Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1270 / 2014    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.




Περίληψη:
Αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε ΟΤΑ. Δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 17 του ν. 2839/2000. Σε κάθε περίπτωση, η περιγραφή των εργασιών που εκτελούσε έκαστος ενάγων και οι μεγάλες διακοπές μεταξύ των χρονικών περιόδων της απασχόλησης του καθενός, όπως αναφέρονται στην αγωγή, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο νομικό χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας ως συναφθεισών για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών. Ορθώς η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από το Εφετείο. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1270/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές, Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 11η Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ι. Π. του Ν., κατοίκου ... 2) Κ. Τ. του Α., 3) Π. Κ. του Δ., 4) Η. ’. του Δ., 5) Δ. Τ. του Ε., 6) Ι. χήρας Σ. Λ., το γένος Μ. Δ., 6) Ε. Λ. του Σ., 6) Ι. Λ. του Σ., 6) Μ. Λ. του Σ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Σ. Λ. του Ι., 7) Σ. Ρ. του Γ., 8) Θ. Κ. του Κ. και 9) Κ. Λ. του Θ., κατοίκων .... Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 6α, 6β, 6γ, 6δ, 7 και 9 αναιρεσείοντες παραστάθηκαν δια και οι υπό στοιχεία 4, 5 και 8 αναιρεσείοντες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σ. Π. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, καθώς είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης κατά τη δικάσιμο της 23ης Απριλίου 2013.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο ’στρος Κυνουρίας και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 40/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 221/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1285/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 23-10-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Επειδή, όπως προκύπτει από το πρακτικό της δημόσιας συνεδρίασης, μετά την οποία εκδόθηκε η 1285/2013 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού του δικαστηρίου, ο εκ των αναιρεσειόντων (τότε έβδομος) Σ. Π., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου που έγινε στο ακροατήριο, είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της υπό κρίση, από 21-9-2006 αιτήσεως αναιρέσεως. Με την ως άνω απόφαση, είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά τη δικάσιμο της 23-4-2013 διεξαχθείσα συζήτηση, λόγω μη κλητεύσεως του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που δεν είχε εμφανισθεί ούτε είχε πάρει μέρος σ' αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να θεωρηθεί ότι δεν έχει ασκηθεί από το διάδικο αυτό.
2.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις …/5-2-2005 και …/29-11-2013 εκθέσεις επιδόσεως του …, δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 25-9-2013 κλήσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση των αναιρεσειόντων προς τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, αντιστοίχως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσιβλήτου, που έχει κλητευθεί (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση κάποιου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Ως εκ τούτου, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της, η οποία επέρχεται χωρίς να χρειάζεται ούτε καταγγελία ούτε καταβολή αποζημιώσεως. Εξ άλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο κρίνει σχετικώς χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες η σύμβαση καταρτίσθηκε (ΟλΑΠ 18/2006).
4.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται, ιδίως, στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
5.
Επειδή, στο άρθρο 21 του ν. 2190/1994 ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2). Στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ).
6.
Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
7.
Επειδή, από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, εν όψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών. Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες (βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ. 768, 771, 772, 782) στόχος του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, μάλιστα, όχι μόνο εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που, πράγματι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Γι' αυτό και πρόσθεσε την πιο πάνω διάταξη του εδ.γ' της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία, πλέον, αδιακρίτως απαγορεύει και την από το νόμο, ακόμη, μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι, πλέον, αλυσιτελής. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, πρβλ. ΟλΑΠ 7/2011 για ειδική περίπτωση, πριν από την ως άνω αναθεώρηση του Συντάγματος).
8.
Επειδή, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, προστέθηκε στο άρθρο 118 του Συντάγματος παρ.7, σύμφωνα με την οποία "Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν στην τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού, που υπάγεται στην παρ.8 του άρθρου 103, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Με την εν λόγω μεταβατική διάταξη, ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει την κατά νόμο προσδοκία εργαζομένων, οι οποίοι είχαν προσληφθεί κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων, αλλά στη συνέχεια και πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση είχαν υπαχθεί σε διαδικασίες, οι οποίες, σύμφωνα με εξαιρετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, αναμενόταν να οδηγήσουν στην υπηρεσιακή τακτοποίησή τους. Τέτοια ρύθμιση, χρονικώς εγγύτερη προς τη συνταγματική αναθεώρηση, ήταν αυτή του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ Α' 196/12-9-2000), σύμφωνα με την οποία "Προσωπικό, το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000 στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφ' όσον κατά την 31-3-2000 : α) είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον 24 μήνες, β) δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με, περισσότερες της μιας, συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής, μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, (...), δ) κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 και ε) πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται" [παρ.1]. Ακόμη "Για την κατά την παρ.1 κατάταξη απαιτούνται : α) υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (...)" [παρ.5]. Η προθεσμία αυτή, που, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης του ν. 2839/2000, έληγε την 12-11-2000, παρατάθηκε αναδρομικά από τότε που έληξε και, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν. 3051/2002 (ΦΕΚ Α' 220/20-9-2002), ορίσθηκε ότι λήγει δύο (2) μήνες μετά τη δημοσίευσή του, ήτοι την 20-11-2002. Και, τέλος, "(...) Ειδικά, η κατάταξη των υπαγομένων στις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων, που υπηρετούν στους ΟΤΑ α' βαθμίδας, διενεργείται με πράξη του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας μετά από πρόταση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του δήμου ή της κοινότητας, ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ.1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου" [παρ.7]. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η προστασία, που παρασχέθηκε μεταβατικά με το άρθρο 118 παρ.7 του Συντάγματος, προϋπέθετε εκκρεμή διαδικασία τακτοποίησης στο πλαίσιο του ειδικού νόμου που την είχε προβλέψει και ότι η προϋπόθεση αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι συντρέχει εάν η αντίστοιχη διοικητική διαδικασία είχε περαιωθεί με τρόπο ασύμφορο για τον εργαζόμενο.
9.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ.1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΕ, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ' όσον αφορούν στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται, κατ' ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό εντός της τασσομένης προθεσμίας, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι, δηλαδή, κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν την 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της Οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, αλλά και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, υπό ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ειδικότερα, η Οδηγία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να αξιολογεί τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
10.
Επειδή, ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1 .Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Εν όψει, όμως, του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προβλεπόμενη προστασία από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος. Προστέθηκαν, λοιπόν, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφ' όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση (...)" (άρθρο 11 παρ. 1α). Η με το π.δ. 164/2004 επιλογή από την ελληνική πολιτεία των ως άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προαναφέρθηκαν. Επομένως, εφ' όσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Εν όψει, λοιπόν, αφ' ενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφ' ετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τη ρηθείσα Οδηγία, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή στο μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 113/2009).
11.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 15-1-2003 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούν τα εξής ουσιώδη: Ότι άπαντες διετέλεσαν απασχολούμενοι στην υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, συνδεόμενοι με αυτόν με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σε εκπλήρωση των οποίων κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Ότι ο εξ αυτών Ι. Π. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως οδηγός από 1-6-2000 έως 31-1-2001 και από 15-4-2002 έως 14-12-2002, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε από Φεβρουάριο μέχρι Ιούλιο 2001 σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Ότι ο εξ αυτών Κ. Τ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου και απορριμματοφόρου από 1-6-1996 έως 28-2-1997, από 1-7-1998 έως 28-2-1999, από 1-9-1999 έως 30-4-2000, από 12-7-2000 έως 11-3-2001, από 21-5-2001 έως 20-1-2002 και από 15-2-2002 έως 15-4-2002, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε από Μάιο μέχρι Ιούλιο 2000 ως οδηγός σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, από Μάρτιο μέχρι Μάιο 2001 ως εργάτης αποχέτευσης και από Ιανουάριο μέχρι Οκτώβριο 2002 ως εργάτης καθαριότητας, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Ότι ο εξ αυτών Π. Κ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου και απορριμματοφόρου από 1-5-1997 έως 31-12-1997, από 1-7-1998 έως 28-2-1999, από 1-9-1999 έως 30-4-2000, από 12-7-2000 έως 11-3-2001, από 21-5-2001 έως 20-1-2002 και από 15-2-2002 έως 15-4-2002, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε από Μάιο μέχρι Ιούλιο 2000 ως οδηγός σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, από Μάρτιο μέχρι Μάιο 2001 ως εργάτης αποχέτευσης και από Ιανουάριο μέχρι Φεβρουάριο 2002 ως εργάτης καθαριότητας, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα (το Φεβρουάριο 2002 μόνο ένα ημερομίσθιο). Ότι ο εξ αυτών Η. ’. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως οδηγός από 8-6-1999 έως 7-2-2000, από 1-3-2001 έως 31-10-2001 και από 15-2-2002 έως 14-10-2002, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε ως εργάτης καθαριότητας το Φεβρουάριο 2000, από Νοέμβριο μέχρι Δεκέμβριο 2001 και από Ιανουάριο μέχρι Φεβρουάριο 2002, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα (το Φεβρουάριο 2002 μόνο ένα ημερομίσθιο). Ότι ο εξ αυτών Δ. Τ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως υδραυλικός από 8-6-1999 έως 7-2-2000, από 1-6-2000 έως 31-1-2001, από 1-3-2001 έως 31-10-2001 και από 16-5-2002 έως 15-1-2003, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε ως εργάτης ύδρευσης σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, το Φεβρουάριο, Απρίλιο και Μάιο 2000, το Φεβρουάριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2001 και από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο 2002, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Ότι ο εξ αυτών Σ. Λ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως υδραυλικός από 8-6-1999 έως 7-2-2000, από 1-3-2001 έως 31-10-2001 και από 16-5-2002 έως 15-1-2003, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε ως εργάτης ύδρευσης σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, το Φεβρουάριο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2000, ως εργάτης καθαριότητας το Φεβρουάριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2001 και ως εργάτης ύδρευσης από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο 2002, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Ότι ο εξ αυτών Σ. Ρ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως υδραυλικός από 8-6-1999 έως 7-2-2000, από 1-6-2000 έως 31-1-2001, από 1-3-2001 έως 31-10-2001 και από 16-5-2002 έως 15-1-2003, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε ως εργάτης ύδρευσης σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, το Φεβρουάριο, Απρίλιο και Μάιο 2000, το Φεβρουάριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2001 και από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο 2002, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Ότι ο εξ αυτών Θ. Κ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως ηλεκτρολόγος από 8-6-1999 έως 7-2-2000, από 1-3-2001 έως 31-10-2001 και από 10-9-2002 έως 9-5-2003, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε ως εργάτης σε έργα του Δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, το Φεβρουάριο 2000 και ως εργάτης καθαριότητας το Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2001 και από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο, τον Ιούνιο και Αύγουστο 2002, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Και, τέλος, ο εξ αυτών Κ. Λ. προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως υδραυλικός από 8-6-1999 έως 7-2-2000, από 1-6-2000 έως 31-1-2001, από 1-3-2001 έως 31-10-2001 και από 16-5-2002 έως 15-1-2003, ενώ, ενδιαμέσως, απασχολήθηκε ως εργάτης ύδρευσης σε έργα του δήμου εκτελούμενα με αυτεπιστασία, το Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 2000, το Φεβρουάριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2001 και από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο 2002, πραγματοποιώντας 4 ημερομίσθια το μήνα. Ότι οι συμβάσεις αυτές, αν και πάντοτε χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα, λόγω της διαδοχής τους, συνιστούσαν ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι αν και οι εκ των εναγόντων Κ. Τ. και Π. Κ. είχαν υποβάλει, κατ' άρθρο 17 του ν. 2839/2000, αίτηση κατάταξης σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ο εναγόμενος δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους. Ότι μετά τις κατά τα ανωτέρω ημερομηνίες τελευταίας απασχόλησης ενός εκάστου των εναγόντων, ο εναγόμενος θεώρησε τις συμβάσεις λήξασες και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων. Ότι η εν λόγω άρνηση του εναγομένου είναι αντίθετη προς τους ορισμούς του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 και της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν με την ένδικη αγωγή αφ' ενός να αναγνωρισθεί ότι ένας έκαστος εξ αυτών συνδέεται με τον εναγόμενο με ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αφ' ετέρου να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται πραγματικά την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους στο μέλλον.
12.
Επειδή, το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, έκρινε ότι επί της αγωγής δεν μπορεί να έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 17 του ν. 2839/2000, ούτε το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ούτε η 1999/70/ΕΚ/18-3-1999 Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ούτε και το π.δ. 164/2004, το οποίο, μετά την άσκηση της αγωγής, εισήγαγε τις επιταγές της Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατόπιν αυτών, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει διαφορετικά, και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες, πράγματι, δεν μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση. Διότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 103 παρ.8 και 118 παρ.7 του Συντάγματος, η περίπτωση των αναιρεσειόντων θα μπορούσε να ρυθμισθεί μόνο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 του ν. 2839/2000. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, επί των οποίων αποφάνθηκε το Εφετείο, κανένας από τους αναιρεσείοντες (πλην του Κ. Τ., για τον οποίο γίνεται λόγος αμέσως παρακάτω) δεν είχαν, κατά την 31-3-2000, συνολική παροχή υπηρεσίας στον αναιρεσίβλητο ΟΤΑ, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, διαρκείας τουλάχιστον 24 μηνών (ο Π. Κ. είχε υπηρεσία 23 μηνών και οι λοιποί αναιρεσείοντες μόνο 8 μηνών). Ο δε Κ. Τ., που είχε υπηρεσία 24 μηνών κατά την 31-3-2000, δεν πληρούσε την προϋπόθεση της μη μεσολάβησης, μεταξύ των πλειόνων, διαδοχικών συμβάσεων, χρονικού διαστήματος διακοπής μεγαλύτερου των δύο (2) μηνών. Πέραν αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος της συνταγματικής αναθεώρησης του έτους 2001 για κανένα από τους ενάγοντες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υπήρχε σε εκκρεμότητα διαδικασία τακτοποίησης της υπηρεσιακής του κατάστασης. Για τους εξ αυτών Κ. Τ. και Π. Κ., μάλιστα, η σχετική διαδικασία είχε περατωθεί αρνητικά, με την απόρριψη της σχετικής αίτησης ενός εκάστου από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 118 παρ.7 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, είναι μεν αληθές ότι στην αγωγή διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες είχαν συμβληθεί με τον εναγόμενο για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας αυτού. Πλην, όμως, κατά την περιγραφή του αντικειμένου της εργασίας ενός εκάστου των εναγόντων, αναφέρεται, επίσης, στην αγωγή ότι άπαντες απασχολούνταν στην υπηρεσία του εναγομένου κατά διαστήματα, μεταξύ των οποίων μεσολαβούσαν χρονικές περίοδοι πολλών μηνών κατά τις οποίες οι ενάγοντες είτε παρέμεναν, τελείως, εκτός απασχόλησης είτε πραγματοποιούσαν έως τέσσερα ημερομίσθια το μήνα και, μάλιστα, όχι πάντοτε με την ειδικότητα ή στο αντικείμενο, με το οποίο είχαν εργασθεί προηγουμένως, αλλά σε διάφορες εργασίες, ακόμη και ως εργάτες σε ετερόκλητα έργα εκτελούμενα με αυτεπιστασία. Η περιγραφή αυτή, δηλαδή, υποτιθέμενη αληθινή, αντιφάσκει προς τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ματαιώνει τη δυνατότητα ενός ευμενούς γι' αυτούς νομικού χαρακτηρισμού των σχέσεων εργασίας που είχαν αναπτύξει το τον εναγόμενο ΟΤΑ, ακόμη και στην περίπτωση που ένας τέτοιος νομικός χαρακτηρισμός ήθελε θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτός στην περίπτωσή τους (πρβλ. ΑΠ 265/2014). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ (όχι αρ.19, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως), είναι αβάσιμος.
13.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικασθούν, λόγω μη συμμετοχής του στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ ότι η από 21-9-2006 αίτηση αναιρέσεως δεν έχει ασκηθεί από τον αρχικώς έβδομο από τους αναιρεσείοντες, Σ. Π. του Δ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, την από 21-9-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της 221/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου 2014. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή