Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1467 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Συναυτουργία, Ψευδής βεβαίωση, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση. Έννοια. Στοιχεία. Έννοια δημοσίου εγγράφου. Συνιστά και η συνταγή που συντάσσει ο γιατρός του ΕΣΥ. Απάτη. Έννοια. Στοιχεία. Πότε τελείται κατ' εξακολούθηση. Ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος. Χρόνος και τρόπος προβολής της. Πρέπει να αποτελεί ειδικό λόγο της εφέσεως. Πρέπει να είναι παραδεκτός. Αν δεν προτείνονται συγκεκριμένοι λόγοι ακυρότητας κατ' άρθρο 321 ΚΠΔ, αλλά υπό την επίφαση της μη περιγραφής της πράξεως προβάλλονται ισχυρισμοί αρνητικοί της κατηγορίας, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επί της ενστάσεως, αφού, επί των ισχυρισμών αυτών, απαντά με την απόφαση επί της ενοχής. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε Απόλυτη ακυρότητα. Πότε. Από κοινού τέλεση. Αιτιολογία αποφάσεως. Αφαίρεση από φαρμακοποιό ασυμπλήρωτων φύλλων συνταγών από συνταγολόγια ασφαλισμένων ΟΓΑ, παράδοση σε γιατρό ΕΣΥ που τα συμπλήρωσε αναγράφοντας δήθεν ασθένειες και φάρμακα τα οποία δεν έπαιρναν, τις παρέδιδε στον φαρμακοποιό που τις υπέβαλε στον ΟΓΑ και εισέπραττε την αξία τους. Στοιχειοθέτηση των ανωτέρω πράξεων. Απόρριψη δύο αιτήσεων (δηλώσεων) αναιρέσεως και πρόσθετων λόγων της μιας εξ αυτών.





Αριθμός 1467/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κρέστο και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της 340/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ανδρέα Χαρλαύτη. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Νοεμβρίου 2009 και 8 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις αναίρεσης και στους από 29 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους του Χ2, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2010.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι: 1. από 30-11-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1. Και 2. από 8-12-2009 Αίτηση (δήλωση) του Χ2 και ο από 29-3-2010 πρόσθετος λόγος αυτής στρέφονται κατά της αυτής 340/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ιωαννίνων, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι ψευδούς βεβαιώσεως κατ εξακολούθηση (ο α'), άμεση συνέργεια σ αυτή (ο β') και από κοινού κατ εξακολούθηση απάτης, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263 Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, υπάλληλος, κατά την ανωτέρω έννοια τυγχάνει και ο ιατρός του Ε.Σ.Υ. β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του Π.Κ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι και γιατρός του ΕΣΥ, ο οποίος συμπλήρωνε λευκές συνταγές ασφαλισμένων στο Δημόσιο, ΟΓΑ, ή άλλο ασφαλιστικό φορέα, στις οποίες βεβαίωνε, ψευδώς, ότι είχε δήθεν εξετάσει τους ασφαλισμένους κατόχους των ασφαλιστικών βιβλιαρίων από τα οποία προέρχονταν οι συνταγές και ότι έπασχαν από συγκεκριμένες ασθένειες και είχαν δήθεν ανάγκη των φαρμακευτικών σκευασμάτων που τους συνταγογραφούσε, τις συνταγές δε αυτές στη συνέχεια παρέδιδε σε φαρμακοποιό μετά του οποίου τελούσε σε συνεννόηση, προκειμένου να τις υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού φορέα, και να εισπράξει την αξία των φαρμάκων, τα οποία ουδέποτε είχε χορηγήσει στους ασφαλισμένους, που τελούσαν σε άγνοια της όλης μεθοδεύσεως (ΑΠ 696/2002). Περαιτέρω κατά το αρθρ. 46 § 1 β` ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής που καθιερώνει το άρθρο 48 ΠΚ, απαιτείται, αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κυρίας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια, σε τρόπο ώστε χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος με τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της άμεσης συνέργειας, απαιτείται, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, δόλος, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και ότι χωρίς τη βοήθεια αυτή, δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι, κατ` εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, κατά το άρθρο 386 του Π.Κ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ` εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της απάτης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες, πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ εξακολούθηση (πρώτος), άμεσης συνέργειας σ αυτήν (δεύτερος) και από κοινού και κατ εξακολούθηση απάτης (και οι δύο): "Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι από 1-3-2002 μέχρι 31-10-2002, ο πρώτος των κατηγορουμένων (Χ1), ιατρός παθολόγος, υπηρετούσε και ως Διευθυντής του Κέντρου Υγείας ..., στα καθήκοντα του οποίου ήταν η ιατρική εξέταση των ασθενών ασφαλισμένων (και μη ασφαλισμένων), η σύνταξη και η έκδοση ιατρικών συνταγών για χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σ' αυτούς που είχαν τη σχετική ανάγκη σε ειδικά έντυπα (συνταγολόγια) και η συμπλήρωση στην ειδική στήλη του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του κάθε ασφαλισμένου στον Ο.Γ.Α. ασθενή της διάγνωσης και των φαρμάκων που αναφέρονται στις συνταγές. Λόγω της ιδιότητας του αυτής γνωρίστηκε και απέκτησε σχέσεις με το δεύτερο των κατηγορουμένων (Χ2), ο οποίος διατηρούσε φαρμακείο στην ως άνω περιοχή επί 32 συναπτά έτη και με τον οποίο συνεργάστηκε, μετά από κοινή συναπόφαση, στην παρακάτω περιγραφόμενη παράνομη δραστηριότητα. Στις 19-11-2002, μετά από έλεγχο των ελεγκτών του Ο.Γ.Α. (πολιτικώς ενάγοντος) στο φαρμακείο του 2ου κατηγορουμένου αλλά και στους ασφαλισμένους, πλην των λοιπών παρατυπιών, διαπιστώθηκε ότι, κατά το παραπάνω ελεγχόμενο χρονικό διάστημα (1-3-2002 μέχρι 31-10-2002), ο 1ος κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, είχε συνταγογραφήσει 281 συνταγές που βρέθηκαν ότι έλειπαν από 143 συνταγολόγια των ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά σε πίνακα που περιλαμβάνεται στην 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του Ο.Γ.Α, στο 1032/13-10-2003 έγγραφο του Ο.Γ.Α. προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας και βεβαίως στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ασθενείς της ως άνω περιοχής-ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α που έπασχαν από χρόνια νοσήματα και επισκέπτονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους ιατρούς του Κέντρου Υγείας ..., τους αγροτικούς ή άλλους ιατρούς για τη συνταγογράφηση των φαρμάκων τους, μετέβαιναν για την εκτέλεση των (κανονικών) συνταγών τους στο φαρμακείο του 2ου των κατηγορουμένων. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, ο τελευταίος (2ος των κατηγορουμένων) αφαίρεσε από 143 συνταγολόγια ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., πελατών του, οι οποίοι προσήλθαν στο φαρμακείο του για την εκτέλεση των κανονικών συνταγών τους, τεχνηέντως και εν αγνοία τούτων, την επόμενη ή τις επόμενες της κανονικής συνταγές και συνολικά 281 (λευκές ασυμπλήρωτες) συνταγές, που αναφέρονται κατωτέρω, αποκόπτοντας και τα τρία αποκόμματα τους (στελέχη), ήτοι το μπλε, το οποίο παρακρατείται από το συνταγογράφο ιατρό, το λευκό, το οποίο παρακρατείται από το φαρμακοποιό και υποβάλλεται στο αντίστοιχο ταμείο προς πληρωμή καθώς και το κίτρινο, το οποίο πρέπει να παραμένει στο συνταγολόγιο. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή αποκόπτοντας και το τρίτο (κίτρινο) στέλεχος, ο εν λόγω κατηγορούμενος επετύγχανε να μη γίνεται αντιληπτή η ενέργεια του από τον κάτοχο του συνταγολογίου, ακόμη και εκ των υστέρων. Ο τελευταίος αρνήθηκε ότι απέκοπτε το κίτρινο στέλεχος των επιδίκων συνταγολογίων, ισχυρίστηκε δε ότι τούτο πιθανόν να οφείλεται σε ενέργειες κάποιων και κυρίως ανταγωνιστών συναδέλφων του, που ήθελαν να τον ενοχοποιήσουν, αλλά και στη συνδικαλιστική του δράση. Ο έωλος και αόριστος αυτός ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός από την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, καθόσον δεν ενισχύεται από αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου, ο εν λόγω κατηγορούμενος διατηρεί το φαρμακείο του στη συγκεκριμένη περιοχή επί 32 έτη ακωλύτως, ενώ εξελέγη και πρόεδρος του Συλλόγου Φαρμακοποιών .... Στη συνέχεια, ο ίδιος (2ος κατηγορούμενος) παρέδιδε τις συνταγές αυτές στον Ιο κατηγορούμενο (Χ1), ο οποίος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τις συμπλήρωνε, συνταγογραφώντας φάρμακα, χωρίς να έχει εξετάσει τους ασφαλισμένους (κατόχους του αντίστοιχου συνταγολογίου) ή να έχει στη διάθεση του για συνταγογράφηση το σχετικό συνταγολόγιο, χωρίς οι ασφαλισμένοι αυτοί να έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική αγωγή που αναφέρεται σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση αυτή και χωρίς να έχει προβεί σε σχετική σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους, τελικά δε χωρίς αυτοί να πάρουν τα φάρμακα αυτά. Οι συνταγές αυτές (επίδικες), με τα ονόματα του κατόχου του συνταγολογίου-ασφαλισμένου, τους αριθμούς των συνταγολογίων, τον αύξοντα αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης τους, τη συνολική αξία κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος, τη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα και το πληρωτέο ποσό είναι οι κάτωθι:
Ονοματεπώνυμο ασφαλισμένου - Αριθ. Συνταγολογιου - ’υξ. Αριθ.Συνταγης - Ημερομ. έκδοσης - ΑΞΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗΣ ... ... 34 13/8/200 6,18 1,5 ... ... 32 21/7/200 7,71 1,9 5,78 ... ... 11 16/4/200 6,35 1,5 4,76 ... 17 27/6/002 9,99 2,0 7,49 ... 21 12/8/2002 13,5 3,3 10,12 ... 23 9/8/2002 72,32 7,2 65,09 ... 27 23/9/2002 68,24 6,82 61,42 ... 29 1/10/2Ρ02 9,17 1,02 8,15 ... 34 18/10/2002 11 1,48 9,52 ... ... 10/9/2002 5,65 1.4 4,24 ... 5 25/9/2002 8,61 2,15 6,46 ... 8 21/10/2002 12,39 1,82 10,57 ... ... 38 14/5/2002 4,08 1,02 3,06 ...40 8/8/2002 8.51 2,13 6,38 ...42 2/10/2002 7,92 0,71 7,21 ... ... 10 4/7/2002 8,45 2,11 6,33 ... 12 23/7/2002 11,78 2,95 8,83 ... 14 2/8/2002 7,84 1,96 5,88 ... 17 10/9/2002 21,09 5,27 15,82 ... 19 6/9/2002 72,23 7,22 65,01 ... 21 25/9/2002 13,9 3,48 ΐσ,42 ... 24 21/10/2002 69,53 6,96 62,57 ... ... 38 23/4/2002 11,51 1,15 10,36 ... 40 9/7/2002 11,74 2,94 8,8 ... ... 3 15/4/2002 61,12 0 61,12 ... 6 18/6/2002 14,43 3,61 10,82 ... 8 17/7/2002 4,61 1,15 3,46 ... 11 24/7/2002 12,26 3,07 9,19 ... 13 12/8/2002 5,82 1,46 4,36 ... 15 21/9/2002 19,91 0 19,91 ... 17 30/10/2002 59,99 0 59,99 ... ... 6 3/5/2002 74,65 18,7 55,99 ...12 27/5/2002 16,46 4,12 12,34 ...15 29/8/2002 15,08 3,83 11,97 ... 19 26/8/2002 10,43 2,61 7,82 ... 25 30/10/2002 118,1 0 118,17 ... ... 31 29/3/2002 5,7 1,43 4,27 ... 39 20/6/2002 41,03 10,3 30,77 ... ... 25 28/3/2002 12,81 3,2 9,61 ... ...4 2/10/2002 11,69 2,92 8,77 ... 8 24/10/2002 76,2 19,1 57,15 ... ... 19 22,16 2,22 19,94 ...22 11,01 2,75 8,26 ... 24 11,86 2,9 8,89 ... 27 12,58 3,1 9,43 ... 30 46,23 Π, ... 33 25/6/2002 11,15 2,7 8,36 ... 35 25/7/2002 17,72 4,43 13,29 ... 38 23/8/2002 16,65 4,16 12,49 ... ... 18 1/3/2002 17,2 4,3 12,90 ... 21 8/4/2002 17,5 4,38 13,12 ... 23 24/4/2002 130,0 13 117,03 ... 27 10/5/2002 72,68 10,2 62,53 ... 30 19/6/2002 15 3,75 11,25 ...33 16/8/2002 73,14 7,31 65,83 ... 36 19/8/2002 17.76 4.44 13,32 ...39 20/9/2002 13,59 3,4 10,19 ... ....12 17/4/2002 148,2 14,8 133,40 ... 14 20/8/2002 63,02 6.3 56,72 ... ... 27 26/3/2002 50,34 0 50,34 ... 29 12/4/2002 68,49 0 68,49 ... 32 29/4/2002 38.51 0 38,51 ...39 1/7/2002 65,92 0 65,92 ... ... 36 7/8/2002 6,47 1,62 4,85 ... ... 20 20/6/2002 14,22 3,56 10,66 ... 26 25/7/2002 12,06 3.02 9,04 ... ... 30 13/9/2002 18,19 1,82 14,37 ... ... 11/7/2002 8,03 2,01 6,02 ... ... 41 22/4/2002 131,3 13,1 1.18,10 ...46 11/9/2002 7,65- 1,91 5,74 ... ... 38 22/4/2002 11,89 2,97 1 8,92 ...46 11/9/2002 63,02 6,3 56,72 ... ... 40 4/7/2002 11,34 2,84 8,50 ... ... 41 8/7/2002 2,86 0,6 2,26 .... ... 29 1/5/2002 10,67 2,67 8 ... ...33 23/7/2002 131,3 13,1 118,30 ... 34 26/9/2002 72.23 7.22 65,01 ... 36 23/10/2002 43,33 4,33 39 ... ...41 9/4/2002 3,08 0,77 2,31 ... ... 0 0 0 ... ... 34 6/9/2002 36,48 0 36,48 ... ... 42 25/7/2002 9,99 2.5 7,49 ... ... 22 9/5/2002 14,17 3,54 10,63 ...28 26/9/2002 11.05 2,76 8,29 ... ...11 16/10/2002 73,52 7,36 66,16 ... ... 24/9/2002 15,74 3,94 11,80 ...10 18/10/2002 68,24 6,82 61,42 ... ... 9 2/9/2002 44,09 0 44,09 ...12 25/9/200 41,34 0 41,34 ... 16 24/10/200 70,34 0 70,34 .... 19 29/10/200 25,28 0 25,28 ... ... 23 19/8/2002 6,7 1,68 5,02 ... 26 6/9/2002 12,71 12,71 ... 31 17/10/2002 77,13 7,71 69,42 ...33 24/10/2002 14,73 3.68 11,05 ... ... 31 19/4/2002 7,15 0,72 6,43 ... 36 30/7/2002 9,78 2,45 7,33 ... ... 39 16/9/2002 12,81 3,2 9,61 ... ... 25 25/6/2002 58 5.8 52,2 ... 22 1/4/2002 9,57 2.39 7,18 ... ... 24 12/4/2002 16,1 10.9 85,23 ... 27 1/5/2002 27,48 0 27,48 ... 32 16/7/2002 134,0 0 134,09 ... 35 6/9/2002 9,44 2,36 7,08 ... ... 18 8/7/2002 12,04 3,01 9,03 ... 20 5/8/2002 13,3 3,33 9,97 ... ... 28 12/4/2002 12,42 3.11 9,31 ... 30 15/5/2002 26,07 6.52 19,55 ... 32 27/6/2002 14,14 3,54 10,6 ... 36 24/10/2002 7,82 1,96 5,86 ... ... 31 1/4/2002 23,41 5.85 17,56 ... ... 24 29/3/2002 42.01 0 42,01 ... 30 28/6/2002 44,09 0 44,09 ... 34 7/8/2002 22,58 0 22,58 ... 36 1/10/2002 23,41 0 23,41 ... 39 21/10/2002 79,16 0 79,16 ... ... 16 28/3/2002 150,2 15 135,24 ... 22 13/5/2002 4,56 1,14 3,42 ... 26 19/6/2002 13,08 3.27 9,81 ... 30 25/4/2002 10,68 2.67 8,01 ... 34 17/5/2002 10,08 2.52 7,56 ... 36 10/9/2002 33,92 0 33,92 ... ... 19 21/3/2002 8,13 2.03 6,1 ... ... 22 19/4/2002 16,75 4,19 12,56 ... ... 25 15/5/2002 84,64 0 84,64 ... 31 16/7/2002 19,94 4,99 14,95 ... 35 279/2002 16,59 4,15 12,44 ... ... 13 12/4/2002 15,84 1,36 14,48 ... 15 19/4/2002 74,12 7,41 66,71 ... 20 26/6/2002 14,64 3,66 10,98 ... 23 19/8/2002 67,01 6,7 60,31 ... 26 90,18 0 90,18 ... ...9 28/3/2002 8,09 1,9 6,19 ...11 12/4/2002 9,19 2,3 6,89 ... 13 13/5/2002 9,91 2,36 7,55 ... 16 26/6/2002 17,69 4,42 13,27 ... 18 1/7/2002 8,09 2,02 6,07 ... 21 6/8/2002 10,65 2,66 7,99 ... 24 24/9/2002 8.35 2,09 6,26 ... ... 14 15/5/2002 87,18 8,72 78,46 ...19 30/8/2002 8,18 2,05 6,13 ... 22 13/8/2002 81.83 8,18 73,65 ...25 19/9/20,02 8,81 2,2 6,61 ... ... 42 9/4/2002 8,31 2,08 6,23 ... ... 44 15/4/2002 8.73 2,18 6,55 ... ... 36 14/8/2002 12,17 3.04 9,13 ... ... 6 1/7/2002 36,03 8.38 27,65 ... 8 13/8/2002 10,27 2.54 7,63 ... ... 7 4/7/2002 7,93 1.98 5,95 ... 9 22/8/2002 10.67 0 10,67 ... ... 9 14/8/2002 13.14 3.29 9,85 ...13 15/10/2002 9.25 2.31 6,94 ... ... 29 3/5/2002 16.45 4,11 12,34 ... 33 25/6/2002 4,58 1,15 3,43 ... 36 8/7/2002 16,87 4,22 12,65 ... 38 6/8/2002 12.8 3,2 9,6 ... 40 2/9/2002 9.4 2.35 7,05 ... 43 23/10/2002 8,95 0,96 7,99 ... ... 2 16/9/2002 12,03 3,01 9,02 ...6 18/10/2002 10,87 2,72 8,15 ... ...3 23/9/2002 48,59 12.2 36,44 ...5 17/10/2002 44,95 0 44,95 ... ... 2 21/8/2002 67,01 6,7 60,31 ... 4 10/9/2002 10,2 2,55 7,65 ... ... 39 17/5/2002 6,69 1,67 5,02 ... 41 22/7/2002 10,87 2,72 8,15 ...43 2/9/2002 22,75 5,69 17 ,06 ... ... 40 24/4/2002 7,47 1,87 5,6 ... ... 24 9/8/2002 128,1 12,8 115,33 ... ... 36 28/3/2002 16,4 4,1 12,3 ... 38 13/5/2002 8,37 2,09 6,28 ... 41 4/7/2002 14,37 3,59 10,78 ... ... 37 16/4/2002 6,83 1,71 5,12 ... 39 3/5/2002 23,41 5,85 17,56 41 19/6/2002 4,77 1,19 3,58 ...43 22/7/2002 12,18 2,84 9,74 ... 45 26/8/2002 12,63 3,16 9,47 ... ... 35 9/4/2002 10,6 2.65 7,95 ... ... 39 21/6/2002 11,72 2,93 8,79 ... 37 9/7/2002 19,6 4,9 14,7 ... ... 36 1/4/2002 79,38 7,94 71,44 ... 40 28/6/2002 4,73 1,18 3,55 ... ... 33 23/10/2002 73,14 7,31 65,83 ... ...40 18/4/2002 21,39 5,35 16,04 ... ... 41 29/4/2002 54,9 5,49 49,41 ... ... 35 2274/2002 12,89 3.22 9,67 ... ... 41 27/6/2002 24,93 6.23 18,7 ... 43 14/8/20Ρ2 5.48 1.37 4,11 ... ... 32 24/4/3002 8,82 2,21 6,61 ... ... 14 5/4/2002 49.43 0 49,43 ... ... 31 12/8/2002 22.53 0 22,58 ... 38 19/7/2002 13,04 3,2 9,78 ... ... 42 11/8/2002 20,82 2,0 18,74 ... ... 44 15/4/2002 6,43 1,6 4,82 ... ... 32 15/4/2002 6,08 1,52 4,56 ... ... 29 28/3/2002 71,56 0 71,56 ... 31 10/4/2002 15,16 3,79 11,37 ...43 23/8/2002 11,69 2,92 8,77 ...34 10/5/2002 9,92 0 9,92 39 6/8/2002 12,47 3,12 9,35 ... ... 39 10/4/2002 18,16 0 18,16 ... 41 10/5/2002 9,23 2,31 6,92 ...45 6/8/2002 5,69 1,42 4,27 ... ... 18 9/4/2002 5,91 1,48 4,43 21 9/5/2002 12,3 3,08 9,22 ... 24 19/6/2002 8,5 1,73 6,77 ... 27 16/7/2002 21,06 5.27 15,79 ... 29 20/8/2002 19,44 4,86 14,58 ... 33 25/9/2002 76,93 7,69 69,24 ... ... 44 19/4/2002 6,06 1,52 4,54 ... ... 5 29/8/2002 126,5 0 126,59 ... 8 7/8/2002 71,11 0 71,11 ...13 20/9/2002 127.0 0 127,07 ... ... 35 22/4/2002 12,19 3,05 9,14 ... ... 36 25/4/2002 17,23 4,31 12,92 ...40 2/4/2002 5,1 1,28 3,82 ...42 12/7/2002 6,81 1,7 5,11 ...45 11/9/2002 12,24 3,06 9,18 ... ... 35 1/3/2002 6,16 1,04 4,12 ...40 15/5/2002 5,8 1,45 4,35 ...44 13/8/2002 15,52 3,88 11,64 ... ... 19 1/3/2002 9,69 2,42 7,27 ... 25 14/9/2002 9,25 2,31 6,94 ... ... 40 19/4/2002 14.95 3,74 11,21 ... ... 42 6/9/2002 7,74 1.94 5,8 ... ... 20 1/5/2002 27,71 6,93 20,78 ... 25 26/6/2002 130.7 13,1 117,64 ... 27 8/7/2002 8,62 2,16 6,46 ... 31 20/9/2002 30,22 7,44 22,78 ... ... 41 28/6/2002 12,31 3,18 2,23 ... 45 7/8/2002 9,05 2,26 6,79 ... ... 36 17/10/2002 12,15 1,76 10,39 ... 38 31/10/2002 68,24 6,82 61,42 ... ... 31 21/6/2002 126,0 12,6 113,43 ... ... 8 2/7/2002 3,95 0,99 2,96 ...9 11/4/2002 5,91 1,48 4,43 Τις ανωτέρω συνταγές, συμπληρωμένες, ο 1ος κατηγορούμενος παρέδιδε στο συγκατηγορούμενό του-φαρμακοποιό, ο οποίος και υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Γ.Α. το λευκό στέλεχος αυτών (συνταγών) για πληρωμή, χωρίς βεβαίως να εκτελέσει τις συνταγές και να χορηγήσει φάρμακα που αναγράφονταν στις συνταγές, εισπράττοντας αχρεωστήτως τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα επί της αγοραστικής αξίας κάθε φαρμάκου και τα οποία ανέρχονται στην επίδικη περίπτωση στο συνολικό ποσό των 6.769,35 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό (πολιτικώς ενάγοντα). Ο 1ος κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε προέβη στις ανωτέρω ενέργειες, ότι πάντοτε συνταγογραφούσε αφού προηγουμένως εξέταζε τους ασθενείς-ασφαλισμένους και ότι οι όποιες αταξίες οφείλονται στο φόρτο εργασίας και στην τακτική του ιδίου, όπως και των λοιπών ιατρών του Κ.Υ...., να εξυπηρετεί τους ασφαλισμένους, οι οποίοι, λόγω ηλικίας ή σοβαρής ασθένειας, αδυνατούσαν να προσέλθουν οι ίδιοι για συνταγογράφηση των φαρμάκων που ελάμβαναν και να δέχεται να συνταγογραφεί ακόμη και όταν τα συνταγολόγια προσκόμιζαν συγγενείς των ασφαλισμένων. Πλην όμως, οι προεκτεθείσες παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου ιατρού δεν δικαιολογούνται από την τακτική αυτή, η οποία αντιβαίνει, άλλωστε, στις θεμελιώδεις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι οι δύο κατηγορούμενοι, σε αγαστή συνεργασία, επιδίδονταν στις παραπάνω παράνομες ενέργειες κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (από 1-3-2002/31-10-2002) -χωρίς να αποκλείεται να εκτείνεται η παράνομη δραστηριότητα τους και σε άλλα χρονικά διαστήματα, που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι του Ο.Γ.Α.- με συνέπεια την παραπλάνηση του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού (Ο.Γ.Α.), ο οποίος, πεισθείς ότι τα στις επίδικες συνταγές φαρμακευτικά σκευάσματα είχαν χορηγηθεί στους ασφαλισμένους, κατέβαλε αχρεωστήτως το παραπάνω ποσό στο δεύτερο κατηγορούμενο. Το πως διανεμόταν το ως άνω αθεμίτως εισπραχθέν ποσό μεταξύ τους δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι αρκεί ο σκοπός τους για τον πορισμό τούτου, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα. Δεν ασκεί, εξάλλου, έννομη συνέπεια ούτε επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, όπως αποτυπώνεται στην πλειοψηφούσα άποψη, σε ποίους (μη ασφαλισμένους ή άτομα που δεν προσκόμιζαν ασφαλιστικά βιβλιάρια ή αλλοδαπούς κλπ) οι κατηγορούμενοι διέθεσαν περαιτέρω τα φάρμακα που αναγράφονταν στις παραπάνω επιλήψιμες συνταγές, εισπράττοντας την αγοραστική τους αξία, καθόσον δεν προσδιορίστηκε το ύψος του αθέμιτου οφέλους από την εντεύθεν διάθεση των φαρμάκων αυτών και δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, για το έγκλημα της απάτης, αρκεί ο σκοπός πορισμού παράνομου οφέλους, έστω και αν δεν προσπόρισε τέτοιο ο δράστης. Αντίθετα, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι επίδικες συνταγές συνετάγησαν μόνον από τον 1° κατηγορούμενο, παρότι υπήρχαν και άλλοι ιατροί στο εν λόγω Κέντρο Υγείας με την ίδια ειδικότητα και φέρονται ότι εκτελέστηκαν από το 2°, παρότι στην περιοχή ... υπήρχαν πέντε (5) φαρμακεία. Από το διενεργηθέντα, άλλωστε, έλεγχο, δεν διαπιστώθηκαν άλλες επιλήψιμες συνταγογραφήσεις των άλλων ιατρών του Κ. Υ. ..., γεγονός, το οποίο καταρρίπτει τους παραπάνω υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Εξάλλου, από τα συνταγολόγια, από τα οποία αφαιρέθηκαν οι επίδικες συνταγές, εμφαίνεται ένας ασφαλισμένος να έχει εξετασθεί κανονικά από ιατρό (του Κέντρου Υγείας ή άλλον), ο οποίος και συνταγογράφησε φάρμακα για την πάθηση του, την επομένη δε ο ίδιος (ασφαλισμένος) φέρεται να έχει εξετασθεί από τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος και συνέταξε συνταγή με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα. Περαιτέρω, η παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων ενισχύεται από τα κάτωθι: α) στις παραπάνω (επίδικες) 281 συνταγές, ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε συμπληρώσει, ως όφειλε σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και όπως θα έπραττε αν είχε στη διάθεση του τα συνταγολόγια και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια, τα πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων επί των εντύπων των συνταγών, καθόσον ο αριθμός μητρώου των ασφαλισμένων, ο κωδικός μονάδας και το έτος γέννησης συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων από το 2° κατηγορούμενο (φαρμακοποιό), ο οποίος είχε στη διάθεση του τα σχετικά στοιχεία. Το γεγονός αυτό συνομολογούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι το απέδωσαν σε παράλειψη άνευ σημασίας, ο 1ος δε εξ αυτών σε συνήθη πρακτική του ίδιου, όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά το διενεργηθέντα έλεγχο από ελεγκτές του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (βλ. την ... έκθεση ελέγχου). Πλην όμως, από τον έλεγχο που έλαβε χώρα σε λευκά αποκόμματα συνταγών του έτους 2002 (πλην των επιδίκων), οι οποίες είχαν συνταγογραφηθεί από τον 1° κατηγορούμενο και είχαν υποβληθεί προς πληρωμή στον Ο.Γ.Α από το 2° καθώς και σε μπλε αποκόμματα συνταγών του πρώτου τριμήνου του έτους 2003, που βρέθηκαν στο Κ.Υ. ... και είχαν συνταγογραφηθεί επίσης από τον 1° κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι, σε αντίθεση με τις επίδικες συνταγές, ο εν λόγω ιατρός συμπλήρωνε πάντα στις συνταγές των ασφαλισμένων τα πέντε πρώτα ψηφία του αριθμού μητρώου τους. β)Σε εννέα (9) περιπτώσεις γράφηκαν ονόματα άλλου ατόμου και όχι του κατόχου του συνταγολογίου. Τούτο συνέβη: 1) στην 25/28-3-2002 συνταγή του .... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ...', 2) στη 12/27-6-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου του ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ...', 3) στη 17/27-6-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ...', 4) στη 41/22-7-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...', 5) στη 43/22-7-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ...', 6) στη 42/6-9-2002 συνταγή του ...συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...α', 7) στη 19/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ...η ανεγράφη το όνομα ...', 8) στην 26/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...' και 9) στην 35/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα '...'. γ)Σε έξι (6) περιπτώσεις, συνταγές με μεγαλύτερο αύξοντα αριθμό είχαν εκδοθεί και φέρονται να έχουν εκτελεστεί χρονικά ενωρίτερα από άλλες συνταγές με μικρότερο αύξοντα αριθμό και συγκεκριμένα: 1) οι 21/12-8-2002 και 23/9-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ..., 2) οι 17/10-9-2002 και 19/6-9-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ..., 3) οι 15/29-8-2002 και 19/26-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., 4) οι 19/30-8-2002 και 22/13-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., 5) οι 5/29-8-2002 και 8/7-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ... και 6) οι 37/9-7-2002 και 39/21-6-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης .... Τα παραπάνω δεν δικαιολογούνται από το γεγονός ότι πολλές φορές οι ασφαλισμένοι δίνουν στο γιατρό το συνταγολόγιο διπλωμένο, όπως ισχυρίστηκε ο 2ος κατηγορούμενος, καθόσον και σε μια τέτοια (υποθετική) περίπτωση, ο ιατρός που συνταγογραφεί ανοίγει το συνταγολόγιο για να προβεί στο στοιχειώδη έλεγχο των στοιχείων του ασφαλισμένου (ονοματεπώνυμο, αριθμό μητρώου κλπ) καθώς και των φαρμάκων που λαμβάνει, σε περιπτώσεις χρονιών νοσημάτων. δ) Κάθε ιατρείο του Κέντρου Υγείας ... τηρούσε Βιβλίο Κίνησης, στο οποίο κάθε ιατρός καταγράφει, κατά σειρά προσέλευσης, όλους τους ασθενείς που προσέρχονται για εξέταση ή συνταγογράφηση φαρμάκων, τη σχετική διάγνωση και τη ημερομηνία, ενώ συγχρόνως παρακρατεί το σχετικό στέλεχος των συνταγολογίων. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τους Επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ διαπιστώθηκε ότι το σχετικό βιβλίο στο ιατρείο του ως άνω κατηγορουμένου τηρούσαν, όχι αυτός, αλλά οι νοσηλεύτριες, στο γραφείο των οποίων βρέθηκε, οι οποίες δεν κατέγραφαν τους προσερχόμενους στο ιατρείο ασθενείς (ασφαλισμένους όλων των ασφαλιστικών ταμείων, ιδιώτες, αλλοδαπούς κλπ), αλλά, κατ' εντολήν του ιατρού, μόνον τα ονόματα των ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α. Τους τελευταίους μάλιστα καταχωρούσαν, εκ των υστέρων, από τα μπλε αποκόμματα του συνταγολογίου, τα οποία τοποθετούσε ο κατηγορούμενος σε ένα κουτί, με βάση την ημερομηνία έκδοσης των συνταγών. Από τον προαναφερθέντα έλεγχο μάλιστα διαπιστώθηκε, πλην των ανωτέρω, ότι από τις 281 επίδικες συνταγές, μόνον οι 46 είχαν καταχωρηθεί στο Βιβλίο Κίνησης του έτους 2002. Αντίθετα, είχαν καταχωρηθεί όλες οι κανονικές συνταγές του ίδιου έτους καθώς και αυτές του έτους 2003, που είχαν συνταγογραφηθεί από τον κατηγορούμενο ιατρό. (ε) Ευθύς ως ενημερώθηκε για το διενεργούμενο έλεγχο, ο 10ς κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, συγκρότησε την από 17-1-2003 τριμελή επιτροπή του Κέντρου Υγείας, η οποία προέβη στην καταστροφή των συνταγολογίων των ετών 1992-2002 (των μπλε αποκομμάτων των συνταγών), επικαλούμενος ότι αυτά αποτελούσαν εστία μόλυνσης. Στην εσπευσμένη αυτή ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, με το παραπάνω πρόσχημα, παρότι γνώριζε ότι διενεργείτο έρευνα και όφειλε, ως εκ τούτου να διαφυλάξει τα απαραίτητα έγγραφα μέχρι το τέλος αυτής, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά θα αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς του περί κανονικής συνταγογράφησης. Σκοπός του εν λόγω κατηγορουμένου ήταν να παρεμποδίσει τη διαπίστωση της παράνομης δραστηριότητας του, όπως αυτή προεξετέθη και (στ)οι ασφαλισμένοι, των ονόματα των οποίων είναι αναγεγραμμένα στις επίδικες συνταγές αρνούνται ότι εξετάσθηκαν από τον 1° κατηγορούμενο, τις επίδικες τουλάχιστον ημερομηνίες καθώς και ότι πάσχουν από τις αναγραφόμενες στις συνταγές ασθένειες ή ότι έλαβαν τα συγκεκριμένα φάρμακα. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, κατ' εφαρμογήν των προαναφερθεισών διατάξεων, με την 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του Ο.Γ.Α καταλογίστηκε στον πρώτο των κατηγορουμένων (Χ1) το ποσό των 6.769,35 ευρώ. Ύστερα από όσα προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε, κατά την άποψη που πλειοψήφησε, ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, τέλεσαν τα εγκλήματα, για τα οποία κατηγορούνται. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι: (α) ο 1ος κατηγορούμενος, ενεργώντας εξακολουθητικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 μέχρι τις 31-10-2002, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τέλεσε το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό πλημμελήματος και συγκεκριμένα ότι βεβαίωσε ψευδώς στις επίδικες συνταγές ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α., έπασχαν από τις σ' αυτές (συνταγές) αναγραφόμενες παθήσεις, συνταγογραφώντας και τα ενδεικνυόμενα φάρμακα, ενώ στην πραγματικότητα οι εν λόγω ασφαλισμένοι, οι οποίοι δεν γνώριζαν τις ενέργειες του εν λόγω κατηγορουμένου, δεν εξετάσθηκαν απ' αυτόν στις συγκεκριμένες ημερομηνίες, δεν έπασχαν από τα αναγραφόμενα νοσήματα και δεν παρέλαβαν τα αναγραφόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα. Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου και με την εντεύθεν συνδρομή του συγκατηγορουμένου του, ο οποίος υπέβαλε τις συνταγές στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Γ.Α., είχαν ως έννομη συνέπεια να πειστεί ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας ότι είχαν χορηγηθεί τα φάρμακα αυτά και να καταβάλει αχρεωστήτως το ποσό συμμετοχής του ασφαλισμένου επί της αγοραστικής αξίας κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος, που συνολικά ανέρχεται σε 6.769,35 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, (β) ο 2ος κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' εξακολούθηση κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εν γνώσει του παρείχε στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του άμεση συνδρομή κατά την υπ' αυτού τέλεση του προαναφερθέντος εγκλήματος και κατά τη διάρκεια τέλεσης του. Ειδικότερα, ότι αυτός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αφαίρεσε από 143 συνταγολόγια ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., οι οποίοι προσήρχοντο στο φαρμακείο του για την εκτέλεση κανονικών συνταγών, τις παραπάνω 281 συνολικά συνταγές, και δη και τα τρία στελέχη τούτων, τα οποία παρέδιδε στον συγκατηγορούμενό του ιατρό, ο οποίος και προέβαινε στη σύνταξη των παραπάνω ψευδών συνταγών και στη συνέχεια ο ίδιος υπέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Γ.Α τις συνταγές αυτές ως δήθεν εκτελεσθείσες υπ' αυτού, με συνέπεια ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας να καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά, όπως προαναφέρθηκε και (γ) αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τέλεσαν το έγκλημα της απάτης σε βάρος του προαναφερθέντος ασφαλιστικού φορέα, σε βαθμό πλημμελήματος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους, κατά πλειοψηφία, τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω πράξεων και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 β, 94, 242 παρ. 1, 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, ιατρός του ΕΣΥ, διευθυντής επί σειρά ετών του Κ.Υ. ..., σε συνεννόηση με τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ιδιοκτήτη φαρμακείου στην ανωτέρω πόλη, από πολλών ετών, αφού λάμβανε απ αυτόν και τα τρία ασυμπλήρωτα αντίτυπα (λευκό, μπλέ και κίτρινο) των συνταγών που είχε αφαιρέσει από τα συνταγολόγια ασφαλισμένων του ΟΓΑ, συνταγές των οποίων είχε εκτελέσει προηγουμένως, τα συμπλήρωνε, αναγράφοντας ότι δήθεν έπασχαν από τις αναγραφόμενες ασθένειες και ότι έπρεπε να τους χορηγηθούν τα φάρμακα που συνταγογραφούσε. Τις συνταγές δε αυτές συμπληρωμένες τις παρέδιδε στη συνέχεια στον φαρμακοποιό, προκειμένου, όπως είχαν συμφωνήσει, να τις υποβάλλει κάθε μήνα και δη στο πρώτο 10ήμερο αυτού και καθόλο το αναγραφόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση χρονικό διάστημα, στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΓΑ, παριστάνοντας έτσι ψευδώς στους υπαλλήλους αυτής, τα ονόματα των οποίων δεν ήταν αναγκαίο, αλλά ούτε και δυνατόν, να προσδιορίζονται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της, ότι είχε χορηγήσει στους ασφαλισμένους τα φάρμακα που αναγράφονταν στις συνταγές, οι οποίες παρατίθενται αναλυτικά, κατά ημερομηνία, αύξοντα αριθμό, ασφαλισμένο, αξία φαρμάκων, στην απόφαση και έτσι τους έπειθε να του καταβάλουν την αξία τους, η οποία ανήλθε, για όλο το χρονικό διάστημα που εξακολουθητικά συνέχισαν οι αναιρεσείοντες την συντονισμένη παράνομη δραστηριότητά τους, στο ποσό των 6.769,35 €, το οποίο θα ήταν πολύ μεγαλύτερο αν δεν διενεργούταν ο έλεγχος που κατέληξε στην αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας τους, ποσό, κατά το οποίο και ζημίωσαν την περιουσία του οργανισμού, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο περιουσιακό όφελος και όχι με εκείνο που θα απέμενε μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του ασφαλισμένου από 25%, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσείων. Τούτο δε διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι ασφαλισμένοι τελούσαν σε άγνοια της δραστηριότητας αυτής των αναιρεσειόντων, ο δε εξ αυτών φαρμακοποιός, ουδέποτε είχε χορηγήσει τα συνταγογραφούμενα φάρμακα και έτσι σε συνεννόηση με τον συναυτουργό του γιατρό, δεύτερο αναιρεσείοντα, οφελήθηκαν παρανόμως ολόκληρη την αξία τους και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει η απόφαση κατά ποιο ποσοστό διαμοιράσθηκαν τα χρήματα αυτά μεταξύ τους και ποιο ποσό καρπώθηκε ο καθένας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσείων-γιατρός, αφού, όπως λέχθηκε, τούτο δεν αποτελεί στοιχείο του εν λόγω εγκλήματος, που μπορεί να τελεσθεί και όταν δεν επιτεύχθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος. Η προσβαλλομένη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, παραθέτει την ανωτέρω σειρά επιχειρημάτων, τα οποία συνήγαγε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σκεπτικό της, προέκυψαν δε από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ είδος αναφέρει, στο προοίμιό της και επιστηρίζουν την καταδικαστική κρίση της, δίνοντας έτσι απάντηση στα ερωτήματα που θέτει ο πρώτος αναιρεσείων, κατά τρόπο όμως που πλήττει, απαραδέκτως, κατά ανωτέρω, την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ορθώς δε η προσβαλλομένη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δέχθηκε ότι οι επίμαχες συνταγές των ασφαλισμένων, που παρατίθενται αναλυτικώς στο σκεπτικό και διατακτικό της, αποτελούν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 242 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο και ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να αιτιολογείται ειδικώς το ζήτημα αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο δεύτερος αναιρεσείων, αφού αποδεικνύουν, έναντι τρίτων, όπως είναι και οι φαρμακοποιοί και όχι μόνον μεταξύ των υπηρεσιών παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ΟΓΑ και των οποιωνδήποτε ασφαλιστικών φορέων, για να αποτελούν έγγραφα προοριζόμενα για εσωτερική μόνον κυκλοφορία, ότι ο ασθενής εξετάσθηκε από τον εκδίδοντα αυτές θεράποντα ιατρό, βρέθηκε να πάσχει από το αναφερόμενο νόσημα, για την θεραπεία του οποίου απαιτούνται τα φάρμακα, που συνταγογράφησε ο τελευταίος, καθορίζοντας και τη δοσολογία χορηγήσεως τους, τα οποία και στη συνέχεια, με βάση και μόνον τα στοιχεία αυτά, χορηγεί ο φαρμακοποιός, συμμορφούμενος πλήρως προς το περιεχόμενό της. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο δεύτερος αναιρεσείων-φαρμακοποιός παρείχε συνδρομή στον πρώτο απ αυτούς, άνευ της οποίας, όπως γνώριζε, δεν θα μπορούσε να τελεσθεί απ αυτόν η πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην απόφαση, συνιστάμενη στο ότι του παρέδιδε, κατ επανάληψη, τα μη συμπληρωμένα τρία αντίτυπα, που είχε αφαιρέσει από τα συνταγολόγια που του προσκόμιζαν οι ασφαλισμένοι για να εκτελέσει κανονικές συνταγές, προκειμένου αυτός να τα συμπληρώνει κατά τον εκτιθέμενο στο σκεπτικό τρόπο, στην συνέχεια δε, όταν του τα παρέδιδε συμπληρωμένα ο τελευταίος, αυτός συμπλήρωνε τα ελλείποντα στοιχεία του αριθμού μητρώου του ασφαλισμένου, τα οποία δεν ήταν σε θέση να αναγράψει ο ιατρός, αφού οι συνταγές δεν συνοδεύονταν από τα βιβλιάρια ασθενείας των ασφαλισμένων, στοιχείο που ήταν απαραίτητο, προκειμένου να μπορέσει στη συνέχεια να τις υποβάλλει, μεταξύ των λοιπών κανονικών συνταγών που είχε εκτελέσει, περιοδικώς, κατά μήνα και δη στο πρώτο 10ημερο του επομένου μηνός, στην αρμοδία προς πληρωμή της αξίας των φαρμάκων υπηρεσία του ΟΓΑ.
Συνεπώς η ανωτέρω συνδρομή του παρασχέθηκε, όχι μόνον πριν την τέλεση της πράξεως, αλλά και κατά την τέλεσή της, σε τρόπο ώστε να συνιστά άμεση, κατά την ανωτέρω έννοια, συνέργεια στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης του πρώτου αναιρεσείοντος και όχι απλή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός. Ούτε περαιτέρω, όσον αφορά το αδίκημα της από κοινού απάτης, ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύονται οι κατ ιδίαν πράξεις στις οποίες προέβησαν οι συναυτουργοί-αναιρεσείοντες προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, αλλ αρκεί η αναφορά ότι ενήργησαν με κοινό δόλο. Ούτε απαιτούνταν να αναφέρεται το φυσικό πρόσωπο του ΟΓΑ προς το οποίο γινόταν, κάθε φορά και δη το πρώτο 10ημερο κάθε μήνα, που υποβάλλονταν, στο χρονικό διάστημα από 1/5-31/10/2002, οι καταστάσεις με τις συνταγές που είχαν εκτελεσθεί τον προηγούμενο μήνα, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι επίμαχες, οι ψευδείς παραστάσεις περί κανονικότητας των συνταγών αυτών και περί χορηγήσεως των αναγραφομένων φαρμάκων, στους αντίστοιχους ασφαλισμένους, δικαιούχους των συνταγολογίων, από τα οποία είχαν αφαιρεθεί τα ασυμπλήρωτα φύλλα, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις λανθασμένης αναγραφής των στοιχείων του ''ασθενούς'', με αποτέλεσμα να εμφανισθούν ως ''ασθενείς'' διαφορετικά πρόσωπα των δικαιούχων των συνταγολογίων, κατόπιν των οποίων (ψευδών παραστάσεων) παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι και του κατέβαλαν την αξία κάθε συνταγής, όπως αυτή προσδιορίζεται στους αναλυτικούς πίνακες που παρατίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 6.769,35 €. Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι οι ψευδείς αυτές παραστάσεις έγιναν προς την αρμοδία για την καταβολή της αξίας των συνταγών υπηρεσία του ΟΓΑ, και δεν απαιτούνταν ούτε ήταν δυνατός ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που παραλάμβανε κάθε φορά τις οικείες καταστάσεις με τις εκτελεσθείσες, κατά τη διάρκεια του μήνα συνταγές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι επίμαχες, που αποτελούν το αντικείμενο του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του δεύτερου αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος. Αβασίμως επίσης ισχυρίζεται ο αυτός αναιρεσείων ότι, κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1 και 98 ΠΚ, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ εξακολούθηση. Τούτο δε διότι, από τις παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρξε παράσταση ψευδών γεγονότων και πρόκληση εξ αυτής πλάνης στους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΓΑ, άπαξ, συνεπεία της οποίας προέβησαν σε περισσότερες περιουσιακές διαθέσεις, που προκάλεσαν την ανωτέρω συνολική περιουσιακή ζημία στον Οργανισμό και την αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια των αναιρεσειόντων, αλλά πλείονες ψευδείς παραστάσεις του ανωτέρω περιεχομένου και δη στο πρώτο 10ημερο κάθε μήνα όταν, κατά την Υ.Α. 400/326/1983, όπως ισχύει, υποβάλλονταν, όπως λέχθηκε, κατόπιν συνεννοήσεως και κοινής αποφάσεως, από τον δεύτερο αναιρεσείοντα-φαρμακοποιό, οι καταστάσεις των συνταγών που είχαν εκτελεσθεί τον προηγούμενο μήνα, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι επίμαχες, κατόπιν των οποίων (ψευδών παραστάσεων) και παραπλανήθηκαν οι εν λόγω υπάλληλοι και κατέβαλαν την αξία των φαρμάκων που είχε συνταγογραφήσει, τελώντας την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, ο πρώτος αναιρεσείων - ιατρός, προκαλώντας κατά τον τρόπο αυτό, ισόποση περιουσιακή ζημία στον ΟΓΑ, η οποία ανήλθε για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εξακολουθητικά προέβησαν οι αναιρεσείοντες στις του ανωτέρω περιεχομένου και με τον ως άνω τρόπο, ψευδείς παραστάσεις, στο προαναφερθέν ποσό, συνολικά.
Συνεπώς ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ. 1 και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Από τις παραδοχές αυτές της αποφάσεως προκύπτουν οι συγκεκριμένοι χρόνοι τελέσεως, τόσον της πράξεως της κατ εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως από τον πρώτο αναιρεσείοντα, όσον και της υλοποιηθείσης με τους προαναφερθέντες τρόπους, άμεσης συνέργειας σ αυτήν από τον δεύτερο, αλλά και της πράξεως της κατ εξακολούθηση απάτης που τελέσθηκε από κοινού από τους αναιρεσείοντες, τα δεν υποστηριζόμενα περί του αντιθέτου από τον δεύτερο αναιρεσείοντα τυγχάνουν αβάσιμα. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ.1 Δ'και Ε' πρώτος έως και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως (δηλώσεως) του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά και οι 1ος έως και 5ος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως (δηλώσεως) του δευτέρου αναιρεσείοντος, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.


ΙΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί τούτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και αν δεν πράξει τούτο και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επί του εκκληθέντος αυτού κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε ορισμένως και παραδεκτώς στο πρωτόδικο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό λόγο της εφέσεως, διότι αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν με το από 20-12-2006 κλητήριο θέσπισμα ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κειου Πρέβεζας για να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω πράξεων. Η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση κατά την δικάσιμο της 19-11-2007 μετά από αναβολή κατά την αρχική δικάσιμο της 22-2-2007. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο ο δεύτερος αναιρεσείων υπέβαλε, μέσω των συνηγόρων του, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, για λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην μη ακριβή περιγραφή των πράξεων ως υπαίτιοι των οποίων παραπέμπονταν για να δικασθούν αυτός και ο συγκατηγορούμενος του (321 παρ. 1 δ ΚΠΔ), την οποία και ανέπτυξαν προφορικά. Ειδικότερα οι συνήγοροί του επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση της ενστάσεως του, τα ακόλουθα, που δόθηκαν και εγγράφως και καταχωρήθηκαν αυτούσια στα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου: "Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΙΔΟΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑΣ Σ' ΑΥΤΗ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 321 περ. δ του Κ.Π.Δ. το κλητήριο θέσπισμα θα πρέπει να αναφέρει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άνω άρθρου επιβάλλεται, με ποινή ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, να υπάρχει ο ακριβής καθορισμός της πράξης, δηλαδή ακριβής καθορισμός όλων των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Για το λόγο αυτό είναι άκυρο το κλητήριο θέσπισμα όταν από τις περισσότερες πράξεις ενός εγκλήματος περιγράφονται ενδεικτικά μόνο ορισμένες (ad hoc Α.Π. 1496/1990, Ποιν.Χρον. 1991,661).
Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται μεταξύ άλλων, βεβαίωση στο έγγραφο ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ήτοι να αποδεικνύει την παραγωγή, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσης.
Εν προκειμένω και αναφορικά με την αποδιδόμενη κατηγορία της ψευδούς βεβαίωσης στον συγκατηγορούμενό μου Χ1, στην οποία φέρομαι ως άμεσος συνεργός, το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα, με βάση όσα προαναφέρονται, δεν προβαίνει σε πλήρη και ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, καθόσον ενώ γίνεται λόγος ότι, το σύνολο των συνταγών, στις οποίες βεβαιώνονται ψευδή γεγονότα αριθμεί στις διακόσιες ογδόντα μία (281), δεν εκτίθεται ειδικά και ορισμένα ποιο είναι το ψευδές γεγονός το οποίο βεβαιώνεται σε κάθε μία από αυτές (τις συνταγές) και ποια η ειδικότερη έννομη συνέπεια του γεγονότος αυτού. Αντιθέτως, στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα γενικά και αόριστα αναφέρεται ότι αφαίρεσα και παρέδωσα 281 συνταγές στον συγκατηγορούμενό μου επί των οποίων αυτός:
α) ανέγραφε σε συνταγές παθήσεις από τις οποίες δεν έπασχαν οι ασθενείς, παραπέμποντας σε ένα πίνακα που αφορά μόνο 12 ασθενείς και 87 συνταγές, εκ των οποίων μόνο οι τριάντα εννέα (39) φέρονται ως αφαιρεθείσες!! β) ανέγραφε σε αυτές φάρμακα για άλλο ασθενή από τον δικαιούχο του συνταγολογίου παραθέτοντας πίνακα 9 ασθενών και συνταγών !! γ) συνταγογραφούσε συνταγές με μεγαλύτερο αύξοντα αριθμό παραθέτοντας πίνακα με 6 ασθενείς και 11 συνταγές! ήτοι γίνεται μία εντελώς ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ, συνοπτική και περιληπτική αναφορά σε 107 συνολικά συνταγές παραλείποντας να αναφέρει έστω και ενδεικτικά ποιο είναι το ψευδές γεγονός στκ υπόλοιπες 174 συνταγές, δεδομένου ότι η κατηγορία αφορά 281 συνταγές!! Δεδομένου δε ότι η κατηγορία αφορά προφανώς μόνο τις 39 συνταγές, που φέρονται ως αφαιρεθείσες (όχι τι χαρακτηριζόμενες ως κανονικές) λείπει από τις "αφαιρεθείσες" το χορηγηθέν φάρμακο και η αξία αυτού, στοιχείο απαραίτητο για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως αλλά και της απάτης, όπως εκτίθεται κατωτερω(υπο Β).
Σε επίρρωση μάλιστα των ανωτέρω, στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα γίνεται "χαρακτηριστικά" παραπομπή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ( 10 ασθενείς και 50 συνταγές), στις οποίες αναφέρονται και πάλι όχι με κάθε λεπτομέρεια, τα δήθεν ψευδή βεβαιούμενα γεγονότα, σε αντιπαραβολή με τα δήθεν αληθή ήτοι: "α) της ..., με αριθμ. ..., αριθμ. συνταγολογίου ..., στις, με αρθ. 3 και 5 συνταγές, φέρεται να συνταγογραφήθηκε αντιγριπικό εμβόλιο vaxigrip του 1 mg, ... των 30 mg procef των 500 mg, ενώ η ίδια ουδέποτε είχε κάνει αντιγριπικό; εμβόλιο ούτε έλαβε ποτέ τα φάρμακα αυτά, απλά είχε εξεταστεί μόνο μια φορά τον Οκτώβριο του ..., συνταγογραφήθηκε η με α/α 8 και έλαβε τα φάρμακα που αυτή αναγράφει, β) ... με Α.Μ. ...,-. αριθμ. συνταγολογίου ..., από το οποίο έλειπαν τρεις συνταγές οι με α.α 2, 6, 8, ο ίδιος δε δεν έλαβε ποτέ τα φάρμακα που αυτές αναγράφουν, γ) ..., με Α. Μ 39031/81, αριθ. συνταγολογίου ..., από το οποίο έλειπαν οι με α.α 6, 8, 15 και 18 συνταγές, στην δε 18 που αναφέρονται τα φάρμακα ... των 150 mg και .... η ίδια ή άλλος με εντολή της, δεν έλαβε ποτέ τα φάρμακα αυτά, δ) ..., με Α. Μ 39040/89, με αριθ. συνταγολογίου 27842, από το οποίο έλειπαν οι με α.α 2, 6, 8, 12, -19, 22, 26, 29, 33, 34 και 36 συνταγές, στην δε 36 συνταγή που περιείχε τα φάρμακα ... των 500 mg, αυτή δεν εξετάστηκε ποτέ ούτε πήρε τα εν λόγω φάρμακα, ε) Οι ..., οι οποίος δεν έπασχαν από τις ασθένειες που αναγράφονταν στις συνταγές, ούτε ποτέ πήραν τα αναγραφόμενα σ' αυτές φάρμακα" .
Εν προκειμένω λοιπόν προκύπτει ότι στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα γίνεται αναφορά - όχι ακριβής καθορισμός της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης( π.χ. λείπει η αξία του φαρμάκου που χορηγήθηκε)- μόνο σε δέκα (10) ασθενείς, επί συνόλου ογδόντα εννέα (89), στους οποίους αντιστοιχούν πενήντα (50) συνταγές επί συνόλου διακοσίων ογδόντα ενός (281) και συνεπώς για το λόγο αυτό κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβαση της διάταξης του άρθρου 321 περ.δ, 2. Περαιτέρω, πλημμέλεια του κλητήριου θεσπίσματος ως προς τον ακριβή καθορισμό της ημέρας ή και ώρας τελέσεως των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, συνιστά σχετική ακυρότητα καλυπτόμενη εάν δεν προταθεί υπό του έχοντος συμφέρον διάδικου μέχρι επί της κατηγορίας οριστικής σε τελευταίο βαθμό απόφασης (Α.Π. 1056/1976, Ποιν.Χρον. .1977,358, Α.Π. 228/1976, Ποιν Χρον. 1976,665).
Εν προκειμένω, και όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σε μένα άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση του πρώτου συγκατηγορούμενού μου, το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα αναφέρει: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος, τους υπό στοιχείο σ' ειδικότερους επιμέρους χρόνους, εκ προθέσεως κατ' εξακολούθηση παρείχε άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της παραπάνω υπό στοιχείο επιμέρους (α) πράξεως του που αυτός τέλεσε. Συγκεκριμένα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, οι ασφαλισμένοι του ΟΓΑ στην περιοχή του δήμου ..., που έπασχαν από χρόνια/νοσήματα (πίεση -υπέρταση-υπόταση-, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση, άσθμα, χρόνια βρογχίτιδα, αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργίες κλπ), επισκέπτονταν κατά τακτικά διαστήματα τους ιατρούς του Κ.Υ ..., μετά από την προβλεπόμενη εξέταση τους, οι θεράποντες ιατροί τους συνταγογραφούσαν τα ανάλογα φάρμακα. Για την εκτέλεση των συνταγών αυτών, οι ασφαλισμένοι μετέβαιναν στο φαρμακείο του εν λόγω κατηγορουμένου, ο οποίος τους έδινε τα φάρμακα που οι συνταγές ανέγραφαν στα συνταγολόγια που του προσκόμιζαν, αλλά αφαιρούσε την επόμενη ή τις επόμενες κατ' αύξοντα αριθυό συνταγές (τρία στελέχη το λευκό που κρατάει ο φαρμακοποιός, το μπλε που κρατά ο συνταγογράφος: ιατρός και το, κίτρινο πού παραμένει στο συνταγολόγιο). Τα στελέχη των συνταγών αυτών που είχε αφαιρέσει, παρέδιδε την επόμενη ή τις επόμενες ημέρες στον 1° κατηγορούμενο ιατρό Χ1, ο οποίος πάντοτε εκτός του Κ. Υ, προέβαινε στην σύνταξη των ανωτέρω υπό στοιχείο Α' συνταγών με τα ψευδή περιστατικά που αυτές περιέχουν (ασθένειες, φάρμακα, δικαιούχους κλπ). Στην συνέχεια δε, ο 10ς κατηγορούμενος παρέδιδε τις συνταγές αυτές στον 2° κατηγορούμενο φαρμακοποιό, ο οποίος τις συμπεριλάμβανε στους λογαριασμούς του για να εισπράξει τα αντίστοιχα ποσά από τον ΟΓΑ, παρότι οι ασφαλισμένοι δεν έπαιρναν από το φαρμακείο του τα αναγραφόμενα φάρμακα, όπως ειδικότερα προκύπτει από τον άνω υπό στοιχ Α' σχετικό πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα ονόματα των ασφαλισμένων, ο αριθμός του συνταγολογίου, ο αύξων αριθμός της συνταγής, η ημερομηνία έκδοσης, η αξία της συνταγής (η συνολική, η συμμετοχή, το πληρωτέο ποσό). Τα αναγραφόμενα αυτά ποσά (συνολικά 6.769,35 Ευρώ) εισέπραττε αχρεωστήτως ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ από τις ενέργειες αυτές των ανωτέρω, ζημιώνονταν αντίστοιχα ο ασφαλιστικός οργανισμός (Ο.Γ.Α)".
Έτσι όμως, το κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα, καθόσον νια τον χρονικό προσδιορισμό της δήθεν πράξης τη< άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση (κατηγορία την οποία ρητά και κατηγορηματικά αρνούμαι), παραπέμπει στον πίνακα με τις ... συνταγές που αφορά το χρονικό διάστημα 01.03.2002 - 31.10.2002. Πλην όμως, τον εν λόγω χρονικό διάστημα, αναφέρεται αποκλειστικά στην ημερομηνία συντάξεως των συνταγών από τον πρώτο κατηγορούμενο και όχι στον χρόνο α) της δήθεν αφαιρέσεως εκάστου τριπλότυπου συνταγών από τα συνταγολόγια και β) της δήθεν παραδόσεως τους στον α' κατηγορούμενο που συνιστούν δήθεν την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση.
Συνεπώς, με βάση τα προεκτεθέντα δεν αναφέρεται στο κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα ο χρόνος τέλεσης της δήθεν άνω πράξης και συνεπώς αυτό (το κλητήριο θέσπισμα) θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβασης του άρθρου 321 περ. δ του Κ.Π.Δ.
Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΙΔΟΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ 1. Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων η ρητή παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και η πρόκληση πλάνης στον πλανώμενο. Ειδικότερα, όσον αφορά την πλάνη, αυτή πρόκειται για διεργασία που εκδηλώνεται στο εξωτερικό κόσμο με την αντίδραση του πλανώμενου. Χωρίς τέτοια εξωτερίκευση, χωρίς να υπάρχει κάποια ελάχιστη νοητική επικοινωνία μεταξύ δράστη και διαθέτοντος με την οποία προκαλείται στη συνέχεια αιτιωδώς η πλανημένη εντύπωση στο πρόσωπο του τελευταίου, δεν υπάρχει πλάνη (βλ. Α.Π.462/1997, Ποιν.Χρον 1998,63, Πλημμ.Χιου12/2006, Ποιν.Δνη 2006,1253, ΔΣΤΡ. Θεσσ 262/2001, Ποιν.Δνη 2001/609, Μυλωνόπουλος Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, 2001, σελ. 457 εττ.).
Ως χρόνος τέλεσης της απάτης είναι ο χρόνος της παραστάσεως των ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης όφειλε να ανακοινώσει τα αληθινά γεγονότα αλλά αθέμιτα απέκρυψε αυτά δηλ, ο χρόνος ολοκλήρωσης της απατηλής συμπεριφοράς (Α.Π. 806/1994 Ποιν.Χρον. ΜΔ 783), ενώ τόπος τέλεσης είναι αυτός στον οποίο έλαβε χώρα η ψευδής παράσταση γεγονότων όσο και αυτός στον οποίο επήλθε η παραπλάνηση ή η περιουσιακή διάθεση ή η ζημιά του παθόντος (Α.Π. 1080/1995 Ποιν.Χρον. ΜΣΤ', 203). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 της Υ.Α 400/326/1983, όπως αυτή ισχύει, "οι συμβεβλημένοι φαρμακοποιοί υποβάλλουν είτε απευθείας, είτε μέσω των φαρμακευτικών συλλόγων στις κατά τόπο αρμόδιες Υπηρεσίες Υγιεινής, το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα τις συνταγές, τις οποίες έχουν εκτελέσει τον αμέσως προηγούμενο μήνα μαζί με συγκεντρωτική κατάσταση του λογαριασμού σε δυο (2) αντίγραφα, για την εκκαθάριση και απόδοση της δαπάνης των φαρμάκων. Ο τύπος της καταστάσεως αυτής ορίζεται με αποφάσεις του Διοικητού του Ο.Γ.Α. Οι λογαριασμοί των φαρμακείων δεν δύνανται να αφορούν μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα του ενός μηνός. Το ένα αντίγραφο από τα δύο της συγκεντρωτικής καταστάσεως του λογαριασμού του μηνός επιστρέφεται από την Υπηρεσία Υγιεινής στον φαρμακοποιό, αφού βεβαιωθεί σ' αυτήν, μετά από πρόχειρο λογιστικό έλεγχο, ότι πράγματι το φαρμακείο κατέθεσε για εκκαθάριση κ.λ.π. τις συνταγές που γράφονται στη κατάσταση αυτή. Η επιστροφή της καταστάσεως στον φαρμακοποιό γίνεται την ημέρα της καταθέσεως του λογαριασμού του μηνός στην Υπηρεσία Υγιεινής. Το αντίγραφο της καταστάσεως που επιστρέφεται στο φαρμακοποιό αποστέλλεται από τον ίδιο στη Διοίκηση του Ο.Γ.Α. Με βάση την κατάσταση αυτή καταβάλλεται στο φαρμακείο προκαταβολή με πράξη του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Φαρμακευτικής περιθάλψεως της Διοικήσεως του Ο.Γ.Α. Η προκαταβολή ορίζεται στο 95% του ποσού που οφείλεται στον φαρμακοποιό με βάση τα στοιχεία που υπέβαλε αυτός και μετά από τον πρόχειρο λογιστικό έλεγχο που γίνεται στις Υπηρεσίες Υγιεινής. Η προκαταβολή καταβάλλεται μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που το αντίγραφο του λογαριασμού φαρμάκων θα περιέλθει στη Διοίκηση του ΟΓΑ.....".
2.
Εν προκειμένω με το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα η κατηγορία εισάγεται ως εξής: Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιο σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, ο πρώτος ιατρός, δντής του Κ. Υ ..., ο 2ος φαρμακοποιός στο ...ι, συντάσσοντας ο 1ος τις 281 συνταγές και βεβαιώνοντας σ' αυτές ψευδή περιστατικά καθ' ο τρόπο αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο Α', τις οποίες στη συνέχεια παρέδιδε στον 2° φαρμακοποιό, ο οποίος τις περιελάμβανε στους μηνιαίους λογαριασμούς του φαρμακείου, του, παρίσταναν κάθε φορά ψευδώς στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), ότι οι συνταγές αυτές είχαν εκδοθεί νόμιμα για τους αναγραφόμενους δικαιούχους, για τις αιτίες που αυτές ανέγραφαν, ότι παραδόθηκαν τα φάρμακα που σ' αυτές αναγράφονταν, έπρεπε δε να καταβληθούν εκ μέρος του οργανισμού τα αναλογούντα ποσά που περιγράφονται στον τελευταίο υπό στοιχείο Α' πίνακα. Μ' αυτό τον τρόπο έπειθαν τον οργανισμό να καταβάλει τα αναγραφόμενα ποσά αυτά, ενώ εάν γνώριζε πως αυτά ήταν αναληθή και δη ότι οι ασφαλισμένοι δεν είχαν εξετάστηκαν τις αναγραφόμενες στις συνταγές ημερομηνίες, δεν έπασχαν από τα αναγραφόμενα νοσήματα, ούτε ποτέ πήραν τα αναγραφόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα, δεν θα κατέλαβε κάθε φορά τα αναγραφόμενα ποσά. Από τις πράξεις δε αυτές ο οργανισμός απώλεσε τουλάχιστον τα αναγραφόμενα στην κατάσταση, ποσά (συνολικά περίπου το ποσό των 6.769,35 Ευρώ), με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος αυτών."Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημάνουμε ότι και εδώ δεν προκύπτει σε τι συνίσταται η "παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών" και ειδικότερα ποια είναι τα ψευδή γεγονότα για κάθε μία ειδικότερη πράξη. Η παραπομπή στο κλητήριο θέσπισμα στην πρώτη κατηγορία για τη στοιχειοθέτηση της δεύτερης "...υπό ψευδή περιστατικά καθ' ο τρόπο αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο Α.." βεβαίως δεν θεραπεύει την αοριστία και τούτο για τους λόγους που επισημαίνονται ανωτέρω (υπό Α), στους οποίους και αναφέρομαι προς αποφυγή επαναλήψεων. ( ’ραγε σε ποιες συνταγές αναφέρεται η αποδιδόμενη κατηγορία; Ποια συγκεκριμένα φάρμακα παραδόθηκαν στους ασφαλισμένους; Ποια η αξία κάθε φαρμάκου;) Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην μείζονα σκέψη του παρόντος, δεν υφίσταται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής χρονικός και τοπικός καθορισμός της πράξης της απάτης αφού σε κανένα σημείο του δεν αναφέρεται ούτε εμμέσως ο χρόνος και ο τόπος που έλαβαν χώρα οι περιγραφόμενες πράξεις, αλλά μόνο ο τρόπος.
Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται πότε εξωτερικεύτηκε χρονικά η πράξη της παραπλάνησης. Έτσι, εάν ήθελε υποτεθεί (πράγμα που κατηγορηματικά αρνούμαι) ότι εγώ πράγματι είχα δόλο να παραπλανήσω τον Ο.Γ.Α. και να αποκομίσω παράνομο περιουσιακό όφελος, τότε η πράξη εξαπάτησης θα συνέπιπτε χρονικά με την αποστολή κάθε φορά των συνταγών και της συγκεντρωτικής κατάστασης στις κατά τόπον αρμόδιες Υπηρεσίες Υγιεινής ή έστω κατά τον χρόνο επιστροφής του αντιγράφου της άνω κατάστασης σε εμένα. Πλην όμως, το κρινόμενο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρει α) τον χρόνο κατά τον οποίο απέστελλα τις συνταγές και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις ή τουλάχιστον ελάμβανα, κατά τα ανωτέρω, το αντίγραφο των καταστάσεων, προκείμενου να υπάρχει η δυνατότητα χρονικού υπολογισμού για την έναρξη της παραγραφής της πράξης, Περαιτέρω όμως το κλητήριο θέσπισμα πάσχει ακυρότητας καθόσον δεν αναφέρει τον τόπο τέλεσης της πράξης, η οποία σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, έλαβε χώρα, έστω και υπό τη μορφή της απόπειρας, ενώπιον της κατά τόπον αρμόδιας Υπηρεσίας Υγιεινής, στην οποία απεστάλησαν οι συνταγές και οι συγκεντρωτικές καταστάσεις.
Εν όψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, αναμφίβολα δεν πληρούται η προϋπόθεση της περ. δ του άρθρου 321 του Κ.Π.Δ. και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να κηρύξει την ακυρότητα του κλητηρίου Θεσπίσματος (αρ.321 παρ.4 του Κ.Π.Δ.)>>.
Το δικαστήριο με την 718/2007 απόφαση απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη και στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό εκθέσεως 73/15-11-2007 έφεση, στην οποία περιέλαβε και εκτενή λόγο με τον οποίο, επανέλαβε τους λόγους ακυρότητας που αποτελούσαν περιεχόμενο του αυτοτελούς ισχυρισμού (ενστάσεως ακυρότητας), και παραπονέθηκε διότι το πρωτόδικο δικαστήριο, παρά τον νόμο, απέρριψε την ένστασή του. Το 3μελές εφετείο, που δίκασε κατ έφεση και εξέδωσε την αναιρεσειβαλλομένη απόφαση, κήρυξε και πάλι ενόχους τους κατηγορούμενους, χωρίς να εξετάσει τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, που δεν αναπτύχθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος και δεν επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό (ένσταση) στο, κατά τα ανωτέρω, προσήκον διαδικαστικό σημείο, ούτε συμπλήρωσε ή διευκρίνισε το περιεχόμενο του σχετικού λόγου της εφέσεως, που, όπως λέχθηκε, αποτελούσε στην ουσία και το περιεχόμενο του αυτοτελούς ισχυρισμού. Σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω ο με το ως άνω περιεχόμενο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσείοντος τύγχανε απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της ανακριβούς περιγραφής των πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκαν αυτός και ο συγκατηγορούμενος του, προβλήθηκαν αρνητικοί των κατηγοριών που τους βάρυναν, όπως περιγράφονταν στο κατηγορητήριο, ισχυρισμοί, τόσον ως προς τον χρόνο και τόπο τελέσεως των πράξεων που τους αποδίδονταν, όσον και ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αυτών, οι οποίοι αποτελούν στην ουσία άρνηση της βασιμότητάς τους, επί των οποίων ισχυρισμών θα απαντούσε το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων, όπως και έκανε. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το ότι η παράλειψη μνείας των στοιχείων αυτών, αν δεν συνάπτεται με την αρμοδιότητα ή την παραγραφή ή δεν προκαλεί σύγχυση με τις άλλες κατηγορίες και κάτι τέτοιο δεν επικαλέσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, ή η αναφορά λανθασμένου χρόνου τέλεσης της πράξης, ως και η ουσιαστική ανακρίβεια της περιγραφής της πράξης, που θα κριθεί από το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, δεν ασκούν έννομη επιρροή στο κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος. Το πρωτόδικο δικαστήριο, εκ του λόγου αυτού, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, ούτε να διαλάβει αιτιολογία επ αυτού, ως εκ περισσού δε διέλαβε την αναφερόμενη στα πρακτικά αιτιολογία της απορριπτικής αυτού αποφάσεως. Ούτε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είχε υποχρέωση να εξετάσει τον ως άνω λόγο εφέσεως, αφού αυτός αποτελούσε επανάληψη του απαράδεκτου αυτοτελούς ισχυρισμού και εκ του λόγου αυτού τύγχανε απαράδεκτος, προϋπόθεση δε της υποχρεώσεως του δικαστηρίου για έρευνα του λόγου εφέσεως, αποτελεί να είναι παραδεκτός.
Συνεπώς, μη ερευνώντας τον, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύθηκε ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ, όπως υποστηρίζεται με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικαστήριο, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και την 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του ΟΓΑ, την οποία ρητώς αναφέρει στο σκεπτικό της, ως έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται οι καταστάσεις με τις 281 επίμαχες συνταγές, οι οποίες αναφέρονται και στο ... έγγραφο του ΟΓΑ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πρέβεζας, αλλά και παρατίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό της (σελ. 24), όπως επίσης και για την αιτιολόγηση της σκέψης της περί καταλογισμού σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος ιατρού, διευθυντού του Κ.Υ. ... του ποσού των 6.769,35 € της προκληθείσης περιουσιακής ζημίας σε βάρος του ΟΓΑ (σελ. 38). Στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου παρατίθενται τα αναγνωσθέντα έγγραφα (βλ. σελ. 12), αναφέρεται μεν το ... έγγραφο, όχι όμως και η 936/2003 απόφαση του Υποδιοικητή του ΟΓΑ. Εκ της μη παραθέσεως όμως της αποφάσεως αυτής μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε, αλλ αντιθέτως, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, συνάγεται σαφώς ότι αναγνώσθηκε, αφού γίνεται αναφορά στα δύο ως άνω τμήματα του σκεπτικού του ανωτέρω περιεχομένου της και συνακόλουθα ο δεύτερος αναιρεσείων, αλλά και ο πρώτος, είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν το κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά τους.
Συνεπώς δεν ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και ο υποστηρίζων τα αντίθετα 6ος λόγος του δικογράφου των κυρίων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. V. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις, ως και ο πρόσθετος λόγος της δεύτερης, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), όπως και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις: 1. από 30-11-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1. και 2. από 8-12-2009 Αίτηση (δήλωση) του Χ2 και τον από 29-3-2010 πρόσθετο λόγο αυτής, περί αναιρέσεως της 340/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ιωαννίνων. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) € και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) €.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή