Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1034 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1034/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.

Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 480/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 287/27.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ την από 14-3-2008 αίτηση του Χ1, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 158/28-9-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και χρήση νοθευμένων εγγράφων (αρ. 42 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 216 παρ. 2-1 ΠΚ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507).
Στην προκειμένη υπόθεση, η παραπάνω υπ'αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ1 καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή, για τις πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και χρήση νοθευμένων εγγράφων, που συνίστανται στο ότι: "Στο ...την 2-12-1998 Α) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει πλημμέλημα, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του, ήτοι επιχείρησε να πείσει το δικαστή του Μον. Πρωτ. Ηρακλείου σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, απέτυχε όμως του σκοπού που επιδίωκε από εμπόδια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, θέλοντας να αποκτήσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο 2.347.000 δραχμές, άσκησε ενώπιον του Μον. Πρωτ. Ηρακλείου την με αριθμό πρωτοκόλλου 2842/762/1998 χρηματική αγωγή του στην οποία ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-1996 μέχρι 2-7-1997 δάνεισε και παρέδωσε με 19 διαδοχικές συμβάσεις δανεισμού στον ήδη μηνυτή (εναγόμενο) Ν1 το συνολικό ποσό των 2.347.000 δραχμών. Κατά την εκδίκαση της αγωγής που έγινε την 2-12-1998 επιχείρησε να πείσει τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου για την αλήθεια των άνω ψευδών ισχυρισμών του, προσκομίζοντας και αποδείξεις καταβολής χρημάτων προς τον εναγόμενο, οι οποίες ανέγραφαν ως αιτίες πληρωμής όχι δάνειο αλλά διάφορες αιτιολογίες (έναντι λογαριασμού , ως αμοιβή εργασίας κ.λ.π.), απέτυχε όμως του σκοπού που επιδίωκε γιατί προέκυψε ότι το άνω ποσό των 2.347.000 δρχ. το κατέβαλε στον εναγόμενο ότε και ήδη πολιτικώς ενάγοντα, από την πρόσληψη του στο ελαιουργείο και αργότερα ως διαχειριστή για τα τρέχοντα έξοδα του ελαιουργείου τα οποία αυτός κατέβαλε. Β) Με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Hρακλείου ως προς την ύπαpξη δαvειακώv συμβάσεων μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος , ως προς τις επικαλούμενες με την ως άνω από 26-5-1992 (με αριθμό κατ. ΓΑ 2842/ΤΜ/762/1998, αγωγή του καταβολές από αυτόν προς τον πολιτικώς ενάγοντα Ν1 : α) την 24-12-1996 ποσού 500.000 δρχ. β) την 14-1-1997 ποσού 200.000 δρχ. γ) την 6-3-1997 ποσού 200.000 δρχ., δ) την 24-6-1997 ποσού 100.000 δρχ. και ε) την 25-7-1997 ποσού 50.000 δρχ., δηλαδή συνολικού ποσού 1.050.000 δρχ. (επί πλέον του προαναφερθέντος ποσού των 2.437.000 δρχ.) , έκανε χρήση ισάριθμων (5) αποδείξεων πληρωμής με ανάλογες ημεροχρονολογίες έκδοσης (πλην της τελευταίας, η οποία είχε ημερομηνία έκδοσης 25-7-1997), οι οποίες είχαν αρχικά συνταχθεί από αυτόν και είχαν υπογραφεί από τον λήπτη των ποσών, πολιτικώς ενάγοντα, αλλά είχε νοθευτεί το περιεχόμενο τους με την προσθήκη της φράσης "ως δάνειο", τελώντας εν γνώσει αυτής της πλαστογράφησης τους, ήτοι επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτές τις πλαστογραφημένες αποδείξεις (μαζί με άλλες γνήσιες που δεν ανέγραφαν τη φράση "δάνειο" και συνδυάσθηκαν με υπόλοιπο ποσό των 2.437.000 δρχ., το οποίο επίσης εζητείτο για την ίδια αιτία δηλαδή "ως δάνειο") στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, την 2-12-1994 κατά την εκδίκαση της ως άνω αγωγής του, για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο αυτής της αγωγής όσον αφορά το αιτηθέν με αυτή αντίστοιχο ποσό των 1.050.000 δρχ.".
Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στην χωρίς όρκο κατάθεση του ... (πολιτικώς ενάγοντος), στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο (ενενήντα τον αριθμόν) και στην απολογία του αιτούντος-κατηγορουμένου.
Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για να θεμελιώσει το αίτημα περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος: "1) την υπό χρον. 8-5-1995 μήνυσή του, κατά του αντιπροσώπου της διαχειρίστριας (εγγραφον 20). 2) Την υπό χρον. 28-7-1995 αγωγήν του στρεφόμενη κατά ων ίδιων ανωτέρω προσώπων, (έγγραφον 21) από την εκτίμησιν του περιεχομένου των οποίων αποκλείουν, όχι μόνον πάσαν συνεργασίαν αυτών (εναγομένων) μετ' αυτού ως εσφαλμένως εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση (έγγραφον 17). 3) το υπ' αριθμόν 164/97 δικαστικόν πρακτικόν συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφο 23). 4) το περιεχόμενον, της υπο χρον. 7-5-98 και αριθμόν πρωτ. Γ.Α. 2418/98 αίτησης του μηνυτού του Ν1 από την οποίαν αυτοαποκαλύπτει και αυτοδιαψεύδει τους ισχυρισμούς του ο ίδιος (εγγραφον 34). 5) την άσκησιν της υπό χρον. 25-11-98 ψευδούς περιεχομένου χρηματικής αγωγής του Ν1 (έγγραφον 37) την οποίαν εστήριξεν εις την υπ'αριθμόν 658/98 απόφασιν, στρέφει εναντίον της εταιρείας και μόνον, και όχι εναντίον του εάν και εφ'όσον ο ισχυρισμός, που κατέθεσεν, ενώπιον το Πενταμελούς ήτο αληθής θα έπρεπε να την στρέψει μόνον εναντίον του ή τουλάχιστον να συμπεριλάβει και αυτόν 6) τις προσκομισθείσες, και επικληθείσες αποδείξεις κατά την συζήτησιν της υπό χρον. 26-5-98 και αριθμόν πρωτ. Γ.Α. 2842/ΤΜ/762/98 δανειστικής χρηματικής αγωγής του (έγ. 1). 7) τα υπ'αριθμόν 162/98 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφον 2). 8) Την υπό χρον. ...έκθεσιν πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Αθηνών Φ1".
Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 158/2006 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινομένη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτουμένη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος των ως άνω πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε. Διότι όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ'αριθμ. 158/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ'είδος και αξιολόγησε: 1) ότι ο γραφικός χαρακτήρας της πρόσθετης φράσης "ως δάνειο" στις πέντε (5) επίδικες αποδείξεις πληρωμής, η οποία φράση δεν περιλαμβανόταν κατά την αρχική σύνταξη των αποδείξεων αυτών από τον κατηγορούμενο, είναι πανομοιότυπος με τον γραφικό χαρακτήρα του τελευταίου, ενώ οι υπόλοιπες αποδείξεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου για την απόδειξη της βάσης του δανείου των λοιπών κονδυλίων της αγωγής του δεν είχαν συνταχθεί απ'αυτόν και λόγω διαφοράς γραφικού χαρακτήρα δεν επιχειρήθηκε η νόθευσή τους, η οποία θα προδιδόταν ολοφάνερα, 2) ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που ήγειρε την αβάσιμη αγωγή (από δάνεια) κατά του πολιτικώς ενάγοντος, είχε οικονομικές δυσχέρειες που επιτάθηκαν στη συνέχεια και από την αδυναμία του ίδιου και της θυγατέρας του να πληρώσουν εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές εισφορές από την απασχόληση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους και 3) ότι ο πολιτικώς ενάγων απηλλάγη αμετάκλητα των κατηγοριών της ψευδούς καταμήνυσης με αντικείμενο την κρινομένη υπόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα με φυσικό αυτουργό τον εξετασθέντα κατά την εκδίκαση της δανειακής αγωγής του κατηγορουμένου, ως μάρτυρα του πολιτικώς ενάγοντα, Μ1. Περαιτέρω, η προσκομιζομένη από τον αιτούντα από 29-8-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου Φ1 δεν είναι πειστική και δεν αναιρεί την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του δικαστηρίου, ούτε φυσικά καθιστά φανερό ότι αυτός είναι αθώος των ως άνω πράξεων, αφού ο παραπάνω δικαστικός γραφολόγος, που διενήργησε, κατόπιν εντολής του αιτούντος, την σχετική έρευνα, δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα αλλά συμπερασματικώς. Ειδικότερα δε ως προς την επίμαχη φράση "ως δάνειο" στις πέντε (5) νοθευθείσες αποδείξεις το συμπέρασμα της γραφολογικής γνωμοδότησής του δεν στηρίζεται σε γραφολογικά δεδομένα, αλλά σε ενδείξεις, αφού εκθέτει σ'αυτή (γνωμοδότηση) ότι "...... καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι από την πλήρη εργαστηριακή έρευνα των εν λόγω αποδείξεων δεν προκύπτουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν ότι η λέξη "δάνειον" επί των αποδείξεων ημερομηνίας 24-12-1996 και ποσού 500.000 δρχ. ημερομηνίας 14-1-97 και ποσού 200.000 δρχ. ημερομηνίας 6-3-97 και ποσού 200.000 δρχ., ημερομηνίας 24-6-97 και ποσού 100.000 δρχ. και ημερομηνίας 25-7-97 και ποσού 50.000 δρχ. συμπληρώθηκε εκ των υστέρων".
Από όσα προηγούνται, προκύπτει ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της χρήσης νοθευμένων εγγράφων δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος των εν λόγω πράξεων.
Τέλος, οι λόγοι που προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση, ότι δηλαδή το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με εσφαλμένη, αντιφατική και ελλειπή αιτιολογία κατέληξε σε καταδικαστική κρίση, δεν αποτελούν, κατά τη μείζονα σκέψη της παρούσας, νέες αποδείξεις, αλλά λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μάλιστα προβλήθηκαν από τον αιτούντα με την από 26-10-2006 αίτησή του για αναίρεση της εν λόγω (158/2006) αποφάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου και απορρίφθηκαν με την υπ'αριθμ. 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατ'ακολουθία αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.

Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) να απορριφθεί η από 14-3-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 158/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και
Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 972/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 158/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και χρήση πλαστών (νοθευμένων) εγγράφων (άρθρα 42, 386 παρ.1και 216 παρ.2 σε συνδ. με παρ.1 Π.Κ.), για το λόγο ότι, από τα επικαλούμενα νέα έγγραφα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: "Μεταξύ της θυγατέρας του κατηγορουμένου ... και της Ε1 συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...Ο.Ε." με έδρα το χωριό ..., η οποία είχε, ως σκοπό την εκμετάλλευση ελαιουργείου. Διαχειρίστρια της εταιρίας είχε οριστεί με το καταστατικό, η Ε1. Ουσιαστικά όμως τη διαχείριση της εταιρίας ασκούσε ο γιος της Ε2, ο οποίος συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο δικηγόρο , που ήταν ο κατ' ουσίαν εταίρος στη θέση της θυγατέρας του. Κατά το Φθινόπωρο του 1996 οι σχέσεις των εταίρων διαταράχθηκαν και ο κατηγορούμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της θυγατέρας του, προσέλαβε με σχέση εξαρτημένης εργασίας τον πολιτικώς ενάγοντα Ν1 , με σκοπό αφενός την εν γένει επίβλεψη της κατάστασης του ελαιουργείου αφετέρου δε την ενέργεια πάσης φύσεως εργασιών, όπως συντήρηση των μηχανημάτων, καταβολή σε τρίτους χρημάτων που ελάμβανε από τον κατηγορούμενο για τα έξοδα κλπ. Τελικά μετά από συμφωνία και των δύο εταίρων, (ουσιαστικά, του κατηγορουμένου και του Ε2), διορίστηκε ο πολιτικώς ενάγων, στις 7-2-1997, διαχειριστής της ανωτέρω εταιρίας, αντί αμοιβής 300.000 δρχ. μηνιαίως, καθήκοντα που άσκησε και ατά την επόμενη ελαιοκομική περίοδο 1997-1998(βλ. την τελεσίδικη 222/1999 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ηρακλείου). Μέχρι τον διορισμό του πολ. Ενάγοντος ως διαχειριστή της εταιρίας, ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει, για λογαριασμό της θυγατέρας του, να καταβάλει σ' αυτόν 1100 δρχ. την ώρα για τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Από τις αρχές Νοεμβρίου του 1996, οπότε ο πολιτικώς ενάγων προσλήφθηκε από τον κατηγορούμενο, ασκούσε εν τοις πράγμασι διαχείριση και για το σκοπό αυτό ο κατηγορούμενος κατέβαλε σ' αυτόν τα αναγκαία χρηματικά ποσά για την αντιμετώπιση των δαπανών διαχείρισης, μεταξύ των οποίων και το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό των 3.397.000. Ο κατηγορούμενος όμως για να αποφύγει την ικανοποίηση των απαιτήσεων του πολ. ενάγοντος από αμοιβή για τις ανωτέρω υπηρεσίες του, επικαλέσθηκε ότι το ποσό των 3.397.000 δρχ. το κατέβαλε σ' αυτόν ως δάνειο. Προς τούτο μάλιστα ο κατηγορούμενος άσκησε και σχετική αγωγή εναντίον του πολ. ενάγοντος, η οποία απορρίφθηκε με την 162/1999 οριστική απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Στην αγωγή αυτή υποστηρίζει ότι από 21-11-1996 μέχρι 26-12-1997 κατέβαλε στον πολιτικώς ενάγοντα σε δραχμές, ως δάνειο τα εξής ποσά: 1) 200.000 στις 21-11-96, 2) 50.000 στις 22-11-1996, 3) 200.000 στις 16-12-96, 4) 500.000 στις 18-12-96, 5) 500.000 στις 24-12-96, 6) 130.000 στις 5-1-1997, 7) 55.000 στις 8-1-97, 8) 50.000 στις 10-1-97, 9) 200.000 στις 14-1-97, 10) 50.000 στις 13-2-97, 11) 130.000 στις 13-2-97, 12) 200.000 στις 6-3-97, 13) 100.000 στις 7-3-97, 14) 200.000 στις 14-3-97, 15) 100.000 στις 23-3-97, 16) 20.000 στις 23-5-97, 17)120.000 στις 27-5-97, 18) 120.000 στις 6-6-97, 19) 100.000 στις 24-6-97, 20) 160.000στις 2-78-97, 21) 50.000 στις 25-12-97, 22) 70.000 στις 20-12-97, 23)50.000 στις 26-12-97 και 24) 42.000 στις 12-12-97. Από τις αποδείξεις που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώστηκαν, τις οποίες επικαλείται ο κατηγορούμενος και δεν αμφισβητεί ο πολ. ενάγων, βεβαιώνεται ότι στον δεύτερο καταβλήθηκε τμηματικά το ποσό των 2.330.000 δρχ. Μεταξύ των αποδείξεων υπάρχει και η με ημερομηνία έκδοσης 13-2-1997 ποσού 130.000 δρχ, στην οποία αναγράφεται ότι δόθηκε στον πολ. ενάγοντα "έναντι εργασίας" και όχι ως δάνειο που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Άλλες αποδείξεις, πλην των πέντε που αναφέρονται στο διατακτικό είτε δεν αναφέρεται αιτία καταβολής του ποσού, είτε αναφέρεται ότι το ποσό δίνεται "έναντι λογαριασμού". Σε πέντε (5) μόνο από τις προαναφερόμενες αποδείξεις αναγράφεται ότι το ποσό δίνεται "δάνειο" και μάλιστα στην από 24-12-96 δρχ.500.000 "ως δάνειο αποδοτέον εντόκως νομίμως". Πειστική δικαιολογία των" επικαλούμενων από αυτόν διαδοχικών δανειακών συμβάσεων δεν έδωσε ο κατηγορούμενος και μάλιστα χωρίς να γίνεται εξόφληση του προγενέστερου δανείου. Το υποστηριζόμενο από αυτόν ότι ο πολ. ενάγων είχε οικονομικές ανάγκες δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα διότι ο τελευταίος αμειβόταν για τις υπηρεσίες του και η σύζυγος του ήταν εργαζόμενη με δικό της μισθό. Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη ότι σε μια απόδειξη αναγράφεται η φράση "έναντι εργασίας", ότι σ' άλλες αποδείξεις (πλην των πέντε) δεν γίνεται λόγος περί δανείου και ότι σε μια μόνον απόδειξη γίνεται λόγος και για τόκους, πείθεται το Δικαστήριο ότι νοθεύτηκε το περιεχόμενο των πέντε αποδείξεων περί το τέλος του έτους 1997 με την προσθήκη στο περιεχόμενο τους των λέξεων "ως δάνειο" και ο κατηγορούμενος τελώντας εν γνώσει της νόθευσης αυτών [των νοθευμένων αποδείξεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο δίκασε την από 26-5-1998 αγωγή του κατά του πολιτικώς ενάγοντος στις 2-12-1998. Βεβαίως από το χρόνο τέλεσης της πλαστογραφίας (νόθευση) των πέντε αποδείξεων πληρωμής (τέλος 1997), μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού (28-9-2006) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος για την παραγραφή του αδικήματος (πλημμελήματος) της πλαστογραφίας χρόνος πέντε ετών με συνυπολογισμό και επιπλέον του χρόνου αναστολής της παραγραφής (τριών ετών) κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας.
Συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο για την πλαστογραφία, λόγω παραγραφής και πρέπει να παύσει οριστικά η εναντίον του κατηγορούμενου ποινική δίωξη για την πράξη αυτή (άρθρο 111§3, 113 Π.Κ. και 370 Κ.Π.Δ.) Η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο όμως χρήση των πέντε πλαστών αποδείξεων πληρωμής αποκτά αυτοτέλεια στη συνέχεια ως αξιόποινη πράξη κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας (που προέβλεπε τη χρήση των πλατών αποδείξεων, ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας). Το ότι για τις επίμαχες πέντε αποδείξεις πληρωμής τελούσε εν γνώσει ο κατηγορούμενος ότι είναι πλαστές και έκανε χρήση αυτών μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις (που δεν περιείχαν τη φράση "ως δάνειο" για να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και αφού εκλάβει ως γνήσιες αυτές τις αποδείξεις να επιδικάσει υπέρ του κατηγορούμενου και σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος το περιλαμβανόμενο σε αυτές ποσό των 1.050.000 δρχ. μαζί με το υπόλοιπο αιτούμενο με την από 26-5-1998 αγωγή ποσό των 2.497.000 δρχ. δηλαδή το συνολικό ποσό των 3.397.000 δρχ. προκύπτει ειδικότερα από τα εξής: Α) Ο γραφικός χαρακτήρας της πρόσθετης φράσης "ως δάνειο", η οποία δεν περιλαμβανόταν κατά την αρχική σύνταξη των αποδείξεων αυτών από τον "κατηγορούμενο (που ζήτησε και έλαβε τότε την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος) είναι πανομοιότυπος με τον γραφικό χαρακτήρα του συντάκτη αυτών των αποδείξεων κατηγορουμένου (βλέπε και κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος), ο οποίος κατηγορούμενος άλλωστε δεν αρνείται την πατρότητα τους. Αντίθετα οι υπόλοιπες αποδείξεις πληρωμής που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου για την απόδειξη της βάσης του δανείου των λοιπών κονδυλίων της αγωγής του, δεν είχαν συνταχθεί από αυτόν και λόγω διαφοράς γραφικού χαρακτήρα δεν επιχειρήθηκε η νόθευση τους, η οποία θα προδιδόταν ολοφάνερα. Β) Οι πέντε αυτές αποδείξεις πληρωμής που πιστοποιούσαν τις με αρ. 5,9,12,19 και 21 καταβολές από τον κατηγορούμενο προς τον πολιτικώς ενάγοντα ποσού 1.050.000 δρχ. (500.000 + 200.000+200.000+100.000+50.000 δρχ) στο οποίο δόθηκε από τον κατηγορούμενο αυθαίρετα ο ψευδεπίγραφος χαρακτηρισμός του "δανείου", συνδυάσθηκαν με άλλες 19 καταβολές με αριθμ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 20, 22, 23, 24, της αγωγής (ποσού 2.497.000 δρχ.) για τις οποίες προσκομίσθηκαν επιπλέον 10 αποδείξεις ποσού 1.280.000 δρχ. που δεν έκαναν μνεία για δανειακή σχέση των διαδίκων (αλλά είχαν άλλες ενδείξεις, όπως "αμοιβή εργασίας", "έναντι λογαριασμού", ή καμία ένδειξη). Και ενώ θα μπορούσε ίσως ένας τέτοιος ατυχής συσχετισμός να αποδοθεί εγκαίρως από διαφορετικές συνθήκες από άλλον καλόπιστο διάδικο σε παραδρομή, ο κατηγορούμενος παρά ταύτα ενέμεινε στο σχεδιασμό του να επιτύχει την επιδίκαση του αιτηθέντος με την αγωγή του συνολικού ποσού, επιχειρώντας έτσι να προσδώσει και στις υπόλοιπες έγγραφες αποδείξεις πληρωμής εντελώς διαφορετική έννοια από την αποτυπωμένη στο κείμενο αυτών. Εξέφρασε ο κατηγορούμενος κατ' αυτό τον τρόπο την σκοπιμότητα του για παραπλάνηση του δικαστηρίου με το σύνολο της αγωγής του, ώστε να γίνει αυτή ολικά δεκτή και για τα (9) κονδύλια για τα οποία δεν διέθετε έγγραφες αποδείξεις πληρωμής. Γ) Στον κρίσιμο χρόνο που ο κατηγορούμενος επικαλείται με την αγωγή του ότι δάνεισε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 3.397.000 δρχ. είχε βεβαίως ο τελευταίος ανειλημμένες υποχρεώσεις για αποπληρωμή δανείων επισκευής αστικών ακινήτων του. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε αδυναμία αυτού να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για αποπληρωμή των δόσεων των δανείων του, από τα εισοδήματα από εργασία του ιδίου και της συζύγου του και την υπόλοιπη περιουσία του, ούτε υφίσταται κάποια ασφαλής ένδειξη ακόμα και από την πλευρά των μαρτύρων της υπεράσπισης, σχετικά με το ότι ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος εδικαιούτο αμοιβής για τις προσφερόμενες στην εταιρία υπηρεσίες του ως διαχειριστή αυτής και λάμβανε από τον κατηγορούμενο χρήματα για την αμοιβή του και για πληρωμές ως εντολοδόχος, έλαβε-και κάποια έστω ποσά ως δάνειο στη διάρκεια της έννομης αυτής σχέσης του ή και στα πλαίσια άλλης σχέσης του με τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που ήγειρε την ως άνω αβάσιμη αγωγή (από δάνεια) κατά του πολιτικώς ενάγοντα, είχε οικονομικές δυσχέρειες που επιτάθηκαν στη συνέχεια, όπως προκύπτει και από την αδυναμία του ίδιου και της θυγατέρας του να πληρώσουν εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές εισφορές από την απασχόληση εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους (βλ. πρωτόδικες καταδικαστικές αποφάσεις 25351/11-12-2000 και 13458/25-6-2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που εξαφανίσθηκαν κατ' έφεση μεταγενέστερα, μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των καταδικασθέντων προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς). Δ) Ο πολιτικώς ενάγων απηλλάγη αμετάκλητα των κατηγοριών της, ψευδούς καταμήνυσης με αντικείμενο την κρινόμενη υπόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα με φυσικό αυτουργό τον εξετασθέντα κατά την εκδίκαση της από δανειακής αγωγής του κατηγορούμενου, ως μάρτυρα του πολιτικώς ενάγοντα Μ1 (βλ. πρακτικά και αποφάσεις 1525/2004 και 164/2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου και του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου αντιστοίχως, με συναφείς βεβαιώσεις αμετακλήτου αυτών). Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω και σε συμφωνία προς όσα σχετικά με την υπόθεση αυτή έχουν κριθεί με την δεσμευτική για το δικαστήριο αυτό υπ' αρ. 1452/2006 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει: 1) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, κατά τα προαναφερόμενα, ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας. 2) Να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης της απόπειρας απάτης με τις πέντε πλαστές αποδείξεις (για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος χρήσης πλαστών), δεδομένου ότι όπως κρίθηκε και με την ως άνω αναιρετικά απόφαση, η απόπειρα απάτης δεν μπορεί να συρρέει με τη χρήση πλαστού εγγράφου, η οποία και μόνη τιμωρείται όταν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατική, που συγκροτούν τις δύο αυτές πράξεις, όπως στην προκείμενη περίπτωση. (3) Να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου που τελέστηκε με την επίκληση των 19 καταβολών και χρήση 10 γνήσιων αποδείξεων, (πέρα εκείνων που συγκροτούν τη χρήση πλαστών εγγραφών), με το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου (άρθρο 84§2 α Π.Κ.)". Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία 1) την υπό χρον.8-5-1995 μήνυσή του, κατά του αντιπροσώπου της διαχειρίστριας (έγγραφο 20), 2)την υπό χρον.28-7-1995 αγωγή του στρεφομένη κατά των ίδιων ανωτέρω προσώπων (έγγραφο 21) από την εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων αποκλείουν, όχι μόνον πάσαν συνεργασίαν αυτών (εναγομένων) μετ' αυτού ως εσφαλμένως εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση (έγγραφο 17), 3) το υπ' αριθμόν 164/97 δικαστικόν πρακτικόν συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφο 23), 4) το περιεχόμενο της υπό χρον. 7-5-98 και αριθμό πρωτ.2418/98 αίτησης του μηνυτή του, από την οποίαν αυτοαποκαλύπτει και αυτοδιαψεύδει τους ισχυρισμούς του ο ίδιος (έγγραφο 34), 5) την άσκηση της υπό χρον.25-11-1998 ψευδούς περιεχομένου χρηματικής αγωγής του Ν1 (έγγραφο 37) την οποία εστήριξεν εις την υπ' αριθμόν 658/98 απόφασιν, στρέφει εναντίον της εταιρείας και μόνον, και όχι εναντίον του εάν και εφόσον ο ισχυρισμός, που κατέθεσεν, ενώπιον του Πενταμελούς ήτο αληθής θα έπρεπε να τη στρέψει μόνον εναντίον του ή τουλάχιστον να συμπεριλάβει και αυτόν, 6) τις προσκομισθείσες και επικληθείσες αποδείξεις κατά την συζήτησιν της υπό χρον.26-5-98 και αριθμόν πρωτ.Γ.Α.2842/Τ.Μ./762/98 δανειστικής χρηματικής αγωγής του (έγγραφο 1), 7) τα υπ' αριθμόν 162/98 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (έγγραφο 2), και 8) την υπό χρον. 29-8-2007 έκθεσιν πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Αθηνών Φ1. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία τα με αριθμό 3,6 και 7 δεν αποτελούν νέες αποδείξεις αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ τα υπόλοιπα έγγραφα δεν στηρίζουν τους ισχυρισμούς του αιτούντος και τούτο διότι τα με αριθμό 1, 2, 4, 5 έγγραφα το πρώτο τούτων είναι μήνυση του αιτούντος κατά των Ε2, ... και Ε1 για υπεξαίρεση το δεύτερο είναι αγωγή του αιτούντος απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου στρεφομένη κατά των ..., Ε1 και Ε2 με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν οι ανωτέρω να του καταβάλουν συνεπεία αδικοπραξίας το αναφερόμενο σ'αυτή χρηματικό ποσό, χωρίς επ' αυτής να υπάρχει αμετάκλητη απόφαση, το τρίτο είναι μία αίτηση του Ν1 απευθυνομένη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την οποία ζητεί να διορισθεί προσωρινός διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε", το τέταρτο είναι αγωγή του Ν1 απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου στρεφομένη κατά της Ο.Ε. με την επωνυμία "... Ο.Ε." με την οποία ζητεί να του καταβάλει ως αμοιβή για την παροχή εργασίας το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό. Περαιτέρω και η από 29-8-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου Φ1 δεν είναι πειστική και δεν αναιρεί την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του δικαστηρίου, αφού ο παραπάνω δικαστικός γραφολόγος, που διενήργησε, κατόπιν εντολής του αιτούντος, την σχετική έρευνα, δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα, αλλά συμπερασματικώς. Ειδικότερα ως προς την επίμαχη φράση "ως δάνειο" στις πέντε (5) νοθευθείσες αποδείξεις το συμπέρασμα της γραφολογικής γνωμοδότησής του δεν στηρίζεται σε γραφολογικά δεδομένα, αλλά σε ενδείξεις, αφού εκθέτει σ'αυτή (γνωμοδότηση) ότι " ...καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι από την πλήρη εργαστηριακή έρευνα των εν λόγω αποδείξεων δεν προκύπτουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν ότι η λέξη "δάνειο" επί των αποδείξεων ημερομηνίας 24-12-1996 και ποσού 500.000 δραχμών, ημερομηνίας 14-1-1997 και ποσού 200.000 δρχ., ημερομηνίας 6-3-97 και ποσού 200.000 δρχ., ημερομηνίας 24-6-97 και ποσού 100.000 δρχ. και ημερομηνίας 25-7-97 και ποσού 50.000 δρχ. συμπληρώθηκε εκ των υστέρων". Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της χρήσης πλαστών (νοθευμένων) εγγράφων δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ1 είναι αθώος των πράξεων αυτών για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 158/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή