωσάσης αδερφής της διαθέτιδος, Δ, σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, στην κληρονομιά κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, δηλαδή κατά το 1/3 της κληρονομιάς, στη συνέχεια δε έκαναν οι κατηγορούμενοι και χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, καταθέτοντας αυτά ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιτυγχάνοντας, δια αιτήσεως της Β, τη δημοσίευση των διαθηκών αυτών, με τα υπ' αριθ. 5106/5107/19-12-1997 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου των Αθηνών.
Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν με τις πιο πάνω εφέσεις τους, ως προεξετέθη, ότι καμμία ανάμειξη στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη δεν είχαν. Όμως δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, για τη συναγωγή των απαιτουμένων επαρκών ενδείξεων για παραπομπή και όχι φυσικά αποδείξεων, πέραν του νομικού θέματος της κατάφασης συναυτουργικής δράσης με μόνη την ύπαρξη του κοινού δόλου για την τέλεση της πλαστογραφίας χωρίς να υπάρχει και ιδιόχειρη γραφή - σύνταξη του πλαστού, από τον συναυτουργό ( μετά την από 21-7-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ....., στην οποία αναφέρεται ότι οι από 15-7-2007 και 25-7-2007 ιδιόγραφες διαθήκες, δεν γράφηκαν από τη διαθέτιδα αλλά είναι πλαστές, είναι πλέον δεδομένη η πλαστότητα αυτών και άσχετα από το αν δεν εξακριβώθηκε το πρόσωπο που τις πλαστογράφησε, υπάρχουν ενδείξεις ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο κατηγ/νος Γ, αν ληφθεί υπ'όψη ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της ως άνω έκθεσης παρατηρούνται γραφικές ομοιότητες στον υπογραφικό τύπο αυτού με τη φερομένη ως υπογραφή της διαθέτιδος) και το γεγονός ότι ευνοούνταν και οι ίδιοι από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης και τη δημοσίευση της, όπως ορθά, με αναφορά στην εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα και εξ αυτού λοιπόν του λόγου είναι φανερό ότι η υπόθεση ήθελε .σοβαρά απασχολήσει το δικαστήριο σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα των εκκαλούντων. ’λλωστε αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41 ).
Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,13 γ,14§1,18α, 26§1, 27§1, 45, 216§§1-3α, ΠΚ, όπως το εδ. α' του άρθρου 21δ§3 προστ. με το άρθρο 14§§2α Ν. 2721/1999. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 3775/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των εκκαλούντων στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1 γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την ως άνω πράξη, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου συμπληρωματικά αναφερόμεθα, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ'ουσία. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με επιδιωκόμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή του αναιρεσείοντος, και εντεύθεν για την κατ'ουσία απόρριψη ως αβασίμου της εφέσεως αυτού. Είναι συνεπώς αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης για τους προβαλλόμενους από το άρθρο 484 § ιβ' και δ' Κ.Π.Δ. λόγους και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθ. 188/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2α του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσότερων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Εξάλλου έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία αναπτύσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. συμπληρωματικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάστηκε, των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η Α, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, απεβίωσε στην Αθήνα και δη στο Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" στις 16-8-1997.Οι εγκαλούντες μαζί με την εκκαλούσα Χ2 και την κατηγορούμενη Β ήσαν οι πλησιέστεροι συγγενείς της πιο πάνω θανούσας, η οποία δεν είχε αφήσει διαθήκη. Κατά συνέπεια η ανωτέρω έπρεπε να κληθούν σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της περιουσία της πιο πάνω θανούσας κατά τη δεύτερη τάξη κατ1 ισομοιρία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1814 του ΑΚ, ειδικότερα κατά 1/3 εκάστη από τις ως άνω, εκκαλούσα και κατηγορούμενη και το 1/3 της μητέρας των εγκαλούντων που είχε προαποβιώσει της κληρονομουμένης θα το έπαιρναν εξ ημισείας οι εγκαλούντες, δηλαδή καθένας τους θα έπαιρνε το 1/6 αυτού. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα οι κατηγορούμενοι Γ και Β παρουσίασαν, λίγο μετά το θάνατο της κληρονομουμένης, έναν κλειστό φάκελλο που περιείχε δύο έγγραφα με χειρόγραφη γραφή, που αποτελούσαν ένα ενιαίο κείμενο και τα οποία έφεραν τον τίτλο "ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΣ ΔΙΑΘΗΚΗ" και "ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ" και έτσι φαινόταν ότι η θανούσα είχε συντάξει τη διαθήκη της, με αναγραφόμενους χρόνους σύνταξης την 15-7-1997 και 25-7-1997, για την αρχική και συμπληρωματική διαθήκη της, κατά τα ανωτέρω και με υπάρχουσα υπογραφή επί των ως άνω διαθηκών, τάχα της διαθέτιδος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Η πιο πάνω "διαθήκη" μεταξύ των άλλων, κατέγραψε και τις ακόλουθες διατάξεις τελευταίας βουλήσεως: "Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-1957 Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα στις 15-7-1997, η υπογεγραμμένη Α ... επειδή ο Θεός δε μου έδωσε παιδιά και όλα τα χρόνια μου συμπαραστάθηκαν τα ανίψια μου (από αδελφές) Γ, κάτοικος ..... και Χ1, καθόσον τα υπόλοιπα ανίψια και η αδελφή μου Δ διαμένουν μόνιμα στην ....., Επιθυμώ όπως η ακίνητη περιουσία μου διατεθεί ως εξής: Στα ανίψια μου (από αδελφές) Γ και Χ1, περιέλθουν εξ αδιαιρέτου α) Ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στο ισόγειο (άνω του υπέρ ημιυπόγειου ορόφου) με στοιχεία 12 και μικτής επιφάνειας 59 μ.τ. και επί της οδού ....., ....., β) ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον 4° όροφο της εσοχής (ρετιρέ) υπέρ του ισογείου ορόφου και το οποίο μετά της βεράντας καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο (πλην του χώρου του ανελκυστήρα και κλιμακοστασίου) και με στοιχεία ΔΙ μικτής επιφάνειας 71 μ.τ. και επί της οδού ....., γ) Αγροτεμάχιο στη θέση .....-....., περιοχή ....., εκτάσεως 584 μ.τ., όπως τούτο φαίνεται στο από 24-9-1947 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Ε με στοιχεία 8 και 9, δ) Αγροτεμάχιο στη θέση ....., περιοχή Κοινότητας .....-....., εκτάσεως 535 μ.τ. και φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό ... και οικοδ. Τετράγωνο ... ... :2. Στα ανίψια μου από της αδελφής μου Δ, Ψ1 και Ψ2, αφήνω εξ αδιαιρέτου τα κάτωθι: α) Μίας πεπαλαιωμένης και ήδη ετοιμόρροπου και εν μέρει κατεδαφισθείσας μονορόφου οικίας, μετά υπογείου και παραπλεύρως χαγιατιού επί οικοπέδου, εκτάσεως 262,50 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία ....., Δήμου ..... επί της οδού ..... με αριθμό ..., β) Το 1/4 ενός αγροτεμαχίου, το όλον εκτάσεως 5.000 περίπου μ.τ., που προήλθε από κληρονομιά της θετής μητέρας μου ΣΤ, που βρίσκεται στη θέση "....." κτηματικής περιοχής ....., συνορευόμενο γύρωθεν βορείως με αγρό ....., νοτίως με αγρό ....., ανατολικώς με λίμνη ..... και δυτικώς με αγροτικό δρόμο. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ Στην Αθήνα και στην οδό ....., σήμερα την 25 Ιουλίου 1997 η υπογεγραμμένη Α συμπληρώνοντας την από 15-7-1997 ιδιόχειρο διαθήκη για τα κινητά, ονομάζω κληρονόμους τις αδελφές μου Β, κάτοικο ..... και τη Χ2, κάτοικο ....., στις οποίες αφήνω εξ' ημισείας τα επ' ονόματι μου ομόλογα Εμπορικής Τράπεζας με αριθμό ..... και ..... πράξη της 31-12-1996 συνολικού ποσού 7.100.000 δρχ. περίπου, καθόσον κατά τη διάρκεια της ασθένειας μου, μου συμπαραστέκονται και με βοηθούν. Κατά τα λοιπά ισχύει η από 15-7-1997 όμοια ...", ώστε να δημιουργηθεί η πεπλανημένη εντύπωση ότι η ως άνω διαθέτης φερόταν, ότι εγκατέστησε αυτούς ως κληρονόμους της, καταλείποντας στους μεν πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, Γ και Χ1 και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ'αυτών α) ένα διαμέρισμα 59 μ.τ., κείμενο επί του ισογείου πολυκατοικίας ευρισκόμενης επί της οδού ..... αριθ. ... στην Αθήνα, β) ένα διαμέρισμα 71 μ.τ., κείμενο στον τέταρτο υπέρ του ισογείου όροφο της αυτής ως ανωτέρω αναφερόμενης πολυκατοικίας, γ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 584 μ.τ. ιι πλέον κείμενο στη θέση "....." ..... το οποίο εμφαίνεται στο από 24-9-2007 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ε υπ' αριθ. ... και ... και δ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 535 μ.τ. κείμενο στη θέση ..... της περιοχής ....., το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με αριθ. ... στο υπ' αριθ. ... οικοδομικό τετράγωνο, στις δε τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων Β και Χ2 και ομοίως σε ποσοστό 1/2 σε έκαστη εξ' αυτών, δύο ομόλογα και δη τα υπ' αριθ. ..... και ..... ομόλογα της Εμπορικής Τράπεζας, εκδόσεως της 31-12-1996 και συνολικής αξίας 7.100.000 δραχμών, στο τέλος δε των ανωτέρω εγγράφων έθεσαν πλαστή και κατ' απομίμηση της πραγματικής την υπογραφή της ανωτέρω διαθέτιδος κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση, ότι όλο το κείμενο των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών είχε γραφεί από αυτήν, προέβησαν δε στην ενέργεια τους αυτή, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές περί της εγκυρότητας των διαθηκών αυτών, ώστε να επιτύχουν τη δημοσίευση τους και την μέσω αυτής εγκατάσταση τους ως κληρονόμων στα ως άνω αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα και τραπεζικούς τίτλους, σκόπευαν δε να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην κτήση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς είχαν συνολική αξία περί τα 73.726,465 ευρώ, ήτοι υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι, εάν δεν υπήρχαν οι ως άνω πλαστές ιδιόγραφες διαθήκες, θα είχαν κληθεί μαζί με την τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, ως τέκνα της προαποβιωσάσης αδερφής της διαθέτιδος, Δ, σαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, στην κληρονομιά κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, δηλαδή κατά το 1/3 της κληρονομιάς, στη συνέχεια δε έκαναν οι κατηγορούμενοι και χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, καταθέτοντας αυτά ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιτυγχάνοντας, δια αιτήσεως της Β, τη δημοσίευση των διαθηκών αυτών, με τα υπ' αριθ. 5106/5107/19-12-1997 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου των Αθηνών.
Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν με τις πιο πάνω εφέσεις τους, ως προεξετέθη, ότι καμμία ανάμειξη στην πιο πάνω αξιόποινη πράξη δεν είχαν. Όμως δεν μπορείνα παραβλέψει κανείς, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο,για τη συναγωγή των απαιτουμένων επαρκών ενδείξεωνγια παραπομπή και όχι φυσικά αποδείξεων, πέραν τουνομικού θέματος της κατάφασης συναυτουργικής δράσηςμε μόνη την ύπαρξη του κοινού δόλου για την τέλεση τηςπλαστογραφίας χωρίς να υπάρχει και ιδιόχειρη γραφή -σύνταξη του πλαστού, από τον συναυτουργό (μετά την από 21-7-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ....., στην οποία αναφέρεται ότι οι από 15-7-2007 και 25-7-2007 ιδιόγραφες διαθήκες, δεν γράφηκαν από τη διαθέτιδα αλλά είναι πλαστές, είναι πλέον δεδομένη η πλαστότητα αυτών και άσχετα από το αν δεν εξακριβώθηκε το πρόσωπο που τις πλαστογράφησε, υπάρχουν ενδείξεις ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο κατηγ/νος Γ, αν ληφθεί υπ'όψη ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της ως άνω έκθεσης παρατηρούνται γραφικές ομοιότητες στον υπογραφικό τύπο αυτού με τη φερομένη ως υπογραφή της διαθέτιδος) και το γεγονός ότι ευνοούνταν και οι ίδιοι από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης και τη δημοσίευση της, όπως ορθά, με αναφορά στην εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα και εξ αυτού λοιπόν του λόγου είναι φανερό ότι η υπόθεση ήθελε σοβαρά απασχολήσει το δικαστήριο σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα των εκκαλούντων. ’λλωστε αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41).
Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 γ, 14§1, 18α, 26§1, 27§1, 45, 216§§1-3α, ΠΚ, όπως το εδ. α' του άρθρου 21δ§3 προστ. με το άρθρο 14§§2α Ν. 2721/1999. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 3775/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των εκκαλούντων στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1 γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την ως άνω πράξη, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου συμπληρωματικά αναφερόμεθα, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία.)" Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπονται στο αρμόδιο δικαστήριο οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 216 παρ. 1, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αναφέρονται: α) η κατά συναυτουργία με άλλους κατάρτιση από τον αναιρεσείοντα των σ' αυτή λεπτομερώς αναφερομένων πλαστών εγγράφων, β) το ποσό στο οποίο ανήλθε το παράνομο οικονομικό όφελος αυτών, το οποίο προσδιορίζεται σε 73.726,465 ευρώ, και γ) η περαιτέρω χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' λόγος της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 188/3-11-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1407/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή