Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1405 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Καταδίκη για χρέη προς το Δημόσιο. Απορρίπτει λόγους για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ακυρότητα από τη μη κλήτευση μάρτυρα από τον Εισαγγελέα, εξέταση μάρτυρα δίχως προηγούμενη γνωστοποίηση λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Μετατροπή αντί για αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Απορρίπτει.




Αριθμός 1405/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα, περί αναιρέσεως της 11331/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1522/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 327 παρ. 2 του ΚΠΔ, που προβλέπει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει από τον Εισαγγελέα την κλήτευση ενός τουλάχιστο μάρτυρα, αν κατηγορείται για πλημμέλημα ή δύο μαρτύρων, αν κατηγορείται για κακούργημα, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάζει δικαίωμα που έχει σχέση με την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ. Κατά τη διάταξη όμως της παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 δεν εφαρμόζονται όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο".
Συνεπώς αν η υπόθεση είναι αρμοδιότητας Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και δικάζεται κατ' έφεση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον Εισαγγελέα την κλήτευση μάρτυρα και συνεπώς η απόρριψη από τον τελευταίο της αίτησης που υποβλήθηκε δεν δημιουργεί ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και με στοιχ. β', της αιτήσεως αναιρέσεως λόγο, επικαλείται την, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε από την απόρριψη της από 27.3.2008 αίτησής του, την οποία υπέβαλε κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και με την οποία ζήτησε την κλήτευση των μαρτύρων ... και ..., προκειμένου αυτοί να προσέλθουν και να καταθέσουν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος ως Εφετείου, μετά την άσκηση από τον αναιρεσείοντα έφεσης κατά της 39221/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα του αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Εισαγγελέας πρότεινε να εξετασθεί ως μάρτυρας η ..., υπάλληλος της ΔΟΥ ..., που βρισκόταν στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο πληρεξούσιος δικηγόρος του, προέβαλλε αντίρρηση για την εξέταση της, επικαλούμενος ότι δεν μπορεί να εξετασθεί, διότι δεν ήταν μάρτυρας του κατηγορητηρίου και δεν είχε, προηγουμένως, γνωστοποιηθεί σ' αυτόν, στη συνέχεια δε το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε τον ισχυρισμό του και επέτρεψε την εξέταση της. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος με στοιχ. α', αντίθετος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω είναι αβάσιμος και ο από το ίδιο άρθρο, δεύτερος στην αίτηση, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από έλλειψη ακροάσεως, με την παράλειψη του Δικαστηρίου να αποφανθεί στο αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διότι, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε στο Δικαστήριο τέτοιο αίτημα, αφού (όπως προκύπτει από την 6η σελίδα των πρακτικών)τούτο αναφέρεται μόνο στην από 27-3-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις αυτές πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή, ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει, να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όταν, όμως, πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, όπως είναι και η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, αν, δηλαδή, στην περίπτωση της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πρόκειται για μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή για καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11331/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται ότι "από τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2004 έως 31-3-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ)χρεών, συνολικού ύψους άνω των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των βεβαιωμένων στη ΔΟΥ ... χρεών, καταβλητέων εφάπαξ, συνολικού ύψους 157.966,79 ευρώ, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, υπό στοιχεία 2 έως 8, από τα οποία (χρέη) το δεύτερο ,τρίτο, τέταρτο και έβδομο ανήκουν στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, τα δε πέμπτο έκτο και όγδοο στην κατηγορία των παρακρατουμένων φόρων. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των άνω χρεών. Ως προς το 1ο χρέος ποσού 617,88 ευρώ, που βεβαιώθηκε στις 31-10-2002 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 29-11-2002 πρέπει να κηρυχθεί αθώος, καθόσον λόγω του ύψους και του χρόνου κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί, η μερικότερη αυτή πράξη κατέστη μη αξιόποινη. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών καθόσον, από την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτός έχει προηγούμενες καταδίκες, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός "βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική θέση" και τα αίτια εξ αιτίας των οποίων βρέθηκε στη θέση αυτή, που ας σημειωθεί ούτε καν προσδιορίζονται από τον κατηγορούμενο". Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία κα συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997,34 παρ. 1 ν. 3220/2004, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει, καθόσον αφορά τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος συνιστάμενο στην καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των τεσσάρων μηνών. Περαιτέρω, παραδεκτά το σκεπτικό της απόφασης συμπληρώνεται από το διατακτικό και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η παραπομπή σ' αυτό, ενόψει και του ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το περιεχόμενο τους δεν ταυτίζεται, στο σύνολο του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', του ΚΠΔ τρίτος, λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει, να απορριφθεί.
Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, την αναβολή της δίκης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί των προσφυγών που άσκησε ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων για την ακύρωση των πράξεων επιβολής προστίμου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι, " από το γεγονός ότι ο νόμος δεν εξαρτά την κίνηση της ποινικής διώξεως για το αδίκημα της παραβίασης της προθεσμίας χρεών προς το Δημόσιο, από την προηγούμενη τελεσίδικη κρίση επί της προσφυγής που τυχόν θα ασκήσει ο κατηγορούμενος κατά των οικείων καταλογιστικών πράξεων-φύλλων ελέγχου, σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να δικάσει την ουσία της υπόθεσης παρά το ότι εκκρεμεί σχετική προσφυγή και πολύ περισσότερο που εν προκειμένω οι προσφυγές που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά των πράξεων επιβολής προστίμου δεν έχουν ακόμη συζητηθεί παρά την πάροδο τεσσάρων ετών από της καταθέσεως των(βλ. την από 11-7-2008 βεβαίωση του Διοικητικού Πρωτοδικείου) με αποτέλεσμα να είναι αμφίβολο εάν θα εκδοθεί απόφαση επί αυτών μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της κατηγορούμενης πράξης". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και συνεπώς είναι αβάσιμος ο αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., τρίτος (με στοιχ. α') της αιτήσεως λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Για να είναι όμως παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο δικόγραφο της αιτήσεως του τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία, αν και δεν αναγνώσθηκαν, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τρίτος με στοιχ. γ' της αίτησης, λόγος αναιρέσεως, για το ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι, "η αναιρεσιβαλλομένη στο περί ενοχής του κατηγορουμένου σκεπτικό της φέρεται να έχει λάβει υπόψη της και τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο ( βλ. σελ. 15)", ενώ έγγραφα δεν αναγνώσθηκαν, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο και χωρίς αίτημα υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ(18) μηνών, μετέτρεψε την τελευταία σε χρηματική προς πέντε ευρώ την ημέρα. Προηγουμένως όμως ερεύνησε τις προϋποθέσεις αναστολής, λαμβάνοντας δε υπόψη του και το ποινικό του μητρώο, το οποίο ανέγνωσε μετά την περί ενοχής απόφαση του (βλ. την 14η σελίδα των πρακτικών), σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως... σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών" δέχθηκε στη συνέχεια, με ειδική αιτιολογία, την οποία διέλαβε στο περί ενοχής και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ σκεπτικό του, ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί σε ποινή μεγαλύτερη από 6 μήνες και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της ποινής. Επομένως το Δικαστήριο με το να μετατρέψει την ποινή, αφού προηγουμένως αποφάνθηκε με ειδική αιτιολογία, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αναστολής, δεν υπερέβη την εξουσία του και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, τρίτος με στοιχ. β' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 11331/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή