Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 445 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση, Τύπος.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση. Συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση δια του τύπου. Στοιχεία αδικημάτων. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 445/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των
αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 635/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Γοριδάρη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.7.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από τον δράστη, ο οποίο γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή, στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, ηθική και κοινωνική. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1098/1938 "περί Τύπου", οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 2 του Ν. 10/1975 και οι οποίες δεν καταργήθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2253/1994, γιατί αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια της ουσιαστικής ποινικής δικονομικής διατάξεως, αλλ' απλώς και μόνον προσδιορίζουν την έννοια του τύπου, του εντύπου, του δημοσιεύματος και της δημοσιεύσεως, ορίζουν ότι "Τύπος και έντυπον, επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι πάν ότι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοση χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωνογραφικών πλακών". "Ως δημοσίευση ενώπιον θεωρείται η διανομή, πώλησις καθώς και η εις δημόσιον μέρος ή εν δημοσία συναθροίσει ή εις μέρος προσιτόν εις το κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου". Και "Αδίκημα του τύπου υπάρχει όταν λάβει χώραν η κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσίευσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων που τελούνται δια του τύπου, δηλαδή των εγκλημάτων του κοινού δικαίου που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από τους ειδικούς ή ποινικούς νόμους και τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους (Ολ. ΑΠ 759/88, δε αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το ως άνω άρθρο 1 του α.ν. 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δημοσίευσή του, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου θεωρείται ότι υπάρχει όταν συντελεσθεί η διανομή, πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δημόσιο μέρος ή σε δημόσια συνάθροιση ή σε μέρος προσιτό στο κοινό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγησή τους, καθώς και ο έλεγχος της ορθότητος του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε εξ αυτών το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση δια του τύπου, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό της, μετά την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα: "Α) Οι κατηγορούμενοι, Χ6, Χ3, Χ7, Χ4, Χ5, Χ1 και Χ2, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία "Ενωτικό Σωματείο Εργαζομένων ΕΥΑΘ ΑΕ" στην ..., την 26.3.2007, από κοινού ενεργώντας όλοι και, κατόπιν συναπόφασης, ισχυρίστηκαν για κάποιον άλλον και διέδωσαν ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ειδικότερα με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, συνέταξαν και εξέδωσαν κείμενο στο οποίο ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα, που αφορούν την εγκαλούσα Ψ, τα οποία θίγουν την τιμή και την υπόληψή της και επί λέξει εξέδωσαν το παρακάτω κείμενο "ΕΝΩΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε. - Θεσ/νίκη 26 Μαρτίου 2007- Συνάδελφοι - Για μια ακόμη φορά οι συκοφάντες ανακοινώνουν: Για μια ακόμη φορά: χωρίς αποδείξεις, όπως το συνηθίζουν, λασπολογώντας με ελεεινές και κατάπτυστες συκοφαντίες θέλουν να σκεπάσουν τις παράνομες πράξεις τους οι μεγαλοσυνδικαλιστές εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους..... Κα Ψ είστε απλά απόφοιτος λυκείου. Πέστε μας πως παρακολουθήσατε Μεταπτυχιακά Σεμινάρια από 29-9-02 έως 7-6-03 στο επιστημονικό πρόγραμμα "Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στη Διοίκηση επιχειρήσεων" αξίας 4.402 ευρώ, τα οποία κατέβαλε η τότε Διοίκηση; δεν είχατε ούτε τα τυπικά ούτε τα ουσιαστικά προσόντα και αποδεικνύεται υπηρεσιακά. Πώς συνέβη αυτό εις βάρος άλλων πτυχιούχων συναδέλφων; Πώς απόφοιτος λυκείου γίνατε προϊσταμένη σε τμήμα που είχατε πλήρη άγνοια του αντικειμένου; φυσικά έτσι εξηγούνται οι υπογραφές σας στις ελεεινές ανακοινώσεις, εξοφλείτε γραμμάτια. Συνάδελφοι προς γνώσιν για να εξηγήσετε γιατί κόπτονται οι συνδικαλισταράδες .... Το Δ.Σ. του Σωματείου". Όμως, τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίστηκαν άπαντες οι κατηγορούμενοι για την εγκαλούσα Ψ, τα οποία, πράγματι, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, δεδομένου ότι η εγκαλούσα εμφανίζεται αφενός να συμμετέχει στο μεταπτυχιακό σεμινάριο "Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων", χωρίς να διαθέτει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και σε βάρος άλλων συναδέλφων της, οι οποίοι είχαν τα απαιτούμενα προσόντα και η Διοίκηση να έχει δαπανήσει για τη συμμετοχή της το ποσό των 4.402 ευρώ και αφετέρου να έχει προαχθεί σε Προϊσταμένη του Τμήματος Πληροφορικής και Μηχανοργάνωσης, έχοντας πλήρη άγνοια του συγκεκριμένου αντικειμένου, όπως επίσης (η ανωτέρω εγκαλούσα) παρουσιάζεται να ανταποδίδει την εύνοια, που κάποιοι έδειξαν προς αυτήν, υπογράφοντας ανακοινώσεις με περιεχόμενο "ελεεινό", ήταν ψευδή, καθώς η ανωτέρω εγκαλούσα, πράγματι, επειδή είχε οκταετή επαγγελματική εμπειρία, συμμετείχε στο συγκεκριμένο προαιρετικό πρόγραμμα, διότι η διεξαγωγή του γινόταν σε ώρες εκτός υπηρεσίας και δεν υπήρξε ανταπόκριση άλλων συναδέλφων της σε σχετική ανακοίνωση, που έγινε από την Διοίκηση, ενώ η προαγωγή της σε Προϊσταμένη του Τμήματος Πληροφορικής και Μηχανοργάνωσης έγινε λόγω της πολύχρονης απασχόλησης και εμπειρίας της στη λειτουργία του τμήματος αυτού, το οποίο επί χρόνια στελεχωνόταν μόνον από την ίδια. ’παντες οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των προαναφερομένων, που ισχυρίστηκαν, τα οποία ήταν ικανά να βλάψουν την κοινωνική και ηθική αξία της εγκαλούσας ως εργαζομένης στην Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε, Προϊσταμένης του ανωτέρω τμήματος και ασχολούμενης με τον συνδικαλισμό, και των οποίων έλαβε γνώση μεγάλος και απροσδιόριστος αριθμός ατόμων, καθώς το συγκεκριμένο έντυπο, αφού εκτυπώθηκε σε χαρτί με τη χρήση φωτοτυπικού ή άλλου αντιγραφικού μέσου και παράχθηκε σε όμοια με το πρωτότυπο αντίτυπα, των οποίων ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να προσδιοριστεί, αναρτήθηκε και τοιχοκολλήθηκε σε πολλά εμφανή και δημόσια σημεία τόσο εντός του κτιρίου που στεγάζεται η Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε. Θεσσαλονίκης επί της οδού ..., όσο και στα εξωτερικά συνεργεία αυτής (σε εργασιακούς και άλλους χώρους), όπου υπήρχε πρόσβαση των εργαζομένων και του κοινού. Β) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση προσέβαλαν την τιμή άλλου με λόγια και συγκεκριμένα οι ως άνω κατηγορούμενοι ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία "Ενωτικό Σωματείο Εργαζομένων Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε.", από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναπόφασης με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, συνέταξαν και εξέδωσαν το παραπάνω αναφερόμενο στο υπό στοιχ. Α' του παρόντος κείμενο, στο οποίο χαρακτήρισαν την εγκαλούσα Ψ με τη λέξη, "συνδικαλισταράδες", χαρακτηρισμός που αφορούσε σαφώς τα δύο άτομα, που αναφέρονται στο συγκεκριμένο κείμενο (τον κ. ... και την νυν εγκαλούσα) και με τον τρόπο αυτόν προσέβαλαν την τιμή κι την υπόληψη της ανωτέρω εγκαλούσας ως εργαζομένης στην Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε., Προϊσταμένης του ανωτέρω τμήματος και ασχολουμένης με τον συνδικαλισμό, καθώς η λέξη αυτή δηλώνει υποτίμηση τόσο για τις προθέσεις της όσο και για τη δραστηριότητά της στον συνδικαλιστικό χώρο, υπονοώντας ότι υποκρύπτονται ιδιοτελείς σκοποί".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως δια του τύπου, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 361, 363, σε συνδυασμό προς το άρθρο 362 ΠΚ και του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994. Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφασή του τα δυσφημιστικά, για την εγκαλούσα, γεγονότα που περιλαμβάνοντο στην άνω ανακοίνωση, η οποία εκτυπώθηκε σε χαρτί και παράχθηκε σε όμοια με το πρωτότυπο αντίτυπα και αναρτήθηκε - τοιχοκολλήθηκε σε πολλά σημεία, όπου υπήρχε πρόσβαση των εργαζομένων στην ΕΥΑΘ και το κοινό, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Ο άμεσος δόλος, ειδικώς, των αναιρεσειόντων πλήρως αιτιολογείται με την αναφορά ότι αυτοί με την ιδιότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του άνω Σωματείου, γνώριζαν, ότι αυτά που διέδωσαν ήταν ψευδή, από προσωπική αντίληψη, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται γιατί ο άνω χαρακτηρισμός "συνδικαλισταράδες" είναι εξυβριστικός με την αναφορά ότι "υποκρύπτονται ιδιοτελείς σκοποί". Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού α) δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, β) δεν απαιτεί το να εκθέσει το Δικαστήριο για ποιο λόγο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στην ανωμοτί κατάθεση της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, δεν προκύπτει δε, ότι παραλείφθηκε η συνεκτίμηση των καταθέσεων των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι αντιπαρήλθε, το Δικαστήριο, τις μαρτυρικές καταθέσεις πέντε μαρτύρων, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, δ) το σκεπτικό, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, δεν είναι περιληπτική αντιγραφή του διατακτικού. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω και προσάπτεται στην απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2009 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 635/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή