Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1438 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Συναυτουργία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία. Είναι απαραίτητο να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο, διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτοτελής ισχυρισμός περί αμύνης. Λόγοι αναίρεσης και πρόσθετος λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης και αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1438/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2597/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Κ1.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπράρα.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 22 Απριλίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ.2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ, ενώ για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών, είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 Π.Κ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο '’ρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δίκασε τους αναιρεσείoντες για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη, και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι διαμένουν στην ... στην ίδια πολυκατοικία. Έχοντας κληρονομικές διαφορές διαπληκτίσθηκαν πολλές φορές. Έτσι την 11-4-2005 ο Χ1 κι ο Χ2 όταν συναντήθηκαν με τον Κ1 στην είσοδο της πολυκατοικίας 2 Χ 2 μ. οι δύο πρώτοι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση επιτέθηκαν εναντίον του τελευταίου με γροθιές και λακτίσματα και του προκάλεσαν κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχένα, κάταγμα 9ης πλευράς, θλαστικό τραύμα αριστερού ωτός, αιμωδίες άνω άκρων εκχυμώσεις έσω βραχιονίου, εκδορές θωρακικού τοιχώματος κι άλγος κατωτέρων πλευρών, από τα χτυπήματα δε αυτά στο κεφάλι του παθόντα μπορούσε να του προξενηθεί βαριά σωματική βλάβη. Επίσης, και ο κατηγορούμενος Κ1 επιτέθηκε στον κατηγορούμενο Χ1 και χτυπώντας τον με τις γροθιές του, του προκάλεσε κάκωση αυχένα και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται, απορριπτομένου του ισχυρισμού των δύο πρώτων κατηγορουμένων ότι προέβησαν στην πράξη της σωματικής βλάβης κατά του Κ1, βρισκόμενοι σε κατάσταση άμυνας, ως αβασίμου και τούτο διότι αυτοί ήταν δύο, ο δεύτερος εκ των οποίων ουδέν έπαθε, η σφοδρότητα δε με την οποία επιτέθηκαν και χτυπούσαν τον τρίτο κατηγορούμενο παρ' ολίγον κινδύνευσε να του στοιχίσει την ζωή, αν δεν επενέβαινε ο Μ1, ο οποίος επί λέξει κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: "Ο ...(ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Κ1) ήταν από κάτω κι εγώ έβαλα το χέρι μου στο κεφάλι του για να μην χτυπήσει". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη. Για τις πράξεις αυτές, που συνιστούν παραβάσεις, πλην άλλων, των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 , 45, 308 παρ.1και 309 ΠΚ, επιβλήθηκε στο καθένα από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.

ΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν οι πιο πάνω δύο αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως που διαλαμβάνονται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, από τις δύο περιεχόμενες στη διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ, διαζευκτικά αναφερόμενες περιπτώσεις διακινδύνευσης του παθόντος από την πράξη των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξε εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβη, και για την πράξη αυτή κηρύχθηκαν αυτοί ένοχοι, όπως τούτο ρητώς αναφέρεται και το διατακτικό της απόφασης. Η πλεοναστικά διαλαμβανόμενη στο τέλος του σκεπτικού αναφορά και ενώ είχε ήδη γίνει δεκτό και σε αυτό ότι, "από τα χτυπήματα δε αυτά στο κεφάλι του παθόντα μπορούσε να του προξενηθεί βαριά σωματική βλάβη", ότι η σφοδρότητα δε με την οποία επιτέθηκαν και χτυπούσαν τον παθόντα οι κατηγορούμενοι "παρ' ολίγον κινδύνευσε να του στοιχίσει την ζωή, αν δεν επενέβαινε ο Μ1", δεν ενέχει αντίφαση, καθόσον είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι τελικά, με την περιγραφόμενη στην απόφαση παρέμβαση του Μ1, δεν κινδύνευσε η ζωή του παθόντος και ότι τα πλήγματα που αυτός δέχθηκε, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα μόνο βαριά σωματική αυτού βλάβη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της κοινής αιτήσεως των αναιρεσειόντων, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.


ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο από το άρθρο 22 ΠΚ περί αμύνης ισχυρισμός, η συνδρομή των προϋποθέσεων του οποίου αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι κατηγορούμενοι, δια του συνηγόρου τους κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς τον ισχυρισμό ότι, όπως κατά λέξη αναφέρουν, "... στην πράξη της σωματικής βλάβης του Κ1 προέβησαν κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος και συγκεκριμένα ευρισκόμενοι σε κατάσταση άμυνας, κατ' άρθρο 22 Π.Κ., καθόσον αρχικά ο Κ1 επιτέθηκε απρόκλητα εναντίον του Χ1 καταφέροντάς του χτυπήματα στο πρόσωπο με τις γροθιές του και αυτός προσπάθησε να αμυνθεί επίσης με τα χέρια του, όπως θα έκανε και ο καθένας στη θέση του, βλέποντας δε ο Χ2 την επίθεση του Κ1 εναντίον του πατέρα του και στη συνέχεια εναντίον του ιδίου, αμύνθηκε και αυτός για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τον πατέρα του από τις άδικες επιθέσεις που δέχθηκαν αυτοί από τον Κ1 στη συμπλοκή δε που ακολούθησε και κυρίως από την πτώση όλων στις σκάλες της εισόδου της οικοδομής κ.λ.π., προκλήθηκαν σε όλους και φυσικά και στον Κ1, απλές σωματικές βλάβες...". Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε αιτιολογημένα το Τριμελές Εφετείο με την πιο πάνω απόφασή του, αφού, κατά την περί ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως, δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να στηρίξουν τον περί αμύνης ισχυρισμό τους. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αρχικά ο Κ1 επιτέθηκε απρόκλητα εναντίον του Χ1, αλλά, αντιθέτως, ότι οι αναιρεσείοντες ήταν εκείνοι οι οποίοι ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση επιτέθηκαν πρώτοι εναντίον του παθόντος με γροθιές και λακτίσματα και του προκάλεσαν τις αναφερόμενες στην απόφαση σωματικές βλάβες. Προς ενίσχυση δε της παραδοχής αυτής το Δικαστήριο διέλαβε και τις περαιτέρω αιτιολογίες ότι οι αναιρεσείοντες δεν βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας "διότι αυτοί ήταν δύο, ο δεύτερος εκ των οποίων ουδέν έπαθε, η σφοδρότητα δε με την οποία επιτέθηκαν και, χτυπούσαν τον τρίτο κατηγορούμενο παρ' ολίγον κινδύνευσε να του στοιχίσει την ζωή, αν δεν επενέβαινε ο Μ1... ", προκειμένου να καταδείξει ότι οι αναιρεσείοντες, που ήσαν δύο έναντι ενός, ήταν οι επιτιθέμενοι και μάλιστα ο ένας εξ αυτών ουδέν έπαθε, γεγονός που δεν δικαιολογεί τη βασιμότητα του ισχυρισμού τους ότι ενήργησαν αμυνόμενοι. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός κοινός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής του περί αμύνης αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 76/19-12-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 22/4/2009 προσθέτους αυτής λόγους, των 1) Χ1και 2) Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της 2597/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή