Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1729 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1729/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της με αριθμό 2.965/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παρασκευά Βαρελά.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 979/2009.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Έτσι, η περιλαμβανόμενη στο σκεπτικό της αποφάσεως γενική αναφορά περί λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως δεν διαβεβαιώνει χωρίς αμφιβολία και τη λήψη και συνεκτίμηση υπό του δικαστηρίου και του περιεχομένου της ανώμοτης κατάθεσης του εξετασθέντος στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγοντος, εκτός αν, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, συνάγεται από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης ότι η προαναφερομένη κατάθεση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο (ΑΠ 367/ 2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2965/2008 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Με την ... κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά τα αναφερόμενα σ' αυτή ακίνητα, που ευρίσκοντο στην περιοχή ... για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την δημιουργία σταθμών και εγκαταστάσεων του ΟΣΕ στο .... Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν υπήρχε και ένα ιδιοκτησίας του Ι1 ο οποίος αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της σχετικής αποζημιώσεως με την 1191/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως στις ...εμφανίσθηκε στους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Απαλλοτριώσεων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ο κατηγορούμενος Χ1 δικηγόρος, και υπέβαλε αίτηση με την ίδια ημερομηνία (...) και με αριθμό πρωτοκόλλου ... για λογαριασμό του δήθεν δικαιούχου της ανωτέρω αποζημιώσεως συγκατηγορουμένου του Φ1, πελάτη του, του οποίου η έφεση κατά της πρωτόδικης 3249/2007 αποφάσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1132/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αίτηση ζητούσε ο κατηγορούμενος να καταβληθεί στον Φ1 η αποζημίωση για το πιο πάνω ακίνητο. Στην αίτηση αυτή ο κατηγορούμενος Χ1 είχε επισυνάψει και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και την 1613/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Απαλλοτριώσεων), η οποία είχε το περιεχόμενο που παρατίθεται εξ ολοκλήρου στο διατακτικό και συνοπτικά με την απόφαση αυτή ο Φ1 αναγνωριζόταν ως δικαιούχος της αποζημιώσεως, του εν λόγω ακινήτου, ιδιοκτησίας του Ι1. Όμως η 1613/2001 απόφαση ήταν πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της, αφού η γνήσια απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έφερε τον αριθμό 1613/2001, αφορούσε άλλους διαδίκους και συγκεκριμένα τις αιτούσες ... και .... και τον καθού η αίτηση ΟΣΚ, με αυτήν δε (γνήσια απόφαση) διατασσόταν η επανάληψη της διαδικασίας στο ακροατήριο. Την ανωτέρω προσκομισθείσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων πλαστή απόφαση είχε καταρτίσει εξ υπαρχής ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Φ1 (συγκατηγορούμενό του), δηλαδή με κοινό δόλο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ότι η πιο πάνω πλαστή απόφαση είχε πράγματι εκδοθεί με τη νόμιμη διαδικασία και ότι πράγματι ο Φ1 ήταν ιδιοκτήτης του περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου, αναγνωρισθείς με αυτήν (την πλαστή απόφαση) ως δικαιούχος αποζημιώσεως και στη συνέχεια να καταβληθεί σ' αυτόν το ποσό της αποζημιώσεως. Κατόπιν ο κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με τον Φ1 με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, κατέθεσε την προανα-φερθείσα από 7-9-2001 αίτηση για λογαριασμό του Φ1 στην οποία ανέφερε ψευδώς ότι επισυνάπτεται επικυρωμένο αντίγραφο της 1613/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αφορά την αναγνώριση του Φ1 ως δικαιούχου αποζημιώσεως και ζήτησε να προωθηθεί η διαδικασία για την καταβολής της αποζημιώσεως στον τελευταίο, ενώ, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η 1613/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αφορούσε καν τον Φ1 Αποτέλεσμα των ψευδών αυτών παραστάσεων ήταν να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, να θεωρήσουν την ανωτέρω πλαστή απόφαση ως γνήσια και τον Φ1 ως πράγματι δικαιούχο της αναγραφόμενης σ' αυτήν αποζημιώσεως, ως ιδιοκτήτη ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και που η απαίτησή του (προσωρινή τιμή μονάδας) είχε προσδιορισθεί με την 1419/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και να καταβάλουν σ' αυτόν, δυνάμει του ...χρηματικού εντάλματος του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το ποσό της αποζημιώσεως, ανερχόμενο σε 4.802.000 δραχμές, κατά το οποιο ποσό και ζημιώθηκε το ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διότι αχρεωστήτως το κατέβαλε στον Φ1 με αντίστοιχη ωφέλεια τόσο του κατηγορουμένου όσο και του Φ1. Περί των ανωτέρω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, υπαλλήλων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, τόσο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες δεν ανατρέπονται ούτε αποδυναμώνονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα ενισχύονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως της από ...αίτηση του κατηγορουμένου και τις δικαστικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν (πλαστή και γνήσιες). Ο κατηγορούμενος, παραστάς δια πληρεξουσίου τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεν απολογήθηκε. Όπως αναφέρεται δε στην εκκαλουμένη απόφαση, ο Φ1 απολογούμενος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις για το γεγονός ότι, ενώ δεν ήταν κύριος του ακινήτου, εισέπραξε αποζημίωση από την απαλλοτρίωσή του, πράγμα που δεν αμφισβήτησε.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι ως άνω προβληθέντες από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ισχυρισμοί και να κηρυχθεί αυτός ένοχος των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και της απάτης από κοινού, για τις οποίες καταδικάστηκε και πρωτοδίκως, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναφέρονται στο διατακτικό". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης, περαιτέρω, εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις άνω διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ.1 του ΠΚ., που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, εκ των ανωτέρω εκτεθέντων και ιδίως εκ του περιεχομένου του όλου σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρεται μεν ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Μ1 που εξετάσθηκε ανωμοτί, συνάγεται όμως σαφώς και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις καταθέσεις των λοιπών ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και εκείνη της προαναφερομένης πολιτικώς ενάγουσας, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις και όλων των μαρτύρων κατηγορίας και με αυτή την ιδιότητα της η πολιτικώς ενάγουσα μνημονεύεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε από το Πενταμελές Εφετείο η κατάθεση της ανωτέρω Μ1 και ως εκ τούτου η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής ως προς τα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/ 1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη), εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι (6) μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο, ενώ κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις άνω αξιόποινες πράξεις σε ποινές φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών για την κάθε μία και σε συνολική ποινή είκοσι δύο (22) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή αυτής με αυτεπάγγελτη έρευνα αν αυτός βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι (6) μηνών. Έτσι όμως το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου, του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ δευτέρου και τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς της διάταξη της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό μόνο στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 2965/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής των είκοσι δύο (22) μηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει την αναίρεση κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή