Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 403 / 2013    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.




Περίληψη:
Κατάχρηση δικαιώματος. Έννοια άρθρου 281 ΑΚ. Περιστατικά. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά






Αριθμός 403/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Γ. συζ. Κ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη.
Του αναιρεσβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σάμπαλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 28/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 286/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΑ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Στη …, στις 27-7-1995, συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του συζύγου της ενάγουσας Κ. Γ. αφενός, που τότε βρισκόταν στην Ελλάδα, δεδομένου ότι διέμενε οικογενειακώς στην …, ενεργούντος ως αντιπροσώπου και για λογαριασμό της ενάγουσας και με τη σύμφωνη γνώμη αυτής και του εναγομένου, ανηψιού της ενάγουσας. Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τα μέρη συμφώνησαν την πώληση και παράδοση στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τεσσάρων αγροτικών ακινήτων, ενός φρέατος και του ιδανικού μεριδίου 3/16 εξ αδιαιρέτου δύο αστικών ακινήτων, που ανήκαν στην ενάγουσα και τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος …του Δήμου …. Η κυριότητα και συγκυριότητα των επιδίκων καθώς και ταυτότητα αυτών δεν αμφισβητούνται. Το τίμημα συμφωνήθηκε σε 12.000.000 δραχμές, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενο, όπως συμφωνήθηκε σε δύο δόσεις των 6.000.000 δραχμών εκάστη και δη η πρώτη από αυτές μία ημέρα πριν την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης (26-7-1995), ενώ η δεύτερη την 1-4-1996. Ο εναγόμενος παρέλαβε αμέσως τα ακίνητα και άρχισε να τα νέμεται και να τα κατέχει ως κύριος, προβαίνοντας σε χρήση αυτών κατά τον προορισμό τους, καλλιεργώντας τα αγροτεμάχια και ανακαινίζοντας με οικοδομικές εργασίες τα αστικά ακίνητα. Ειδικότερα, τα έτη 1998 έως 2001 επίστρωσε ολόκληρο τον προαύλιο χώρο της οικίας με τσιμέντο (γκρο-μπετόν), κατασκεύασε αυλή μήκους 10 μέτρων και πλάτους 6 μέτρων με οπλισμένο σκυρόδεμα, επίστρωσε το εσωτερικό δάπεδο της οικίας με σκυρόδεμα, άλλαξε την κεραμοσκεπή και υπερύψωσε τους τοίχους της παρακείμενης της οικίας καλύβας με τσιμεντόλιθους, καθώς επίσης εκβάθυνε το φρέαρ κατά 5 επιπλέον μέτρα και τέλος περιέφραξε την μία πλευρά του αγροτεμαχίου στη θέση … έκτασης 7 στρεμμάτων με πασσάλους και συρματόπλεγμα. Επίσης, από το έτος 1997 τα δήλωσε στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ …), στο σχετικό έντυπο Ε9 ως ιδιόκτητα ακίνητα. Οι ενέργειες αυτές του εναγομένου, δεν αμφισβητούνται από την ενάγουσα, έγιναν δε χωρίς καμία αντίρρηση ή αμφισβήτηση από αυτήν, γεγονός το οποίο επίσης συνομολογείται. Τούτο διότι, στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό τα μέρη είχαν ρητά δηλώσει ότι το αναγνωρίζουν ως έγκυρο και ισχυρό, παραιτούμενοι αμφότεροι κάθε αξίωσης λόγω τυχόν ακυρότητας αυτού. Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την νομοτύπως υποβληθείσα πρωτοδίκως από τον εναγόμενο ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, την οποία επαναφέρει με τις προτάσεις του ο τελευταίος. Ειδικότερα, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η μεταγενέστερη μετά δεκαετία διεκδίκηση από την ενάγουσα των πωληθέντων ακινήτων, με την αιτιολογία ότι "η αξία τους ήταν μεγαλύτερη από το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος κυριότητας, τον οποίο πρόδηλα υπερακοντίζει, διότι προκαλεί την έντονη εντύπωση της αδικίας σε βάρος του εναγομένου σε σχέση με το εκ της ασκήσεως του δικαιώματος όφελος της δικαιούχου-ενάγουσας". Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της ισχυρίζεται ότι "ασυγγνώστως έσφαλε" η εκκαλουμένη, δεχθείσα την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, χωρίς να εκτιμήσει τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα του εναγομένου. Οι καταθέσεις των ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντων, ήτοι της Ν. Α., αδερφής της ενάγουσας, Κ. Γ., συζύγου της ενάγουσας και Δ. Κ., θείου του τελευταίου, που περιέχονται στην με αριθμό …/2005 ένορκη βεβαίωση, δεν πείθουν το δικαστήριο. Τούτο διότι, οι πρώτη και τρίτος μάρτυρες βεβαιώνουν ότι πληροφορήθηκαν την πώληση των ακινήτων μόλις το φθινόπωρο 2004, ενώ μέχρι τότε θεωρούσαν ότι τα επίδικα, τα οποία ήταν το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας από τον πατέρα της, ανήκαν σ' αυτήν, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό της περί αγνοίας όλα τα χρόνια της πραγματικής αξίας της ακίνητης περιουσίας και συνακόλουθα της αδρανείας της προς δικαστική επιδίωξη τυχόν αξιώσεών της. Αυτή η κατάθεση όμως ελέγχεται ως αναξιόπιστη, αφού όλα αυτά τα χρόνια ο εναγόμενος προέβη σε διάφορα έργα επί των ακινήτων (προαναφερθείσες οικοδομικές και λοιπές εργασίες, περίφραξη, υπερύψωση τοιχίου, κατασκευή αυλής), μεγάλης έκτασης, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να μην αντιληφθούν οι ως άνω μάρτυρες και να μην αναρωτηθούν για λογαριασμό τίνος κατασκευάζονται. Η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με ημερομηνία 21-10-2005 βεβαίωση του λατομείου Α. Κ., στην οποία βεβαιώνεται ότι δεν εμφανίζεται αγορά ετοίμου σκυροδέματος κατά τα έτη 1998 έως και 2000 από τον εναγόμενο Π. Κ., ουδέν αποδεικνύει. Τούτο διότι, η επίστρωση κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο του ετοίμου σκυροδέματος, είναι πραγματικό γεγονός, μη αμφισβητούμενο. Το εάν η αγορά του σκυροδέματος έγινε στο όνομα του εναγομένου ή άλλου ( πχ εργολάβου οικοδομικών εργασιών) δεν ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, η ένορκη κατάθεση της αδερφής της ενάγουσας Ν. Α., δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά στο δικαστήριο ως προς το συμφέρον, το οποίο αυτή προσδοκά από την έκβαση της δίκης, αφού η ίδια ρητά καταθέτει ότι επιθυμούσε την αγορά των επιδίκων ακινήτων, ακόμα και με τίμημα 30.000.000 δραχμών (κατά το χρόνο της ενόρκου βεβαιώσεως, ήτοι 2005). Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ο λόγος της εφέσεως, που αναφέρεται στην παραδοχή της ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος, η οποία ορθά έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο. Την κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι στην σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού προέβη ο δικηγόρος του εναγομένου, ο οποίος και παρίστατο κατά την υπογραφή. Στο σημείο αυτό πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιβάλλεται η παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που θα μπορούσαν ν' ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας. Πάντως η υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο, ώστε να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, ο ενεργών για λογαριασμό αυτής σύζυγός της, πληροφορήθηκε από τον ανωτέρω δικηγόρο, όλες τις έννομες συνέπειες της επίδικης συμβάσεως. Εφόσον επομένως, διατηρούσε κάποιες αμφιβολίες, όφειλε και θα μπορούσε με δική του επιμελή έρευνα να πληροφορηθεί τα πάντα, σχετικά με την επίδικη πώληση, αν και οι πληροφορίες που, όπως κατατίθεται από τον ίδιο ( βλ. σελ. … της με αριθμό …/2005 ένορκης βεβαίωσης), έλαβε πριν την υπογραφή του συμβολαίου, από τον δικηγόρο του εναγομένου, ήταν αληθείς, σύννομες και ορθές. Δεν τέθηκε το κρινόμενο θέμα καταχρήσεως ασκήσεως δικαιώματος, πριν την υπογραφή του συμβολαίου, ούτε ιδιαίτερα νομικά προβλήματα, που τυχόν θ' ανέκυπταν, ώστε να έχει επιπλέον σχετική πληροφόρηση. Εξάλλου δεν συνέτρεχε λόγος ενημέρωσης πλειόνων των δεόντων, αφού όλα τα ουσιώδη θέματα της πωλήσεως, προβλέπονταν με σαφήνεια στο συνταχθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε βεβαίως είχε τέτοια νομική υποχρέωση ο συνήγορος του εναγομένου. Από την εκτίμηση αντίθετα των ένορκων βεβαιώσεων των γονέων του εναγομένου Σ. και Κ. Κ. (βλ. την με αριθμό …/2005 ένορκη βεβαίωση), προκύπτει ότι ο σύζυγος της ενάγουσας είχε πλήρη γνώση της αξίας των επιδίκων, αφού πριν από τον εναγόμενο είχε συζητήσει με τον ενδιαφερόμενο αγοραστή Γ. Σ., όπως ο ίδιος τους είπε. Μάλιστα, καταθέτουν ότι όχι μόνον δεν εξαπατήθηκε, αλλά με τον τρόπο του πέτυχε την τιμή που ήθελε, αφού χαρακτηριστικά τους έλεγε "ότι άλλοι ενδιαφέρονται για την αγορά με αυτά τα χρήματα", με αποτέλεσμα αυτοί να αναγκασθούν να πωλήσουν πρόβατα, προκειμένου να βοηθήσουν τον γιο τους ν' αγοράσει τα επίδικα, επειδή τους ανησυχούσε η ιδέα να βρεθεί τρίτος ανάμεσά τους, λόγω του ότι τα επίδικα βρίσκονται μεταξύ άλλων ιδιοκτησιών τους. Όσον αφορά τέλος, το θέμα της αξίας των επιδίκων δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα η μεγαλύτερη από την πραγματική αξία, στην οποία πωλήθηκαν τα επίδικα, αφού ούτε οι ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες καταθέτουν με σαφήνεια σχετικά με το θέμα αυτό, ούτε άλλο συγκριτικό στοιχείο προσκομίζεται. Δηλαδή, με σαφήνεια - το Εφετείο - δέχτηκε: α) ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα συμφώνησε και πώλησε τα επίδικα ακίνητά της στον ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο (ανηψιό της) στις 27.7.1995 με ιδιωτικό συμφωνητικό - στην κατάρτιση του οποίου συνέπραξε ο σύζυγός της ο οποίος ενήργησε ως αντιπρόσωπός της, β) ότι συμφωνήθηκε τίμημα 12.000.000 δραχμών το οποίο ανταποκρινόταν στην αξία των επίδικων ακινήτων και εξοφλήθηκε με καταβολή του σε δύο δόσεις των 6.000.000 δραχμών η καθεμία έως την 1.4.1996, γ) ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος αγόρασε τα επίδικα, τα οποία βρίσκονταν μεταξύ των ιδιοκτησιών αυτού και των γονέων του, οι οποίοι και τον συνέδραμαν πωλώντας πρόβατά τους, ώστε να μην περιέλθουν σε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή (τον Γ. Σ.) και βρεθεί, έτσι, τρίτος ανάμεσα στις ιδιοκτησίες τους, και δ) ότι η ήδη αναιρεσείουσα κατά τη σύναψη της πώλησης δήλωσε ρητά, ότι αναγνωρίζει ως έγκυρο και ισχυρό το ιδιωτικό συμφωνητικό και παραιτείται από κάθε αξίωσή της "λόγω τυχόν ακυρότητάς του" - επομένως και από την άσκηση του ένδικου δικαιώματός της - και ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος παρέλαβε αμέσως τα επίδικα ακίνητα και νέμονταν έκτοτε αυτά με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας τα αγροτεμάχια και προβαίνοντας στα αστικά ακίνητα στις πιο πάνω οικοδομικές εργασίες για την ανακαίνισή τους. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά - παραδοχές (από τις οποίες προκύπτει και πίστη του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου, ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της και δυσμενείς επιπτώσεις στον ήδη αναιρεσίβλητο εναγόμενο από την ανατροπή της κατάστασης όπως έχει διαμορφωθεί) η άσκηση από την ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα με την ένδικη - από 2.4.2005 - αγωγή της του ένδικου δικαιώματός της μετά πάροδο μάλιστα δέκα (10) περίπου ετών από την ως άνω συμφωνία της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και αντιβαίνει γι' αυτό στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (πρβλ. και ΑΠ 1746/1980 ΝοΒ 29.1228).
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.7.2010 αίτηση της Ι. συζύγου Κ. Γ. το γένος Ε. Μ. για αναίρεση της 286/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ