Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 421 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Εκβίαση, Εξακολουθούν έγκλημα, Τοκογλυφία.




Περίληψη:
Τοκογλυφία κατά συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα. Εκβίαση κατά συναυτουργία κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.




Αριθμός 421/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Κα-λούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2, 3) Ζ3 και 4) Ζ4.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 356/2.7.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2158/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τον Χ για να δικαστούν ως υπαίτιοι: α) Τοκογλυφίας κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και β) Εκβίαση κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν έφεση όλοι οι κατηγορούμενοι και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 315/2008 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες και επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του πρωτόδικου βουλεύματος (βλ. το 315/2008 βούλευμα).

ΙΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Χ στις 13-3-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Οδυσσέα Ιωσηφίδη στις 20-3-2008 (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά). Στις 24-3-2008 ο κατηγορούμενος Χ, εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έτσι συντάχθηκε η 8/24-3-2008 έκθεση αναιρέσεως (βλ. έκθεση). Η αίτηση αναίρεσης αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, και ασκήθηκε από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται και για πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα (τοκογλυφία κατ'επάγγελμα). IV. Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' και β' ΠΚ, όπως είχε, πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 14 παρ.8 Ν.2721/1999, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή τιμωρείται, όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος... .επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, την οποία αποτελεί και η λήψη από το δράστη αξιόγραφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους ή με την επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει συναλλαγματικής που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος. Οι παραπάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες επί μέρους πράξεις που περιέχουν τα στοιχεία της εγκληματικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΠΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους συνδεόμενες όμως με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, όπως προστέθηκε με άρθρο 1 παρ.1 Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανηλειμμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 858/2005 ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ.1 του Π.Κ. όπως αυτή είχε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 2408/1996, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και τα δύο αυτά εγκλήματα (της τοκογλυφίας και της εκβίασης) στρέφονται κατά της περιουσίας ως συνόλου, κανένα όμως από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ούτε επιβαρυντική περίσταση του άλλου. Ειδικώς ως προς το στοιχείο του οφέλους, για την θεμελίωση της εκβιάσεως, αρκεί η επιδίωξη κτήσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους έστω και εμμέσου, και τέτοια περίπτωση είναι η εξασφάλιση επιτευχθέντος ήδη παρανόμου περιουσιακού οφέλους (εξασφάλιση απαιτήσεως μη νόμιμης). Τα εγκλήματα αυτά μπορούν να τελούν σε αληθή πραγματική συρροή οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. (ΑΠ 540/2000). Τέλος κατά το άρθρο 45 Π.Κ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετεχόντων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. Α.Π. 50/1990 Ποιν.Χρον. Μ949, Α.Π. 1344/2006, ΑΠ 1541/2006). V. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 138 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' (πρώην ε') του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
VI. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών δέχθηκε τα εξής: Από την εκτίμηση του, κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και της προηγηθείσας αυτής προανακριτικής εξέτασης, συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντων μαρτύρων λαμβανόμενες υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ως άνω ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 29/7/2004 έγκληση του Ξ. Ο εγκαλών Ξ και η σύζυγος του Ψ διατηρούν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", όντες μοναδικοί της εταίροι. Αντικείμενο της εταιρίας τους είναι η εισαγωγή και πώληση ιατρικών ειδών. Ταυτόχρονα η Ψ έχει και ατομική επιχείρηση με διακριτικό τίτλο "....", που έχει το ίδιο αντικείμενο. Τον Ιανουάριο του 2004 η Ψ καταχωρήθηκε στο Διατραπεζικό σύστημα Πληροφοριών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", με συνέπεια οι Τράπεζες να μη χορηγούν δάνεια στις ως άνω επιχειρήσεις του εγκαλούντα και της συζύγου του, ούτε προεξοφλούσαν πλέον τις επιταγές τους. Έτσι στον εγκαλούντα και τη σύζυγο του παρουσιάστηκε έλλειψη ρευστότητας. Αυτό εξανάγκασε τον εγκαλούντα να προβεί σε αναζήτηση χρηματοδότησης εξωτραπεζικής προς κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων που προέκυπταν από τη λειτουργία των εν λόγω οικογενειακών τους επιχειρήσεων. Ακολούθως, στις 20 Ιανουαρίου του 2004 στο εμπορικό κατάστημα του .... ο εγκαλών συναντήθηκε με τον Φ, για τον οποίο γνώριζε αυτός (ο εγκαλών) ότι μπορούσε (ο Φ) να τον φέρει σε επαφή με άτομα που θα μπορούσαν να του παράσχουν τοκογλυφικό δάνειο. Έτσι λόγω των οικονομικών του αναγκών, ο εγκαλών πίεσε τον Φ και έλαβε από αυτόν 5 μεταχρονολογημένες επιταγές, στις 20/1/2004, προκειμένου ο τελευταίος να τις δώσει σε γνωστούς του προς προεξόφληση, με τόκο 6% μηνιαίως, ο οποίος είναι τοκογλυφικός. Τονιστέον ότι ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος ήταν το 2004 8% ετησίως (Αποφ. Δ.Σ. ΕΚΤ της 5-6-2003). Συγκεκριμένα δε ο Φ παρέλαβε τις ακόλουθες επιταγές: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.080, που εκδόθηκε από τον .... εις διαταγήν της εταιρίας ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 2-3-2004, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 1.030, που εκδόθηκε από την εταιρία "... Ο.Ε." εις διαταγήν της ίδιας εταιρίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 12-5-2004, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.489,32, που εκδόθηκε από τον ...... εις διαταγήν της Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004, δ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 3.400, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 24-3-2004 και ε) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004. Ακολούθως, ο Φ επισκέφθηκε τον 1° κατηγορούμενο Ζ1, ο· οποίος συνεργαζόταν με τους 2°, 3°, 4° και 5° κατηγορούμενους Ζ2, Χ, Ζ3 και Ζ4, αντίστοιχα, για την προεξόφληση επιταγών τρίτων προσώπων που είχαν ανάγκη από ρευστό με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών τόκων και μαζί με αυτόν (1° κατηγορούμενο) αρχικώς μεν μετέβησαν στο ευρισκόμενο στην .... και επί της οδού .... γραφείο του 3ου κατηγορουμένου Χ, στον οποίο παρέδωσαν τις υπό στοιχεία α', β' και γ' επιταγές, συνολικού ποσού € 3.599,32, εν συνεχεία δε μετέβησαν στο .... και συναντήθηκαν με τους 2° και 4° κατηγορούμενους Ζ2 και Ζ3, αντίστοιχα, στους οποίους παρέδωσαν τις υπόλοιπες δύο επιταγές, υπό στοιχεία δ' και ε', συνολικού ποσού € 9.800. Το χρηματικό ποσό από την προεξόφληση και των πέντε επιταγών έλαβε ο Φ και το απέδωσε στο μηνυτή και πιο συγκεκριμένα ο τελευταίος έλαβε ως προεξόφληση το ποσό των € 11.783, παρακρατηθέντων τόκων συνολικού ποσού € 1.616,32, που αποτελείται εν μέρει από νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους με ετήσιο επιτόκιο 8%, ποσού € 179,65 και εν μέρει από τοκογλυφικούς τόκους ποσού € 1,436,67 και το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης από τη συνολική αξία των επιταγών (€ 13.399,32) των παρακρατηθέντων τόκων σε ποσοστό 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την ημερομηνία της προεξόφλησης (20-1-2004) και μέχρι τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας επιταγής και ειδικότερα: α) την πρώτη επιταγή, ποσού € 1.080, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 998 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 82, από τους οποίους € 9,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 72,84 αντιστοιχούν σε παρανόμους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 1.030, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 842 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 188, από τους οποίους € 20,80 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 167,20 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή, ποσού € 1.489,32, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 1307 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 182,32, από τους οποίους € 20,28 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 162,04 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού € 3.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 3.020 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 380, από τους οποίους € 42,25 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 337,75 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους και ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 6.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 5.616 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 784, από τους οποίους € 87,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 696,84 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Οι παραπάνω επιταγές εξοφλήθηκαν κατά την εμφάνιση τους για πληρωμή στην εκάστοτε πληρώτρια τράπεζα, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400 (υπό στοιχείο ε'), ως προς την οποία προέκυψε οικονομική αδυναμία του μηνυτή να καταθέσει έγκαιρα το ποσό της στον λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας, επί του οποίου είχε συρθεί, με αποτέλεσμα να δεχθεί τηλεφωνήματα από τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος με την απειλή ότι αν δεν του κατέβαλε ορισμένα μετρητά και επιπλέον δεν ανανέωνε την πιο πάνω επιταγή με άλλες που θα ενσωμάτωναν στην αξία τους και τους νέους τοκογλυφικούς τόκους σε ποσοστό πάντοτε 6% μηνιαίως (72% ετησίως), θα ζητούσε από την πληρώτρια τράπεζα τη σφράγιση της επιταγής. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής που ακολούθησε ο 2ος κατηγορούμενος με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων και πάντοτε σε συνεννόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό των τελευταίων, ο μηνυτής ενέδωσε και προκειμένου να αποφύγει την καταστρεπτική για τις επιχειρήσεις του σφράγιση της ως άνω επιταγής, δέχθηκε και κατά την αναγραφόμενη στη συγκεκριμένη επιταγή ημερομηνία έκδοσης της (31-3-2004), αφενός μεν κατέβαλε στον Ζ2, σε μετρητά, το ποσό των € 1.350, αφετέρου δε του παρέδωσε με σκοπό την ανανέωση του χρέους από την παραπάνω επιταγή και την παράταση της προθεσμίας καταβολής του: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 597,78, που εκδόθηκε από τον ..... εις διαταγήν της εταιρίας ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-6-2004 και γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της τράπεζας "EFG EUROBANK ERGASIAS", ποσού € 680,40, που εκδόθηκε από τον την εταιρία "EUROMEDICA ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." εις διαταγήν της εταιρίας "..... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-5-2004. Με την πιο πάνω συμφωνία και δεδομένης της καταβολής του ποσού των € 1.350, μετά την οποία το οφειλόμενο κεφάλαιο της συγκεκριμένης επιταγής μειώθηκε από € 6.400 σε €.5.050 (6.400 - 1.350), οι νόμιμοι δικαιοπρακτικοί τόκοι (8% ετησίως) του εναπομεί-ναντος προς εξόφληση κεφαλαίου της επιταγής αυτής μέχρι τις 20-6-2004, που είναι η απώτερη από τις αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης στις τρεις ως άνω επιταγές, ανέρχονταν σε € 89,65 και επομένως το υπόλοιπο ποσό της αξίας των τριών αυτών επιταγών, αφαιρουμένου του κεφαλαίου των € 5.050 και των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων, αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους και ανέρχεται σε € 2.138,53 (6.000 + 597,78 + 680,40 = 7.278,18 - 5.050 = 2.228,18 - 89,65). Εν συνεχεία και πάλι κατόπιν παρόμοιων απειλών του 2ου κατηγορουμένου προς τον μηνυτή, ο τελευταίος αναγκάστηκε και αντάλλαξε στις 31-3-2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000 με δύο άλλες και συγκεκριμένα με τις υπ' αριθμ. .... και ... επιταγές της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 η μία και 20-8-2004 η άλλη. Για το χρονικό διάστημα από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης (7-6-2004) της ανταλλαγείσας επιταγής των € 6.000 μέχρι την έλευση της απώτερης από τις ημερομηνίες που αναγράφονταν στις δύο νέες επιταγές (20-8-2004), ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος (8% ετησίως) για το οφειλόμενο κεφάλαιο των € 5.050 ανερχόταν σε € 81,90, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο ποσό των δύο αυτών επιταγών, που ανέρχεται σε € 2.868,10 (4.000 + 4.000 = 8.000 - 5.05.0 = 2.950 - 81,90) να αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους. Ακολούθως, την 1-4-2004 και παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής με απειλές από την πλευρά των κατηγορουμένων, που διατυπώνονταν δια στόματος του 2ου κατηγορουμένου, αναγκαζόταν μέχρι τότε να ανταλλάσσει τις επιταγές που είχε δώσει στους κατηγορούμενους με άλλες, οι οποίες ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατέφυγε και πάλι στον Φ και ζήτησε από αυτόν να μεσολαβήσει εκ νέου για την προεξόφληση ακόμη έξι επιταγών. Έτσι του παρέδωσε τις εξής επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, η οποία είχε περιέλθει εις χείρας του κατόπιν ανταλλαγής της, όπως ήδη έχει αναφερθεί, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.250, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 11-4-2004, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-7-2004, δ) την υπ' αριθμ. ...... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3.000,. που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 5-7-2004, ε) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-7-2004 και στ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 2.500, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-8-2004. Όλες οι παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, παραδόθηκαν στη συνέχεια από τον Φ στον 1° κατηγορούμενο, προκειμένου μαζί με τους λοιπούς κατηγορουμένους να προβούν και πάλι στο δανεισμό του υπό τη μορφή της προεξόφλησης των ανωτέρω μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως είχαν πράξει και με το πρώτο πακέτο των πέντε επιταγών στις 20-1-2004, παρακρατώντας από την αξία των επιταγών ποσοστό 6% μηνιαίως για τόκους, κατά-τη συνήθη πρακτική τους. Ο 1ος κατηγορούμενος, όμως, προσποιούμενος ότι θα πίστωνε τα ποσά των επιταγών σε τραπεζικό λογαριασμό φιλικού του προσώπου και μόλις έπαιρνε τα χρήματα θα τα κατέβαλε στον μηνυτή, όχι μόνο παρακράτησε τους κατ' ανάγκην συμφωνηθέντες τόκους, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των € 3.074, αλλά επιπλέον αρνήθηκε να ανταποκριθεί στη συμβατική του υποχρέωση για χορήγηση του συμφωνηθέντος κεφαλαίου του δανείου, ποσού € 21.676, το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης ποσοστού 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την αξία κάθε επιμέρους επιταγής για το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 και μέχρι την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε επιταγής. Ειδικότερα, το κεφάλαιο κάθε επιταγής και οι παρακρατηθέντες τόκοι, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτούς των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων με επιτόκιο 8% ετησίως και των συμφωνηθέντων τοκογλυφικών τόκων με επιτόκιο 6% μηνιαίως (72% ετησίως), είχαν ως εξής: α) για την πρώτη επιταγή, ποσού € 6.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 5.301 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 699, από τους οποίους € 77.63 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 621,37 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 6.250, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 6.130 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 120, από τους οποίους € 13,40 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 106,60 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή, ποσού € 4.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 3.262 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 738, από τους οποίους € 82 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 656 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 2.528 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 472, από τους οποίους € 52,49 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 419,51 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 2.467 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 533, από τους οποίους € 59,32 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 473,68 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους και στ) για την έκτη επιταγή, ποσού € 2.500, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 1.988 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 512, από τους οποίους € 56,92 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 455,08 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Περαιτέρω, προέκυψε ότι όλα τα σώματα των πιο πάνω έξι επιταγών ο 10ς κατηγορούμενος τα διοχέτευσε στους συγκατηγορούμενούς του και τα κατείχε στο εξής από κοινού με αυτούς, θέτοντας στην οπίσθια όψη τους την υπογραφή του (οπισθογράφηση), ενώ λίγες ημέρες πριν από την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε μίας από τις μεταχρονολογημένες επιταγές ο 2ος κατηγορούμενος, και πάλι κατόπιν προτροπής και συνεννόησης με τους λοιπούς κατηγορουμένους, τηλεφωνούσε για λογαριασμό και των τελευταίων στο μηνυτή εμφανιζόμενος ως νόμιμος κομιστής των επιταγών και ευθέως τον απειλούσε με τη σφράγιση των επιταγών, αν δε δεχόταν να τις ανανεώσει με άλλες, μεγαλύτερης αξίας, που και πάλι θα ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής των κατηγορουμένων με ενέργειες του 2ου εξ αυτών, ο μηνυτής ενέδιδε κάθε φορά που ερχόταν η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας από τις επιταγές αυτές και έτσι δέχθηκε να προβεί στην ανανέωση των έξι αρχικών επιταγών, ως εξής: α) Την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 6.000, αντικατέστησε στις 7-6-2004 με τις υπ' αριθμ. .... και .... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία "... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 και 20-8-2004, αντίστοιχα, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 6.250, αντικατέστησε στις 11-4-2004 με τις υπ' αριθμ. ......, ... και ..... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 κάθε μία από τις δύο πρώτες και € 5.732 η τρίτη, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 30-8-2004 και 30-9-2004 και 22-10-2004, αντίστοιχα, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 4.000, αντικατέστησε στις 25-7-2004 με τις υπ' αριθμ. ... και ..... επιταγές της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.230 η πρώτη και € 2.000 η δεύτερη, που εκδόθηκαν από την Ψ, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 18-9-2004 και 30-7-2004, αντίστοιχα, δ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε στις 5-7-2004 με την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-10-2004, ε) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε' στις 20-7-2004 με την- υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.750, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 29-9-2004 και στ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 2.500, αντικατέστησε στις 10-8-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 5.300, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-12-2004. Με αυτό τον τρόπο οι αρχικές έξι επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, αντικαταστάθηκαν με επιταγές συνολικής αξίας € 48.012, αυξάνοντας έτσι το ύψος των ήδη αναφερθέντων τοκογλυφικών τόκων από τη δεύτερη ομάδα των έξι αυτών επιταγών κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση της αξίας των έξι αρχικών επιταγών από την αξία των επιταγών που τις αντικατέστησαν και το οποίο ανέρχεται σε € 23.262 (48.012 - 24.750). Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι επιδίωξαν την είσπραξη των παρανόμως συνομολογηθέντων ως άνω τοκογλυφικών ωφελημάτων, που ενσωματώνονταν στις προαναφερθείσες επιταγές, υποβάλλοντας αιτήσεις για την έκδοση διαταγών πληρωμής, οι οποίες και εκδόθηκαν (βλ. τις υπ' αριθμ. 31497/2004, 30820/2004 και 24/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και την υπ' αριθμ. 2360/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Μάλιστα, κατά την προσφιλή τακτική τους, ο αιτών την έκδοση καθεμίας από τις παραπάνω διαταγές πληρωμής (ο 4ος κατηγορούμενος για την πρώτη και την τέταρτη, ο 3ος κατηγορούμενος για τη δεύτερη και ο 5ος κατηγορούμενος για την τρίτη) την έστρεφε και κατά του εκάστοτε "συνεργάτη" του, από τον οποίο φαινομενικά είχε παραλάβει, την επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και ο οποίος την είχε οπισθογραφήσει προς αυτόν πριν την εμφάνιση της για πληρωμή, το ρόλο δε τούτο είχε αναλάβει σε όλες τις περιπτώσεις ο 2ος κατηγορούμενος, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. ...... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που φαινομενικά είχε οπισθογραφηθεί στον τελευταίο κομιστή της και αιτήσαντα την έκδοση της υπ' αριθμ. 30820/2004 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών (3° κατηγορούμενο) από τον 1° κατηγορούμενο. Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες από τον μηνυτή καταστάσεις διαταγών πληρωμής, που έχουν εκτυπωθεί από το σύστημα πληροφοριών του ΔΣΑ, προκύπτει ότι κατόπιν αιτήσεων των κατηγορουμένων έχει εκδοθεί πλήθος διαταγών πληρωμής (άνω των εκατό για τα έτη 2002 έως 2006) σε βάρος διαφόρων προσώπων, γεγονός που σε συνδυασμό με όλα τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγεί αναγκαία στο συμπέρασμα ότι τα αξιόγραφα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση των διαταγών πληρωμής ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, κρίση που ενισχύεται και από το ότι ο 5ος κατηγορούμενος κατέχει φαινομενικά τη θέση του καθ' ου .η διαταγή πληρωμής στο σύνολο σχεδόν των διαταγών πληρωμής που έχουν εκδοθεί με αίτηση του 4° κατηγορούμενου, κατά την παγίως ακολουθούμενη πρακτική τους, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην κρινόμενη υπόθεση. Τέλος, από τον τρόπο δράσης των κατηγορουμένων, όπως ήδη εκτέθηκε, και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πάταξης της τοκογλυφίας, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξη αυτής τόσο σε βάρος του μηνυτή και της συζύγου του όσο και σε βάρος άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ..... και ο ...., που έχουν υποβάλει τις με ΑΒΜ Α03/325 και Δ2003/4358 μηνύσεις, αντίστοιχα, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Τα ως άνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων κατηγορουμένων περιστατικά σαφώς συνάγονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντα Ξ και των μαρτύρων ...., ...., Φ, Ψ, ...... και ...... Έτι δε πλέον ενισχύεται η κατ' αυτών κατηγορία από τις προρρηθείσες επιταγές. Από τα παραπάνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 317, 318, 319 και 481 ΚΠΔ να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, οι ως άνω εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων κατά του με αρ. 2158/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. VII. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογική κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και τη κυρία ανάκριση, αλλά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασης της κατά συναυτουργία κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση εκβίασης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 1, 45, 94 παρ. 1,98,404 παρ.2α' και 385 παρ. 1γ' Π.Κ., όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και oύτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Κατά συνέπεια δεν είναι βάσιμοι οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας α' και γ' λόγοι αναίρεσης, τόσον κατά το μέρος που αναφέρονται στην αιτιολόγηση για την παραπομπή του αναιρεσείοντος ως συναυτουργού για το σύνολο των πράξεων, αφού ρητώς προσδιορίζεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με βάση κοινό σχέδιο για την τέλεση των παραπάνω πράξεων, αλλά και ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της τοκογλυφίας και ειδικά την "κατ' επάγγελμα" τέλεσή της, την οποία στηρίζει το Συμβούλιο στην εν γένει υποδομή των δραστών. Εξ άλλου σχετικά με τον β' λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής και έλλειψης νόμιμης βάσης λόγο αναίρεσης, σχετικά με την παραπομπή του αναιρεσείοντος ως "συναυτουργού" της κατ' εξακολούθηση εκβίασης, ενώ η συμπεριφορά του έπρεπε να χαρακτηριστεί ως "ηθική αυτουργία", ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού τόσον για τον "συναυτουργό" (άρθρο 45 ΠΚ), όσον και για τον "ηθικό αυτουργό" (άρθρ. 46 παρ. 1 ΠΚ) η ίδια ποινή προβλέπεται, άρα και την ίδια βαρύτητα έχουν οι πράξεις, άλλως και επικουρικώς ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι η φράση του Συμβουλίου ότι ο κατηγορούμενος Ζ2 ενήργησε "με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων (μεταξύ των οποίων και ο Χ) και πάντοτε σε συνεννόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό τους...", έχει προφανώς την έννοια ότι ο παραπάνω Ζ2 ενήργησε με βάση το κοινό σχέδιο δράσης όλων των κατηγορουμένων, το οποίο και υλοποίησε μαζί τους, ώστε να μη τίθεται θέμα "ηθικής αυτουργίας". Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς Ι. Να απορριφθεί η 8/24-3-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά του 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 17 Ιουνίου 2008.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις των εδαφ. α' και β' της παρ. 2 του άρθρου 404 Π.Κ., τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας για την πληρωμή του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το θεμιτό ποσοστό του τόκου (εδάφ. α') και όποιος .... επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι. Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή. Περαιτέρω, κατά την παραγρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Κατ' επάγγελμα δε διαπράττεται η τοκογλυφία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' Π.Κ., όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και τα δύο εγκλήματα, της τοκογλυφίας και της εκβίασης, στρέφονται κατά της περιουσίας ως συνόλου, κανένα όμως από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, ούτε επιβαρυντική περίσταση του άλλου. Ειδικώς, ως προς το στοιχείο του οφέλους, για τη θεμελίωση του αδικήματος της εκβιάσεως, αρκεί η επιδίωξη κτήσης παράνομου περιουσιακού οφέλους έστω και έμμεσου, και τέτοια περίπτωση είναι η εξασφάλιση επιτευχθέντος ήδη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Τα δύο αυτά εγκλήματα τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή, οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετεχόντων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ.ΑΠ 50/1990). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό μεσαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 315/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση του, κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και της προηγηθείσας αυτής προανακριτικής εξέτασης, συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντωv μαρτύρων λαμβανόμενες υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ως άνω ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 29/7/2004 έγκληση του Ξ. Ο εγκαλών Ξ και η σύζυγος του Ψ διατηρούν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", όντες μοναδικοί της εταίροι. Αντικείμενο της εταιρίας τους είναι η εισαγωγή και πώληση ιατρικών ειδών. Ταυτόχρονα η Ψ έχει και ατομική επιχείρηση με διακριτικό τίτλο ".....", που έχει το ίδιο αντικείμενο. Τον Ιανουάριο του 2004 η Ψ καταχωρήθηκε στο Διατραπεζικό σύστημα Πληροφοριών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", με συνέπεια οι Τράπεζες να μη χορηγούν δάνεια στις ως άνω επιχειρήσεις του εγκαλούντα και της συζύγου του, ούτε προεξοφλούσαν πλέον τις επιταγές τους. Έτσι στον εγκαλούντα και τη σύζυγο του παρουσιάστηκε έλλειψη ρευστότητας. Αυτό εξανάγκασε τον εγκαλούντα να προβεί σε αναζήτηση χρηματοδότησης εξωτραπεζικής προς κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων που προέκυπταν από τη λειτουργία των εν λόγω οικογενειακών τους επιχειρήσεων.
Ακολούθως στις 20 Ιανουαρίου του 2004 στο εμπορικό κατάστημα του .... ο εγκαλών συναντήθηκε με τον Φ, για τον οποίο γνώριζε αυτός (ο εγκαλών) ότι μπορούσε (ο Φ) να τον φέρει σε επαφή με άτομα που θα μπορούσαν να του παράσχουν τοκογλυφικό δάνειο. Έτσι λόγω των οικονομικών του αναγκών ο εγκαλών πίεσε τον Φ και έλαβε από αυτόν 5 μεταχρο-νολογημένες επιταγές, στις 20/1/2004, προκειμένου ο τελευταίος να τις δώσει σε γνωστούς του προς προεξόφληση, με τόκο 6% μηνιαίως, ο οποίος είναι τοκογλυφικός. Τονιστέον ότι ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος ήταν το 2004 8% ετησίως (Αποφ. Δ.Σ. ΕΚΤ της 5-6-2003). Συγκεκριμένα δε ο Φ παρέλαβε τις ακόλουθες επιταγές: α) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.080, που εκδόθηκε από τον ..... εις διαταγήν της εταιρίας "..... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 2-3-2004, β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 1.030, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν της ίδιας εταιρίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 12-5-2004, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 1.489,32, που εκδόθηκε από τον .... εις διαταγήν της Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004, δ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 3.400, που εκδόθηκε από την εταιρία ".... Ο.Ε." εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 24-3-2004 και ε) την υπ1 αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400, που εκδόθηκε από την εταιρία "..... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2004. Ακολούθως, ο Φ επισκέφθηκε τον 1°κατηγορούμενο Ζ1, ο οποίος συνεργαζόταν με τους 2°, 3°, 4° και 5° κατηγορούμενους Ζ2, Χ, Ζ3 και Ζ4, αντίστοιχα, για την προεξόφληση επιταγών τρίτων προσώπων που είχαν ανάγκη από ρευστό με τη συνομολόνηση τοκογλυφικών τόκων και μαζί με αυτόν (1° κατηγορούμενο) αρχικώς μεν μετέβησαν στο ευρισκόμενο στην .... και επί της οδού ..... γραφείο του 3ου κατηγορουμένου Χ, στον οποίο παρέδωσαν τις υπό στοιχεία α', β' και γ' επιταγές, συνολικού ποσού € 3.599,32, εν συνεχεία δε μετέβησαν στο .... και συναντήθηκαν με τους 2° και 4° κατηγορούμενους Ζ2 και Ζ3, αντίστοιχα, στους οποίους παρέδωσαν τις υπόλοιπες δύο επιταγές, υπό στοιχεία δ' και ε', συνολικού ποσού € 9.800. Το χρηματικό ποσό από την προεξόφληση και των πέντε επιταγών έλαβε ο Φ και το απέδωσε στο μηνυτή και πιο συγκεκριμένα ο τελευταίος έλαβε ως προεξόφληση το ποσό των € 11.783, παρακρατηθέντων τόκων συνολικού ποσού € 1.616,32, που αποτελείται εν μέρει από νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους με ετήσιο επιτόκιο 8%, ποσού € 179,65 και εν μέρει από τοκογλυφικούς τόκους ποσού € 1.436, 67 και το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης από τη συνολική αξία των επιταγών (€ 13.399,32) των παρακρατηθέντων τόκων σε ποσοστό 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την ημερομηνία της προεξόφλησης (20-1-2004) και μέχρι τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας επιταγής και ειδικότερα: α) την πρώτη επιταγή, ποσού € 1.080, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 998 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 82, από τους οποίους € 9,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 72,84 αντιστοιχούν σε παρανόμους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 1.030, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 842 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 188, από τους οποίους € 20, 80 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 167,20 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή ποσού € 1.489,32, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 1.307 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 182,32, από τους οποίους € 20,28 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 162,04 αντιστοιχούν σε παράνομοι τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού 3.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 3.020 και παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 380, από τους οποίους € 42,25, αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 337,75 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους και ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 6.400, το ποσό της προεξόφλησης (κεφάλαιο) ήταν € 5.616 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν 784, από τους οποίους € 87,16 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 696, 84 αντιστοιχούν παράνομους τοκογλυφικούς τόκους. Οι παραπάνω επιταγές εξοφλήθηκαν κατά την εμφάνισή τους για πληρωμή στην εκάστοτε πληρώτρια τράπεζα, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 6.400 (υπό στοιχείο Ε'), ως προς την οποία προέκυψε οικονομική αδυναμία του μηνυτή να καταθέσει έγκαιρα το ποσό της στον λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας, επί του οποίου είχε συρθεί, με αποτέλεσμα να δεχθεί τηλεφωνήματα από τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος με την απειλή ότι αν δεν του κατέβαλε ορισμένα μετρητά και επιπλέον δεν ανανέωνε την πιο πάνω επιταγή με άλλες που θα ενσωμάτωναν στην αξία τους και τους νέους τοκογλυφικούς τόκους σε ποσοστό πάντοτε 6% μηνιαίως (72% ετησίως), θα ζητούσε από την πληρώτρια τράπεζα τη σφράγιση της επιταγής. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής που ακολούθησε ο 2ος κατηγορούμενος με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων και πάντοτε σε συνεννόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό των τελευταίων, ο μηνυτής ενέδωσε και προκειμένου να αποφύγει την καταστρεπτική για τις επιχειρήσεις του σφράγιση της ως άνω επιταγής, δέχθηκε και κατά την αναγραφόμενη στη συγκεκριμένη επιταγή ημερομηνία έκδοσης της (31-3-2004), αφενός μεν κατέβαλε στον Ζ2, σε μετρητά, το ποσό των € 1.350, αφετέρου δε του παρέδωσε με σκοπό την ανανέωση του χρέους από την παραπάνω επιταγή και την παράταση της προθεσμίας καταβολής του: α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 597,78, που εκδόθηκε από τον ..... εις διαταγήν της εταιρίας ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-6-2004 και γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της τράπεζας "EFG EUROBANK ERGASIAS", ποσού € 680,40, που εκδόθηκε από την εταιρία "EUROMEDICA ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." εις διαταγήν της εταιρίας "....Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-5-2004. Με την πιο πάνω συμφωνία και δεδομένης της καταβολής του ποσού των € 1.350, μετά την οποία το οφειλόμενο κεφάλαιο της συγκεκριμένης επιταγής μειώθηκε από € 6.400 σε €.5.050 (6.400 - 1.350), οι νόμιμοι δικαιοπρακτικοί τόκοι (8% ετησίως) του εναπομείναντος προς εξόφληση κεφαλαίου της επιταγής αυτής μέχρι τις 20-6-2004, που είναι η απώτερη από τις αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης στις τρεις ως άνω επιταγές, ανέρχονταν σε € 89,65 και επομένως το υπόλοιπο ποσό της αξίας των τριών αυτών επιταγών, αφαιρουμένου του κεφαλαίου των € 5.050 και των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων, αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους και ανέρχεται σε € 2.138, 53 (6.000 + 597,78 + 680,40 = 7.278, 18 - 5.050 = 2.228,18 - 89,65). Εν συνεχεία και πάλι κατόπιν παρόμοιων απειλών του 2ου κατηγορουμένου προς τον μηνυτή, ο τελευταίος αναγκάστηκε και αντάλλαξε στις 31-3-2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού € 6.000 με δύο άλλες και συγκεκριμένα με τις υπ' αριθμ. .... και ..... επιταγές της Γενικής Τράπεζας, ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 η μία και 20-8-2004 η άλλη. Για το χρονικό διάστημα από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης (7-6-2004) της ανταλλαγείσας επιταγής των € 6.000 μέχρι την έλευση της απώτερης από τις ημερομηνίες που αναγράφονταν στις δύο νέες επιταγές (20-8-2004), ο νόμιμος δικαιοπρακτικός τόκος (8% ετησίως) για το οφειλόμενο κεφάλαιο των € 5.050 ανερχόταν σε € 81,90, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο ποσό των δύο αυτών επιταγών, που ανέρχεται σε € 2.855,10 (4.000 + 4.000 = 8.000 - 5.050 = 2.950 - 81,90) να αποτελεί τοκογλυφικούς τόκους. Ακολούθως, την 1-4-2004 και παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής με απειλές από την πλευρά των κατηγορουμένων, που διατυπώνονταν δια στόματος του 2ου κατηγορουμένου, αναγκαζόταν μέχρι τότε να ανταλλάσσει τις επιταγές που είχε δώσει στους κατηγορούμενους με άλλες, οι οποίες ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατέφυγε και πάλι στον Φ και ζήτησε από αυτόν να μεσολαβήσει εκ νέου για την προεξόφληση ακόμη έξι επιταγών. Έτσι του παρέδωσε τις εξής επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν του μηνυτή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-6-2004, η οποία είχε περιέλθει εις χείρας του κατόπιν ανταλλαγής της, όπως ήδη έχει αναφερθεί, β) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 6.250, που εκδόθηκε από την εταιρία "..... Ο.Ε." εις διαταγήν του Φ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 11-4-2004, γ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-7-2004, δ) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφομένη ημερομηνία έκδοσης 5-7-2004, ε) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 3-000, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-7-2004 και στ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 2.500, που εκδόθηκε από την Ψ εις διαταγήν της ιδίας, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-8-2004. Όλες οι παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, παραδόθηκαν στη συνέχεια από τον ΙΦ στον 1° κατηγορούμενο, προκειμένου μαζί με τους λοιπούς κατηγορουμένους να προβούν και πάλι στο δανεισμό του υπό τη μορφή της προεξόφλησης των ανωτέρω μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως είχαν πράξει και με το πρώτο πακέτο των πέντε επιταγών στις 20-1-2004, παρακρατώντας από την αξία των επιταγών ποσοστό 6% μηνιαίως για τόκους, κατά τη συνήθη πρακτική τους. Ο 1ος κατηγορούμενος, όμως, προσποιούμενος ότι θα πίστωνε τα ποσά των επιταγών σε τραπεζικό λογαριασμό φιλικού του προσώπου και μόλις έπαιρνε τα χρήματα θα τα κατέβαλε στον μηνυτή, όχι μόνο παρακράτησε τους κατ' ανάγκην συμφωνηθέντες τόκους, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των € 3.074, αλλά επιπλέον αρνήθηκε να ανταποκριθεί στη συμβατική του υποχρέωση για χορήγηση του συμφωνηθέντος κεφαλαίου του δανείου, ποσού € 21.676, το οποίο προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης ποσοστού 6% μηνιαίως (72% ετησίως) από την αξία κάθε επιμέρους επιταγής για το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 και μέχρι την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε
επιταγής. Ειδικότερα, το κεφάλαιο κάθε επιταγής και οι παρακρατηθέντες τόκοι, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτούς των νόμιμων δικαιοπρακτικών τόκων με επιτόκιο 8% ετησίως και των συμφωνηθέντων τοκογλυφικών τόκων με επιτόκιο 6% μηνιαίως (72% ετησίως), είχαν ως εξής: α) για την πρώτη επιταγή, ποσού € 6.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 5.301 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 699, από τους οποίους € 77,63 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 621,37 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, β) για τη δεύτερη επιταγή, ποσού € 6.250, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 6.130 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 120, από τους οποίους € 13,40 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 106,60 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, γ) για την τρίτη επιταγή, ποσού € 4.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 3.262 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 738, από τους οποίους € 82 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 656 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, δ) για την τέταρτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 2.528 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 472, από τους οποίους € 52,49 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 419,51 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, ε) για την πέμπτη επιταγή, ποσού € 3.000, το κεφάλαιο του δανείου ήταν 2.467 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 553, από τους οποίους € 59,32 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 473,68 αντιστοιχούν σε παράνομο τοκογλυφικούς τόκους και στ) για την έκτη επιταγή, ποσού 2.500, το κεφάλαιο του δανείου ήταν € 1.988 και οι παρακρατηθέντες τόκοι ήταν € 512, από τους οποίους € 50,92 αντιστοιχούν σε νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, ενώ € 455,08 αντιστοιχούν σε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι όλα τα σώματα των πιο πάνω έξι επιταγών ο 1ος κατηγορούμενος τα διοχέτευσε στους συγκατηγορούμενούς του και τα κατείχε στο εξής από κοινού με αυτούς, θέτοντας στην οπίσθια όψη τους την υπογραφή τους (οπισθογράφηση), ενώ λίγες ημέρες πριν από την έλευση της αναγραφόμενης ημερομηνίας έκδοσης κάθε μίας από τις μεταχρονολογημένες επιταγές ο 2ος κατηγορούμενος, και πάλι κατόπιν προτροπής και συνεννόησης με τους λοιπούς κατηγορουμένους, τηλεφωνούσε για λογαριασμό και των τελευταίων στο μηνυτή εμφανιζόμενος ως νόμιμος κομιστής των επιταγών και ευθέως τον απειλούσε με τη σφράγιση των επιταγών, αν δε δεχόταν να τις ανανεώσει με άλλες, μεγαλύτερης αξίας, που και πάλι θα ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους. Ενόψει της εκβιαστικής τακτικής των κατηγορουμένων με ενέργειες του 2ου εξ αυτών, ο μηνυτής ενέδιδε κάθε φορά που ερχόταν η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης κάθε μίας από τις επιταγές αυτές και έτσι δέχθηκε να προβεί στην ανανέωση των έξι αρχικών επιταγών, ως εξής: α) Την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 6.000, αντικατέστησε στις 7-6-2004 με τις υπ' αριθμ. .... και ..... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 η κάθε μία, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 10-8-2004 και 20-8-2004, αντίστοιχα, β) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 6.250, αντικατέστησε στις 11-4-2004 με τις υπ' αριθμ. ...., ..... και ..... επιταγές της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 4.000 κάθε μία από τις δύο πρώτες και € 5.732 η τρίτη, που εκδόθηκαν από την εταιρία ".... Ο.Ε.", με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 30-8-2004 και 30-9-2004 και 22-10-2004, αντίστοιχα, γ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 4.000, αντικατέστησε στις 25-7-2004 με τις υπ' αριθμ. ..... και .... επιταγές της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.230 η πρώτη και € 2.000 η δεύτερη, που εκδόθηκαν από την Ψ, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 18-9-2004 και 30-7-2004, αντίστοιχα, δ) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε στις 5-7-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.000, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-10-2004, ε) την υπ' αριθμ. .... επιταγή, ποσού € 3.000, αντικατέστησε στις 20-7-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού € 6.750, που εκδόθηκε από την Ψ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 29-9-2004 και στ) την υπ'αριθμ. ..... επιταγή, ποσού € 2.500, αντικατέστησε στις 10-8-2004 με την υπ' αριθμ. .... επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού € 5.300, που εκδόθηκε από την εταιρία "... Ο.Ε.", με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-12-2004. Με αυτό τον τρόπο οι αρχικές έξι επιταγές, συνολικής αξίας € 24.750, αντικαταστάθηκαν με επιταγές συνολικής αξίας € 48.012, αυξάνοντας έτσι το ύψος των ήδη αναφερθέντων τοκογλυφικών τόκων από τη δεύτερη ομάδα των έξι αυτών επιταγών κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση της αξίας των έξι αρχικών επιταγών από την αξία των επιταγών που τις αντικατέστησαν και το οποίο ανέρχεται σε € 23.262 (48.012 - 24.750). Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι επιδίωξαν την είσπραξη των παρανόμως συνομολογηθέντων ως άνω τοκογλυφικών ωφελημάτων, που ενσωματώνονταν στις προαναφερθείσες επιταγές, υποβάλλοντας αιτήσεις για την έκδοση διαταγών πληρωμής, οι οποίες και εκδόθηκαν (βλ. τις υπ' αριθμ. 31497/2004, 30820/2004 και 24/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και την υπ' αριθμ. 2360/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Μάλιστα, κατά την προσφιλή τακτική τους, ο αιτών την έκδοση καθεμίας από τις παραπάνω διαταγές πληρωμής (ο 4ος κατηγορούμενος για την πρώτη και την τέταρτη, ο 3ος κατηγορούμενος για τη δεύτερη και ο 5ος κατηγορούμενος για την τρίτη) την έστρεφε και κατά του εκάστοτε "συνεργάτη" του, από τον οποίο φαινομενικά είχε παραλάβει, την επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και ο οποίος την είχε οπισθογραφήσει προς αυτόν πριν την εμφάνισή της για πληρωμή, το ρόλο δε τούτο είχε αναλάβει σε όλες τις περιπτώσεις ο 2ος κατηγορούμενος, με εξαίρεση την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που φαινομενικά είχε οπισθογραφηθεί στον τελευταίο κομιστή της και αιτήσαντα την έκδοση της υπ' αριθμ. 30820/2004 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών (3° κατηγορούμενο) από τον 1° κατηγορούμενο. Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες από τον μηνυτή καταστάσεις διαταγών πληρωμής, που έχουν εκτυπωθεί από το σύστημα πληροφοριών του ΔΣΑ, προκύπτει ότι κατόπιν αιτήσεων των κατηγορουμένων έχει εκδοθεί πλήθος διαταγών πληρωμής (άνω των εκατό για τα έτη 2002 έως 2006) σε βάρος διαφόρων προσώπων, γεγονός που σε συνδυασμό με όλα τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγεί αναγκαία στο συμπέρασμα ότι τα αξιόγραφα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση των διαταγών πληρωμής ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, κρίση που ενισχύεται και από το ότι ο 5ος κατηγορούμενος κατέχει φαινομενικά τη θέση του καθ' ου η διαταγή πληρωμής στο σύνολο σχεδόν των διαταγών πληρωμής που έχουν εκδοθεί με αίτηση του 4ου κατηγορούμενου, κατά την παγίως ακολουθούμενη πρακτική τους, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην κρινόμενη υπόθεση. Τέλος, από τον τρόπο δράσης των κατηγορουμένων, όπως ήδη εκτέθηκε, και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της τοκογλυφίας, αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, τόσο σε βάρος του μηνυτή και της συζύγου του, όσο και σε βάρος άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ..... και ο ...., που έχουν υποβάλει τις με ABM A03/325 και Δ2003/4358 μηνύσεις, αντίστοιχα, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.
Τα ως άνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων κατηγορουμένων περιστατικά σαφώς συνάγονται από τις καταθέσεις του εγκαλούντα Ξ και των μαρτύρων ....., ...., Φ, Ψ, .... και ..... Έτι δε πλέον ενισχύεται η κατ' αυτών κατηγορία από τις προρρηθείσες επιταγές.
Από τα παραπάνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους". Στη συνέχεια κατέληξε ότι ορθά παραπέμφθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι με το εκκαλούμενο βούλευμα, για τις πράξεις α) της τοκογλυφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και β) της εκβίασης κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση και απέρριψε συνακόλουθα τις εφέσεις των κατηγορουμένων. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ'αυτό εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συναυτουργία κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση εκβίασης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ.στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 404 παρ. 2α και 385 παρ. 1γ' Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, η παραπομπή αυτού, ως συναυτουργού, για το σύνολο των πράξεων, αφού ρητά προσδιορίζεται στο βούλευμα, ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με βάση κοινό σχέδιο, για την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων που προαναναφέρθηκαν, επιπρόσθετα δε, αιτιολογείται πλήρως, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της τοκογλυφίας και ειδικότερα η "κατ' επάγγελμα" τέλεσή της, ενόψει του ότι παρατίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν την εν γένει υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι δράστες, στην τέλεση της τοκογλυφίας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, αναφορικά με το λόγο της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και σύμφωνα με την οποία αυτός, ειδικά για το αδίκημα της εκβίασης, θα έπρεπε να παραπεμφθεί ως ηθικός αυτουργός και όχι ως συναυτουργός, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτόν ότι, ο κατηγορούμενος Ζ2 απειλούσε τον εγκαλούντα ότι εάν δεν καταβάλει κάποια χρήματα και δεν ανανεώσει τις επιταγές με νέους τοκογλυφικούς τόκους, θα ζητούσε από την πληρώτρια Τράπεζα να σφραγίσει τις επιταγές αυτές, είναι προεχόντως απαράδεκτη, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, καθόσον, τόσο για το συναυτουργό (άρ. 45 Π.Κ.), όσο και για τον ηθικό αυτουργό (άρ. 46 παρ. 1 Π.Κ.), προβλέπεται η ίδια ποινή και άρα, οι πράξεις αυτές έχουν την ίδια βαρύτητα. Πέρα, όμως, από αυτά, η αιτίαση αυτή είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, αφού, το προσβαλλόμενο βούλευμα, ρητά δέχεται ότι "ο Ζ2 ενήργησε με την προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων (στους οποίους ρητά περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων Χ) και πάντοτε σε συννενόηση με αυτούς, ενεργώντας και για λογαριασμό τους...", δεχόμενο δηλαδή ότι ο παραπάνω αναφερόμενος ενήργησε με βάση το κοινό σχέδιο δράσης όλων των κατηγορουμένων, το οποίο και υλοποίησε μαζί τους, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τεθεί θέμα ύπαρξης ηθικής αυτουργίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοχ. Β' και Δ' του Κ.Π.Δ., με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 8/24.3.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αρ. 315/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή