Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 909 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Οπλοκατοχή, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ληστεία, Οπλοχρησία, Συρροή εγκλημάτων, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα, Βρασμός ψυχικής ορμής.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, οπλοκατοχή, οπλοχρησία κατά συρροή και ληστεία κατά συναυτουργία. Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως (2-8), για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αυτοτελών ισχυρισμών, κατ' άρθρο 299 § 2 ΠΚ βρασμού ψυχικής ορμής, μειωμένου κατ' άρθρο 36 ΠΚ καταλογισμού και ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 ΠΚ. Β) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω συνεκτιμήσεως εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.




Αριθμός 909/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, περί αναιρέσεως της 660,661,662,687/2008, 22,23/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1)Ψ1, 2)Ψ2, κατοίκων ... και 3)Ψ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σαλώμη Δερμάτη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1208/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη της τταρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως . Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, α) για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, β) για συνδρομή στο πρόσωπο του, κατ'άρθρο 36 ΠΚ μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό και γ) για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ή και άλλης ελαφρυντικής περιστάσεως εκτός των αναφερομένων ενδεικτικά στο παραπάνω άρθρο, αφού η παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως αυτής οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για ανθρωποκτονία κατά συρροή, για οπλοχρησία κατά συρροή, για παράνομη κατοχή όπλου και για ληστεία κατά συναυτουργία, σε ποινή δις ισόβιας καθείρξεως και σε συνολική ποινή , καθείρξεως 8 ετών και 6 μηνών, αυτός με "αυτοτελείς ισχυρισμούς" που κατέθεσε ο ένας από τους συνηγόρους του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο πρόβαλε ότι οι πράξεις των δύο ανθρωποκτονιών τελέσθηκαν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, ότι ήταν μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό των πράξεων, λόγω νοσηράς διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών συνεπεία ψυχικών παθήσεων και τοξικομανίας (36 ΠΚ) και ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, γ, δ και ε του ΠΚ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, τα εξής: "Την 12.30'ώρα νυκτερινή της 17-12-2004, ο κατηγορούμενος Χ μετέβη στην οικία του Ζ επί της οδού ..., που του πορμήθευε από το 2001 κοκαϊνη και αγόρασε από αυτόν 1gr αντί του ποσού των 70 ευρώ. Στη συνέχεια επέστρεψε στην οικία του στο ..., όπου μαζί με τη σύζυγό του ... έκαναν χρήση της προαναφερόμενης ποσότητας. Ο εν λόγω κατηγορούμενος θεωρούσε ότι κατά το τελευταίο διάστημα ο Ζ του προμήθευε νοθευμένη κοκαϊνη και δεν επέφερε τα αποτελέσματα που επεδίωκε και επιθυμούσε, ήτοι να τον ανεβάζει ψυχολογικά γιατί ένοιωθε "πεσμένος" από την εποχή που σταμάτησε να ασχολείται επαγγελματικά με την άρση βαρών, με συνέπεια να έχει διαπληκτισθεί κατ'επανάληψη μαζί του. Για το λόγο αυτό το προαναφερόμενο βράδυ αμέσως μετά τη χρήση της κοκαϊνης που και πάλι τη θεώρησε νοθευμένη, αποφάσισε να τον σκοτώσει. Για το σκοπό αυτό τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας, την 7η πρωϊνή περίπου, αφού πήρε από το σπίτι του, μαζί του ένα μαχαίρι μετέβη στην οικία του Ζ οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του και συνοδευόμενος από τη σύζυγό του. Πριν αναρριχηθεί στο κυκλήδωμα ύψους δύο (2) μέτρων με απόληξη σε λόγχες που προστάτευε το σπίτι του Ζ, άφησε το μαχαίρι που έφερε μαζί του από την κατοικία του. Αφού αναρριχήθηκε, πέρασε το μπαλκόνι του 1ου ορόφου όπου ο Ζ διέμενε, στο ισόγειο δε της ίδιας οικοδομής κατοικεί η μητέρα του, διέρρηξε τη μπαλκονόπορτα της κουζίνας και εισήλθε στο διαμέρισμα. Στη συνέχεια πήγε στο υπνοδωμάτιο όπου γνώριζε ότι κοιμόταν ο Ζ με την Λ, ξύπνησε τον πρώτο και άνοιξε την εξωτερική πόρτα όπου κατά τις οδηγίες του ανέμενε να εισέλθει η σύζυγός του. Όμως αυτός αφού λογομάχησε με το Ζ για λίγο στο σαλόνι ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρουσία της παραπάνω αναφερόμενης συζύγου του, πήρε ένα ξιφίδιο με λάμα 29 εκατοστών που βρισκόταν με άλλα παρόμοια σε έπιπλο του σαλονιού, και επιτέθηκε με σφοδρότητα κατά του Ζ, καταφέροντάς του αλλεπάλληλα πλήγματα σε ζωτικά σημεία του σωματός του, στη θωρακική και κοιλιακή χώρα, τα οποία απετέλεσαν τη μόνη ενεργό αιτία που επέφερε το θάνατό του. Στη συνέχεια πήγε αυτός (κατηγορούμενος) στο υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν η Λ, με την οποία γνώριζε ότι ο Ζ συζούσε και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση της κατάφερε πολλαπλά δυνατά πλήγματα κυρίως στην κοιλιακή χώρα και το θώρακα με το ίδιο ξιφίδιο, η οποία είχε ήδη ξυπνήσει και καλούσε σε βοήθεια, ώστε η λάμα του να παραμείνει στην κοιλιά της. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος πήρε τη συζυγό του και για να αποφύγει τη σύλληψή του και τράπηκε σε φυγή. Όταν δε έφθασαν στην κατοικία τους φρόντισαν να εξαφανίσουν τα ίχνη του εγκλήματος καθαρίζοντας επιμελώς τα ρούχα και τα παπούτσια του από το αίμα των θυμάτων του. Η Λ αν και βαρύτατα τραυματισμένη κατόρθωσε να φθάσει στο ισόγειο όπου κατοικεί η μητέρα του Ζ, που μερίμνησε για τη διακομιδή της στο νοσοκομείο .... Εκεί υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, πλην όμως απεβίωσε την 18-12-2004 γιατί είχαν τρωθεί ζωτικά όργανα του σώματός της, από τα πλήγματα που ο πρώτος κατηγορούμενος της επέφερε στην κοιλιά και το θώρακα. Οι ενεργήσαντες την προανάκριση αστυνομικοί ανακάλυψαν τον κατηγορούμενο με την ανεύρεση του δακτυλικού του αποτυπώματος σε κομμάτι σπασμένου τζαμιού της μπαλκονόπορτας της κουζίνας που είχε διαρρήξει για να εισέλθει στην οικία του Ζ το οποίο ταυτιζόταν με το αποτύπωμα του δεξιού του δείκτη. Περαιτέρω προέκυψε ότι σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 20-10-2004 ώρα 4.35'περίπου ο εν λόγω κατηγορούμενος από κοινού με άγνωστο άτομο, εισήλθαν στο ΜΙΝΙ ΜΑRKET, ιδιοκτησίας ... που βρίσκεται στην ..., όπου ο πρώτος κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παραπάνω ιδιοκτήτη κάμπτοντας την αντίστασή του, ενώ ο συνεργός του αφαίρεσε από το ταμείο του 500 ευρώ τα οποία ακολούθως παράνομα ιδιοποιήθηκαν. Κατά την αστυνομική έρευνα που διενεργήθηκε την 23-12-2004 στην κατοικία του πρώτου κατηγορούμενου στην οδό ... ο τελευταίος κατελήφθη να κατέχει παράνομα ένα πτυσσόμενο στιλέτο με μήκος λάμας 11 εκατοστών και συνολικό μήκος 24 εκατοστών. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε τις πράξεις του. Ωστόσο προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι μειωμένου καταλογισμού γιατί πάσχει από ψυχωτική συνδρομή και είναι τοξικομανής, λόγος για τον οποίο διατάχθηκε στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης (βλ.την από 20-1-2005 έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ξ που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε). Επίσης προέβαλε τον ισχυρισμό ότι βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Πλην όμως ουδείς των ισχυρισμών του αποδείχθηκε, ούτε και εκείνος του μειωμένου καταλογισμού λόγω της τοξικομανίας. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του προκύπτει άμεσα από το μέσο που χρησιμοποίησε (ξιφίδιο) το οποίο ήταν πρόσφορο για τη θανάτωση των θυμάτων του και από τα καίρια σημεία των σωμάτων τους που επέλεξε να τους πλήξει, τον μεν πρώτο για να τον τιμωρήσει, επειδή κατά την άποψή του τον προμήθευε νοθευμένη κοκαϊνη και τη δεύτερη ώστε να μην υπάρχει μάρτυρας της δολοφονίας εκ μέρους του Ζ. ’λλωστε ο εν λόγω κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά τους χώρους του σπιτιιού του Ζ τη συλλογή μαχαιριών-ξιφιδίων που αυτός διέθετε αλλά και το γεγονός ότι η Λ ήταν η σύντροφός του που συγκατοικούσε μ'αυτόν, αφού στην κατοικία τους προσερχόταν κάθε φορά επί τετραετία (4ετία) περίπου προκειμένου να προμηθευτεί τη δόση της κοκαϊνης. Συγκεκριμένα σε σχέση με τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τέλεσε τις πράξεις των ανθρωποκτονιών σε βρασμό ψυχικής ορμής και ότι είχε μειωμένη ικανότητα προς καταγισμό δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε σ'αυτόν αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση συναισθήματος που απέκλειε τη σκέψη του, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτιών που τον ώθησαν στη τέλεσή τους, τόσο κατά το χρόνο που οι αποφάσεις για τις παραπάνω πράξεις λήφθηκαν, όσο και κατά το χρόνο που εκτελέστηκαν. Τα περί φόβου για τη ζωή του γιατί κατά τη σύντομη λογομαχία τους ο Ζ τον απειλούσε για τη ζωή του ότι θα καλέσει τους "μπράβους" του δεν αποδείχθηκαν. ’λλωστε προέκυψε ότι ο Ζ κατελήφθη αιφνιδίως στην ώρα του ύπνου από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εισήλθε με τον προαναφερόμενο τρόπο στην οικία του, βρέθηκε ανυπεράσπιστος, άοπλος, μη έχοντας το χρόνο και τον τρόπο να προστατευθεί άμεσα, υπό τον πλήρη έλεγχο του τελευταίου που υπερτερούσε σωματικά λόγω της προηγούμενης ενασχόλησης με την άρση βαρών και της εργασίας του ως φρουρού ασφαλείας σε νυκτερινό κέντρο και ήταν οπλισμένος με το ξιφίδιο που έλαβε από την άμεσα προσβάσιμη σ'αυτόν συλλογή του Ζ στο χώρο που πολύ καλά γνώριζε. Από πουθενά δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διάπραξη των παραπάνω πράξεων είχε μειωθεί σημαντικά στον κατηγορούμενο η ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του. Συγκεκριμένα να διακρίνει το δίκαιο και το άδικο και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του, για το άδικο, γιατί οι πνευματικές του λειτουργίες και η συνείδησή του είχαν διαταραχθεί λόγω ψυχωσικής συνδρομής που κατά τους ισχυρισμούς του επιβάρυνε με τη χρήση αλκοόλ και χαπιών κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από συγκεκριμένη ψυχική νόσο με παραληρητικές ιδέες παρανοϊκού περιεχομένου, ψευδαισθήσεις ή άλλες ψυχικές καταστάσεις που ανάγονται στη σφαίρα της ψυχιατρικής που να μειώνουν το επίπεδο της συνείδησης και εντεύθεν την ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο. Ο κατηγορούμενος φαίνεται να λάμβανε κατά καιρούς τα αντικαταθλιπτικά ... πλην όμως η κατάθλιψη δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου μείωση του επιπέδου συνείδησης. Αποδείχθηκε ότι είναι εξαρτημένος από την κοκαϊνη χωρίς η εξάρτησή του αυτή να επιφέρει διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και της συνείδησης, ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί το άδικη της πράξεώς του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του ως προς αυτό. Ο κατηγορούμενος λάμβανε την κοκαϊνη προκειμένου να νοιώθει ευφορία και να απωθεί τα αισθήματα μειονεξίας που τον κατέλαβαν όταν έπαυσε λόγω τραυματισμού να ασχολείται επαγγελματικά με την άρση βαρών και εγκαταλήφθηκε από την πρώτη του γυναίκα. Από πουθενά δεν αποδείχθηκε ότι έκανε χρήση παραισθησιογόνων (L.S.D., ηρωϊνης) που θα μπορούσαν να του δημιουργήσουν παραισθήσεις και ενδεχομένως να διαταράξουν το επίπεδο συνείδησης. Πρέπει να επισημανθεί ότι η συγκροτημένη εμφάνιση και απολογία του εν λόγω κατηγορουμένου στο ακροατήριο επιβεβαιώνει το εμπεριστατωμένο πόρισμα ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ξ και ανατρέπει την αντιφατική κατάθεση του μάρτυρα ιατρού Φ που εκθέτει απόψεις αλληλοσυγκρουόμενες για την αυτή περίπτωση. Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι μετά την χρήση της κοκαϊνης έκανε χρήση χαπιών και αλκοόλ. ’λλωστε ο συνδυασμός αυτός θα ήταν παράγων ανασταλτικός της μετάβασής του στο Ζ γιατί θα επέφερε μέθη-καταστολή των δυναμεών του και ύπνο όπως άλλωστε έγινε μετά το έγκλημα και ο ίδιος παραδέχθηκε. Εξάλλου το διάστημα που μεσολάβησε από τη χρήση της κοκαϊνης μέχρι τη μετάβαση του στο σπίτι των θυμάτων του είναι ιδαίτερα μεγάλος εξίμισυ ώρες περίπου, και είχε ήδη παρέλθει ο χρόνος της επιδρασής της. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις ευρισκόμενος σε πλήρη πνευματική διαύγεια και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Το σύνολο των ενεργειών του αποδεικνύει λεπτομερή σχεδιασμό που απαιτεί τη χρήση του λογικού, οργανωμένη σκέψη, κρίση και βούληση για την επίτευξη του σκοπού του. Αποφασίζοντας να σκοτώσει για τους προαναφερόμενους λόγους το Ζ μετά τη χρήση της κοκαϊνης στις 12.30'αφήνει να παρέλθει ο χρόνος των έξι (6) ωρών περίπου, ώστε με ασφάλεια και χωρίς να γίνει αντιληπτός να εισωρήσει στην κατοικία του και να τον αιφνιδιάσει κατά τη στιγμή του ύπνου. Λαμβάνει μαζί του μαχαίρι από το σπίτι του, ζητά από τη σύζυγό του να τον συνοδεύει, οδηγεί τη μοτοσυκλέτα του από τη δική του κατοικία στο ... σ'εκείνη του Ζ στον ..., χωρίς να του συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα π.χ.πτώση, σύγκρουση, αποφεύγει να κτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας του Ζ για να έχει ως πλεονέκτημα το στοιχείο του αιφνιδιασμού του. Αναρριχάται σε πολύ υψηλό κιγκλίδωμα αφήνοντας το μαχαίρι που είχε πάρει μαζί του και μπορούσε να προδώσει την ταυτότητά του η χρησιμοποίηση του. Από τις επισκέψεις του στο σπίτι του Ζ γνωρίζει πως ο τελευταίος διέθετε συλλογή μαχαιριών και ξιφιδίων στο σαλόνι του σε συγκεκριμένο σημείο. Από το κιγκλίδωμα περνά στο μπαλκόνι, παραβιάζει την πόρτα της κουζίνας σπάζοντας το τζάμι της και αιφνιδιάζει το Ζ που κοιμόταν με τη σύντροφό του Λ, γεγονός που επίσης γνώριζε από τις προηγούμενες επισκέψεις του. Χρησιμοποιεί όπλο που ανήκει στο θύμα του και τον κτυπά σε καίρια σημεία του σώματός του, ώστε να επέλθει ο θάνατός του. Μεταβαίνει με ψυχραιμία στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόταν η Λ, κτυπά και αυτή με το ίδιο όπλο σε καίρια σημεία του σώματός της, ώστε να εξασφαλίσει το ακαταδίωκτό του με την εξάλιψη της μοναδικής μάρτυρος. Τρέπεται σε φυγή οδηγώντας και πάλι τη μηχανή του παίρνοντας μαζί τη σύζυγό του πηγαίνουν στο σπίτι τους όπου επιμελώς καθαρίζουν ρούχα και παπούτσια και κρύβεται μέχρι τη σύλληψή του. Ενόψει των παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του. Σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης της τοξικομανίας και της ψυχικής ασθένειας πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος που τον ώθησε στη συγκεκριμένη πράξη. Το γεγονός της ανθρωποκτονίας της συντρόφου του Ζ, Λ και μόνον αν ληφθεί υπόψιν καταρρίπτει τον ισχυρισμόν του αυτόν. Περαιτέρω δεν πρέπει να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο ως λόγοι μειώσεως της ποινής του οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α', δ' και ε'ΠΚ. Ειδικότερα: α)του προτέρου εντίμου βίου δηλαδή ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή β)της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, αφού η επιδειχθείσα καλή διαγωγή μετά την σύλληψή του και κατά την διάρκεια της προσωρινής κράτησής του και γ)το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Τέλος στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή είναι αναγκαία για κάθε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου που ασκεί επιρροή στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, είτε επιδρά στην ικανότητα προς καταλογισμό, είτε επιφέρει εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, είτε τέλος τη μείωση της ποινής λόγω της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 2292/2003 ΠΛ 2003, 2466 επομ.).Στη προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων του είχε ζήσει έντιμη ατομική και κοινωνική ζωή, δεδομένου ότι δεν εργαζόταν ώστε να μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και τη σύζυγό του, αλλά τον συντηρούσε οικονομικά ο πατέρας του, έκανε συστηματική χρήση κοκαϊνης, ενώ περιστασιακά προσέφερε υπηρεσίες προστασίας σε νυκτερινό κέντρο. Η επιδειχθείσα δε καλή διαγωγή μετά τη σύλληψή του και κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής του, ανεξάρτητα του ότι ήταν οπωσδήποτε αποτέλεσμα της υποχρεωτικής συμμόρφωσης στους κανονισμούς λειτουργίας της φυλακής, και έλαβε χώρα στις φυλακές υπό καθεστώς όχι ελεύθερης διαβίωσής του στην κοινωνία δεν προέρχεται από αγαθή προαίρεση, αλλά είναι υποκριτική, οφειλόμενη στην ελπίδα του να επιτύχει την αναγνώριση του πιο πάνω ελαφρυντικού (ΑΠ 301/2005 Ποιν.Δικ. 2005, 778 ΑΠ 2320/2004 Πλόγος 2004, 2816 επ., ΑΠ 182/2004, 237). Δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας, δεδομένης της πλήρους αδιαφορίας του για την τύχη των θυμάτων του, της μη παράδοσής του στην αστυνομία μετά την πράξη του, της φροντίδας του να εξαφανίσει επιμελώς τα στοιχεία καθαρίζοντας ρούχα και παπούτσια και να κρυφτεί στο σπίτι του. Το γεγονός ότι παραδέχθηκε την τέλεση των αδικημάτων οφείλεται στη μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης ταυτοποίηση των αποτυπωμάτων (χεριού και παπουτσιών στον τόπο του εγκλήματος), ενώ μόνη η δήλωση συγνώμης στο ακροατήριο συνιστά προσπάθεια να τύχει επιεικούς μεταχείρησης δεν αρκεί για να αποδείξει τη μεταμέλειά του. Κατ'ακολουθίαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί :1)περί μειωμένου καταλογισμού (εφαρμογής του άρθρου 36 ΠΚ) και 2)το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', δ'και ε'". Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της ανθρωποκτονίας κατά συρροή από πρόθεση, της οπλοχρησίας κατά συρροή, της οπλοκατοχής και της ληστείας κατά συναυτουργία με άγνωστο συναυτουργό, απορρίπτοντας όλους τους προβληθέντες ως παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αβάσιμους. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος : α) εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων ενήργησε τις δύο ανθρωποκτονίες, με ξιφίδιο, με ψυχική ηρεμία τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση των πράξεων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής, λόγω φόβου και απειλών κατά της ζωής του, β) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό, λόγω χρήσεως παραισθησιογόνων ουσιών, ναρκωτικών και αλκοόλ ή λόγω του ότι έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια ή τοξικομανία λόγω εξαρτήσεως από κοκαΐνη ή ότι βρισκόταν, κατά την τέλεση των πράξεων, σε κατάσταση παραληρητικών ιδεών παρανοϊκού περιεχομένου, ψευδαισθήσεων ή σε κάποια άλλη ψυχική κατάσταση, συνεπεία της οποίας είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του, γ) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο, αφού εκθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική αυτή κρίση του, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε και δε συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου καμία από τις προταθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, γ, δ και ε του ΠΚ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, του ότι ωθήθηκε στις πράξεις από ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων παρασυρθείς από οργή και βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η άδικη εναντίον του συμπεριφορά του πρώτου παθόντος, του ότι έδειξε μετά τις πράξεις του ειλικρινή μετάνοια, του ότι για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε σχετικά καλά, δ) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο απέρριψε, ως αβάσιμους επίσης, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι τις πράξεις του αυτές τέλεσε ο κατηγορούμενος υπό την επίδραση της τοξικομανίας και της ψυχικής νόσου της σχιζοφρένειας από την οποία έπασχε, καταστάσεις τις οποίες επικαλέσθηκε, για ύπαρξη μειωμένου καταλογισμού, αλλά και ως ιδιαίτερες ελαφρυντικές περιστάσεις και για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, αφενός ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από συγκεκριμένη ψυχική νόσο με παραλητικές ιδέες παρανοϊκού περιεχομένου, ψευδαισθήσεις ή άλλες ψυχικές καταστάσεις που ανάγονται στη σφαίρα της ψυχιατρικής που να μειώνουν το επίπεδο της συνείδησης και εντεύθεν την ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο", αφετέρου ότι "αποδείχθηκε μεν ότι είναι εξαρτημένος από την κοκαΐνη, αλλά η εξάρτηση-του αυτή δεν επέφερε διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και της συνείδησης του, ώστε να μη μπορεί να αντιληφθεί το άδικο της πράξεως του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του ως προς αυτό". Όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του εδ. γ της παρ.2 του άνω άρθρου 84 ΠΚ, περί του ότι ωθήθηκε στις πράξεις του ο κατηγορούμενος από προηγηθείσα ανάρμοστη συμπεριφορά του πρώτου παθόντος και την επίκληση της τοξικομανίας και της σχιζοφρένειας, ως αυτοτελών ελαφρυντικών περιστάσεων, το Δικαστήριο, ανεξάρτητα του ότι στο διατακτικό του (σελ. 151) αναφέρει ότι απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ, συνάγεται ότι από παραδρομή δεν αναφέρει ότι απορρίπτει και τις λοιπές ως άνω αιτηθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, τις οποίες και απορρίπτει κατ'ουσίαν, αφού το αιτιολογικό με το διατακτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, στο δε αιτιολογικό, από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει σαφώς απόρριψη και των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων και ειδικότερα εκτίθεται στη σελίδα 146 του αιτιολογικού, καταληκτικά ως συμπέρασμα του συνόλου των προηγούμενων παραδοχών και ιδία περί μη συνδρομής βρασμού ψυχικής ορμής, ότι "σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης της τοξικομανίας και της ψυχικής ασθένειας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος που ώθησε τον κατηγορούμενο στη συγκεκριμένη πράξη". Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες . Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, αναφέρει στο προοίμιο του αιτιολογικού του( σελ. 141), πλην άλλων και τη φράση " από το σύνολο των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία και ακόμη από τα έγγραφα εκείνα των οποίων δε γίνεται ειδική μνεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα . .". Από την άνω περικοπή δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, συνεκτίμησε και μη αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, από δε την ειδική αναφορά " ακόμη και από τα έγγραφα περί των οποίων δε γίνεται ειδική μνεία", συνάγεται ότι το Δικαστήριο θέλησε να διευκρινίσει απλώς ότι τα εν συνεχεία δεκτά γενόμενα στο αιτιολογικό του προκύπτουν και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων δε μνημονεύονται ειδικώς στην ίδια αιτιολογία του.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω συνεκτιμήσεως εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των δια κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου παραστάντων πολιτικώς εναγόντων( άρθρα 176,183 ΚΠολ. Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 660,661, 662, 687/2008, 22,23/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ πεντακοσίων ( 500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαϊου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή