Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 250 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια παρ' υποχρέω (δύτη κατά την κατάδυσή του σε ιχθυοτροφική επιχείρηση). Ποινική ευθύνη νόμιμου εκπροσώπου επιχείρησης και επόπτη εργασιών (και των καταδυτικών από συνεργείο). Καταδίκη αμφοτέρων. Αιτήσεις αναίρεσης για έλλειψη ακροάσεως, απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Συνεκδίκαση αιτήσεων αναίρεσης και απόρριψη αυτών στο σύνολό τους λόγω του μη βασίμου όλων των ανωτέρω λόγων αναίρεσης.




Αριθμός 250/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαρκάτο, περί αναιρέσεως της 1734/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, ατομικά και ως ασκούσα γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.6.2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 886/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου ως άνω Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 25.8.2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., η πολιτικώς ενάγουσα (δι' εαυτήν και δια την ανήλικη θυγατέρα της Ψ2) Ψ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίστηκαν οι δύο αναιρεσείοντες (Χ1 και Χ2).
Συνεπώς, το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Οι δύο κρινόμενες από 10.6.2009 αιτήσεις των ως άνω δύο αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση της υπ' αριθ. 1734/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συναφείας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1734/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών ο καθένας, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία χρόνια. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά, στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι από την χωρίς όρκο κατάθεση στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα ίδια ως άνω πρακτικά και αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, τις απολογίες αμφοτέρων των τότε εκκαλούντων - κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 κατά τον κρίσιμο χρόνο της 24.3.2002 ήταν Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη νήσο ... Ν. ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΙΘΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ". Η τελευταία διατηρούσε στη νήσο ... μονάδα ιχθυογεννητικού σταθμού παραγωγής γόνου ιχθύων. Για τις ανάγκες λειτουργίας της είχε προσλάβει ως δύτη το έτος 1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ΑΑ. Από τότε τον απασχολούσε συνεχώς με την ιδιότητα αυτή. Ο ανωτέρω έκανε καταδύσεις στην περιοχή των κλωβών κατ' εντολή και για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας, προκειμένου να ελέγχει αυτούς και να προβαίνει σε επιδιόρθωσή τους στην περίπτωση που υφίσταντο βλάβες από οιαδήποτε αιτία. Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την παραπάνω ιδιότητα του εργοδότη, ασκούσε την άμεση εποπτεία του προσωπικού και ήταν υποχρεωμένος να επιμελείται στα πλαίσια της εύρυθμης και σύμφωνης με τους ισχύοντες κανονισμούς τη νόμιμη λειτουργία της εταιρίας στον τομέα της παραγωγικής διαδικασίας των εκτρεφομένων ιχθύων, καθώς επίσης να λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία του δύτη, που καταδυόταν στους ιχθυοκλωβούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 9 του υπ' αριθμ. 3131/1/20/95 Γενικού Κανονισμού Λιμένα (ΦΕΚ Β' 978). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η ελάχιστη σύνθεση καταδυτικού συνεργείου σε βάθη δώδεκα έως πενήντα μέτρων είναι ένας επόπτης δύτης και δύο δύτες, ο ένας από τους οποίους εκτελεί καθήκοντα δύτη ασφαλείας. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 8 περ. δ' του ίδιου Κανονισμού, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ διαδοχικών καταδύσεων πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε ο οργανισμός του δύτη να έχει απαλλαγεί απολύτως από το διαλυμένο άζωτο ή να έχει μικρή ποσότητα που να είναι γνωστή στον επόπτη και δύτη, από τους πίνακες των διαδοχικών καταδύσεων ή και το αποσυμπιεσόμετρο. Η δε μικρή αυτή ποσότητα πρέπει να υπολογιστεί για την επόμενη κατάδυση. Ο πρώτος κατηγορούμενος ασκούσε την εποπτεία στο προσωπικό και στη λειτουργία της ιχθυοπαραγωγικής μονάδας από την ίδρυσή της. Είχε δε, ενόψει των ανωτέρω, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εργοδότης του δύτη να μεριμνά για τον εφοδιασμό αυτού με κατάλληλο καταδυτικό συνεργείο, να απαγορεύει και να έχει δώσει ρητές εντολές σ' αυτόν να μην εκτελεί καταδύσεις χωρίς τη συνοδεία καταδυτικού συνεργείου, καθώς επίσης να μεσολαβεί μεταξύ διαδοχικών καταδύσεων τέτοιος χρόνος ώστε ο οργανισμός να έχει απολύτως απαλλαγεί από το διαλυμένο άζωτο. Κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στην ... για vα υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις επειδή αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας με την καρδιά του. Εξακολουθούσε δε να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας και να ασκεί τα απορρέοντα απ' αυτή την ιδιότητα καθήκοντα και να έχει τις ανωτέρω ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ναυπηγός με σύμβαση με την εργοδότρια εταιρία κατά μήνα Φεβρουάριο 2002 ορίστηκε εντεταλμένος αυτής να ασκεί και αυτός την άμεση εποπτεία και να επιμελείται στα πλαίσια της εύρυθμης και σύμφωνης με τους ισχύοντες κανονισμούς τη νόμιμη λειτουργία της εταιρίας και στον ειδικότερο τομέα της παραγωγικής διαδικασίας των εκτρεφομένων ιχθύων, ως και τη λήψη και τήρηση των απαιτούμενων μέτρων για την προστασία των δυτών που καταδύονταν στους κλωβούς. Ενόψει δε της ιδιότητας αυτής, είχε τις ίδιες ανωτέρω με τον πρώτο ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις. Στις 24-3-2002 ο δύτης ΑΑ μετέβη στο χώρο της εργασίας του προκειμένου να καταδυθεί για να διενεργήσει έλεγχο των κλωβών. Πράγματι, περί ώρα 10.30 καταδύθηκε σε βάθος 18 μέτρων, όπου βρισκόταν οι κλωβοί και αναδύθηκε στις 10.40-11.10 περίπου. Στη συνέχεια δε, περί ώρα 11.30, καταδύθηκε εκ νέου στο ίδιο βάθος. Μολονότι δε ενεργούσε την κατάδυση αυτή κατ' εντολή και για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρίας, οι κατηγορούμενοι δεν μερίμνησαν, όπως όφειλαν και είχαν κατά τα προαναφερθέντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να παρεμποδίσουν την κατάδυση ελλείψει συνθέσεως του απαιτούμενου από τις προαναφερθείσες διατάξεις καταδυτικού συνεργείου, ήτοι ενός επόπτη δύτη και ενός ακόμη πλην του ΑΑ δύτη, ο οποίος θα ενεργούσε καθήκοντα ασφαλείας για την παροχή πρώτων βοηθειών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Περαιτέρω, δεν απέτρεψαν τον δύτη να ενεργήσει τη δεύτερη διαδοχική κατάδυση, καίτοι μεταξύ των δύο καταδύσεων δεν είχε μεσολαβήσει ικανός χρόνος προς αποτοξίνωση του οργανισμού του από το άζωτο και αναζωογόνηση των δυνάμεών του προς αποτροπή του κινδύνου, με αποτέλεσμα να υποστεί καρδιακό επεισόδιο οφειλόμενο στη συγκέντρωση φυσαλίδων στην καρδιά. Οι παραλείψεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα να υποστεί ο ΑΑ λόγω απόφραξης της εμπρόσθιας στεφανιαίας αρτηρίας οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός του θαλασσίου ύδατος σε βάθος 18 μέτρων και στη συνέχεια ανακοπή της καρδιακής λειτουργίας, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτού. Την ανωτέρω προσοχή όφειλαν να καταβάλουν οι κατηγορούμενοι, όπως κάθε μέτρια συνετός άνθρωπος που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και τις συνήθειες της κοινωνικής ζωής, μπορούσαν δε να τηρήσουν ενόψει των προσωπικών περιστάσεών τους, των προαναφερθεισών ιδιοτήτων τους, γνώσεων και ικανοτήτων. Περαιτέρω προέκυψε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη, ατομική και οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως, πρέπει vα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και να αναγνωριστεί στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίπτωση του αρ. 84 παρ. 2α ΠΚ". Με την παραπάνω δε αιτιολογία απέρριψε: 1) τον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης τους, 2) το αίτημα περί κλητεύσεως μαρτύρων με ειδικές γνώσεις ως προς τη νόσο των δυτών και 3) το αίτημα της αναβολής της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, που έχει κατά λέξη: "Ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι το έργο που εκτελούσε ο θανών εμπίπτει στην έννοια των υποβρύχιων εργασιών (του Γενικού Κανονισμού Λιμένα 10/1995 που εγκρίθηκε με την 3131/1/20/95 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας) και ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Τέλος, το αίτημα των κατηγορουμένων να κληθούν και εξεταστούν ως μάρτυρες πρόσωπα με ειδικές γνώσεις για τη νόσο των δυτών, κατ' άρθρο 203 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η μαρτυρία αυτών δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Επίσης, το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη για να εξακριβωθούν τα ακριβή αίτια του θανάτου του ΑΑ, πρέπει να απορριφθεί, καθότι η πραγματογνωμοσύνη δεν πρόκειται να εισφέρει απολύτως τίποτε περισσότερο από τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, ως εκ της άνω ιδιότητας που είχε ο καθένας τους στην ιχθυοτροφική επιχείρηση - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΙΘΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στην οποία εργαζόταν ως δύτης ο αποβιώσας την 24.3.2002 κατά την εκτέλεση εργασίας του, ΑΑ, ήτοι ότι αυτοί, καίτοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τον τότε ισχύοντα υπ' αριθ. 10/1995 Γενικό Κανονισμό Λιμένος (που είχε εγκριθεί με την 3131/1/1995 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και ειδικότερα τα άρθρα 9 και 10 παρ. 9 αυτού), το μεν, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, παρέλειψαν να παρεμποδίσουν την σε βάθος 18 μέτρων, όπου βρίσκονταν οι κλωβοί των ιχθύων που εκτρέφονταν από την ως άνω επιχείρηση κατάδυση του προαναφερόμενου δύτη, ελλείψει πλήρους συνθέσεως (με επόπτη δύτου και έναν δύτη ακόμη) καταδυτικού συνεργείου, το δε δεν απέτρεψαν τον ανωτέρω δύτη να διενεργήσει νέα κατάδυση στο ίδιο βάθος, καίτοι μεταξύ της αρχικής κατάδυσής του και της μοιραίας κατάδυσης δεν μεσολάβησε ικανός χρόνος προς αποτοξίνωση του οργανισμού του από το άζωτο και αναζωογόνηση των δυνάμεών του προς αποτροπή του κινδύνου να υποστεί καρδιακό επεισόδιο, οφειλόμενο στη συγκέντρωση φυσαλίδων στην καρδιά, από το οποίο ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτού ακαριαίως. Επιπλέον, η αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί συγγνωστής νομικής πλάνης τους (άρθρο 31 παρ. 1 ΠΚ) είναι ειδική και αιτιολογημένη (βλ. σελ. 30 της προσβαλλόμενης απόφασης), με την επισημείωση ότι ο τότε (Μάρτιο 2002) ισχύων, με την έγκρισή του με την υπ' αριθ. 3131.1/20/95 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, υπ' αριθ. 10/1995 Γενικός Κανονισμός Λιμένα αναφέρεται και στις καταδυτικές εργασίες και στην κρινόμενη υπόθεση γνώριζαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ότι το έργο που εκτελούσε ο θανών δύτης ενέπιπτε στην έννοια των υποβρυχίων εργασιών και ότι έπρεπε να λάβουν τα από τον ως άνω Γ.Κ. Λιμένα οριζόμενα μέτρα για την ασφαλή παροχή από όλους τους εργαζομένους της εργασίας τους. Ακόμα είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτημάτων των τότε εκκαλούντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων: 1) για την κλήτευση νέων μαρτύρων με ειδικές γνώσεις και 2) για την αναβολή της δίκης για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση των αιτίων θανάτου του δύτη ΑΑ, αφού το Δικαστήριο της ουσίας είχε ήδη σχηματίσει την κρίση του ως προς την ποινική ευθύνη των αναιρεσειόντων από τα αποδεικτικά μέσα που είχε τότε στη διάθεσή του (μάρτυρες που μερικοί είχαν το επάγγελμα του δύτη ή του ιατρού και εξήντα συνολικά έγγραφα).
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, Δ και Ε του ΚΠΔ κοινοί λόγοι αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως (με τη μορφή της μη απάντησης στον ισχυρισμό τους περί ανυπαρξίας του επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο προερχόταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος - θάνατο του δύτη ΑΑ), της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον δεύτερο των πιο πάνω λόγων (για έλλειψη στην απόφαση ειδικής αιτιολογίας) πλήττεται απαραδέκτως η απόφαση αυτή για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που την εξέδωσε, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος πρότεινε κατά λέξη "να γίνουν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί (ως προς το φυσιολογικό θάνατο από παθολογικά αίτια, ο οποίος δεν συνοδεύεται με τυχόν παραλείψεις των κατηγορουμένων) και στη συνέχεια ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να απορριφθούν οι λοιποί ισχυρισμοί και τα αιτήματα και την απαλλαγή των εκκαλούντων κατηγορουμένων ή σε περίπτωση καταδίκης να ληφθεί υπόψη ο πρότερος έντιμος βίος τους (βλ. τέλος 26ης και αρχή 27ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης). Η ως άνω πρόταση, ευνοϊκή για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, είναι σαφής, ανεξαρτήτως του ότι αυτή έγινε δεκτή εν μέρει από το Δικαστήριο (μόνον ως προς την αναγνώριση στους καταδικασθέντες αναιρεσείοντες της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ) και ουδεμία απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί με το εναλλακτικό τμήμα της, αλλά προεχόντως είναι απαράδεκτος ο στηριζόμενος στην εν λόγω διατύπωση της Εισαγγελικής πρότασης λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ της αίτησης αναίρεσης του Χ1 (4ος λόγος της αίτησης αυτής) και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον δεν δικαιούται ο κατηγορούμενος να προτείνει ως λόγο ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα ή την τυχόν αοριστία της προτάσεώς του, κατά τα προαναφερόμενα. Πρέπει να επισημανθεί ότι τελευταίοι έλαβαν τον λόγο οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος (άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠΔ) και ανέπτυξαν την υπεράσπισή του, χωρίς να στερηθούν έτσι από το δικαίωμα να αντικρούσουν όλες τις εκδοχές και ιδιαίτερα της μη ευνοϊκές γι' αυτόν της ως άνω Εισαγγελικής πρότασης (βλ. 27η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης).
Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης εκάστου αυτών (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 10 Μαρτίου 2009 δύο (2) αιτήσεις των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) του Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1734/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή