Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1273 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δικαστηρίου σύνθεση, Παίγνια τυχερά.




Περίληψη:
Τυχηρά παίγνια. Έννοια. Στοιχεία. Πρέπει ο καταδικασθείς κατά το άρθρο 4 του Ν. 3037/2002 να φέρει την ιδιότητα του εκμεταλλευόμενου ή διευθυντή του καταστήματος στο οποίο διενεργούνται τα απαγορευμένα παίγνια. Δεν παραβιάζεται το Κοινοτικό Δίκαιο εκ της καταδίκης, κατά το άρθρο 4 Ν. 3037/2002, του επιτρέψαντος την διενέργεια τυχηρών παιγνίων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές του καταστήματος. Διαφορετικό το ζήτημα που έκρινε η από 26-10-2006 (C 65/05) απόφαση του ΔΕΚ (ΑΠ 547/2008). Δεν αντίκεινται στα άρθρα 4, 5 και 25 Συντάγματος οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3037/2002. Κακή σύνθεση του Δικαστηρίου. Πότε υπάρχει. Όταν στο Εφετείο μετέσχε ο δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 171 παρ. 1 Α΄ και 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ). Δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή όταν ο δικαστής μετείχε στην σύνθεση του Εφετείου, που ανέβαλε την εκδίκαση κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, δεν μετείχε όμως στην μετ' αναβολή δικάσιμο στην σύνθεση που εκδίκασε την υπόθεση (ΑΠ 574/2006). Απόλυτη ακυρότητα όταν δεν προκύπτει η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων. Πότε συντρέχει. Απορρίπτει λόγους περί απόλυτης ακυρότητας, ελλείψεως αιτιολογίας εσφαλμένης ερμηνείας εφαρμογής λόγω αντισυνταγματικότητας και αντιθέσεως στο Κοινοτικό Δίκαιο των διατάξεων του Ν. 3037/2002.




Αριθμός 1273/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την
αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαρκούλη, περί αναιρέσεως της 3752/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 24 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1760/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατα το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. α`του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα ο δικαστής, ο οποίος έχει συμπράξει στην έκδοση αποφάσεως, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Εκ τούτου παρέπεται ότι η συμμετοχή στη σύνθεση του δικάζοντος κατ έφεση δικαστηρίου δικαστή που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λόγο αναιρέσεως. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν ο δικαστής που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβληθείσα με έφεση απόφαση μετείχε μεν στην σύνθεση του Εφετείου, πλην όμως δεν εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ ουσία, αλλ αναβλήθηκε η συζήτηση δι οιονδήποτε λόγο, όπως και εκείνος του άρθρου 61 ΚΠΔ, εφόσον ο εν λόγω δικαστής δεν μετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση μετά την αναβολή, τούτο δε διότι η αναβλητική απόφαση, δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβάλλεται ποινή με αυτή (ΑΠ 574/2006). Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημ/κειου Βεροίας που εξέδωσε την 2697/2005 καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση, μετείχε ως πρόεδρος η τότε Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθανασία Στάγκου. Κατά την συζήτηση της εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κατά την δικάσιμο της 11-11-2008, μετείχε στην σύνθεση του Εφετείου Θεσσαλονίκης η προαχθείσα σε εφέτη ως άνω Αθανασία Στάγκου. Το Δικαστήριο, κατόπιν παραδοχής του αιτήματος των κατηγορουμένων, ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως, κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, για τη δικάσιμο της 29-9-2009, κατά την οποία και εκδικάσθηκε η υπόθεση με άλλη σύνθεση, στην οποία δεν μετείχε η ανωτέρω εφέτης και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3752/2009 καταδικαστική απόφαση.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν υπήρξε ακυρότητα και της διαδικασίας ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, λόγω της κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που έκρινε βάσιμο το αίτημα αναβολής και ανέβαλε την εκδίκαση, κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Κατ ακολουθία ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 1 α ΚΠΔ, τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναγνώσθηκαν, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από τους αναιρεσείοντες, τα εξής έγγραφα, τα οποία αναφέρονται και στην πρωτόδικη απόφαση: 1. Πέντε (5) εκθέσεις σύλληψης. 2. Τέσσερις (4) εκθέσεις κατάσχεσης. 3. Έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης. 4. Τρία (3) γραμμάτια Ταμείου Παρακαταθηκών και δανείων. Από την ανωτέρω αναφορά καθίσταται σαφής η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων και ότι αυτά αφορούσαν την συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία ήσαν κατηγορούμενοι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι και μπορούσαν κατά την ανάγνωσή τους, γνωρίζοντας τα προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, να ζητήσουν την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχει το άρθρο 358 ΚΠΔ. Άλλωστε τα με αριθμούς 2, 3 και 4 αναγνωστέα αναφέρονται, κατά τα πλήρη στοιχεία τους και το περιεχόμενό τους, στην διάταξη της αποφάσεως που αφορά την δήμευση των κατασχεθέντων και δη στις σελίδες 29, 30 και 31 της προσβαλλομένης, με αποτέλεσμα να μη έχει λάβει χώρα η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α', σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5. Επίσης, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων. 2. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'' και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας, ποινικές (άρθρο 4), και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η του πρώτου αναιρεσείοντος, την διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι την διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια τους έχει, αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κλπ) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι, δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά, με τέτοιο τρόπο και με σκοπό απόδοσης οιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2, και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας(Βλ. για το περιεχόμενο της αρχής αυτής και τι συνεπάγεται η παραβίασή της από το νομοθέτη θετικά ή αρνητικά ΑΠΟλ6/2009). Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνον ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη 3752/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο πρώτος αναιρεσείων (δεύτερος κατηγορούμενος στην δίκη εκείνη) κηρύχθηκε ένοχος του ότι: " στην ... στις 21-12-2003, ιδιοκτήτης καταστήματος '...'' με το διακριτικό τίτλο " ... ", ενώ απαγορεύεται η εγκατάσταση και η διεξαγωγή ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, αυτός σε ιδιαίτερο χώρο του ως άνω καταστήματός του, επέτρεψε σε θαμώνες του καταστήματός του, τη διενέργεια σε δεκαπέντε ηλεκτρονικούς υπολογιστές των τυχερών παιγνίων ''...'' και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατελήφθη να έχει επιτρέψει στον Ρ να παίζει το τυχερό παίγνιο ''...'' σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ΙΒΜ, άνευ αριθμού σειράς, με οθόνη ΙΒΜ, με αριθμό σειράς ... και πληκτρολόγιο ... γνώριζε ότι αυτό απαγορεύεται.". Για να καταλήξει στην κρίση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ είδος αναφέρονται, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ..., την 21-12-2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ιδιοκτήτης καταστήματος "..." με την επωνυμία "...", σε ιδιαίτερο χώρο του ως άνω καταστήματός του, επέτρεψε σε θαμώνες του καταστήματος του, τη διενέργεια σε δεκαπέντε ηλεκτρονικούς υπολογιστές των τυχερών παιγνίων "..." Συγκεκριμένα στο προαναφερόμενο κατάστημα του όπου ήταν εγκατεστημένοι σ' αυτό και λειτουργούσαν εντός αυτού δεκαπέντε ηλεκτρονικοί υπολογιστές που ελέγχονταν από κεντρική μονάδα (Η/Υ), και πληκτρολόγιο που χειριζόταν ο υπεύθυνος του καταστήματος και σε ένα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές έπαιζε απαγορευμένα παίγνια, ο Ρ, επέτρεψε σ'αυτόν να παίζει το τυχερό παίγνιο ..." σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ΙΒΜ, άνευ αριθμού σειράς, με οθόνη μάρκας ΙΒΜ, με αριθμό σειράς ... και πληκτρολόγιο ... αν και γνώριζε ότι αυτό απαγορεύεται. Ειδικότερα κατά την λειτουργία των απαγορευμένων τυχερών παιχνιδιών, χειριζόταν την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος και εισέπραττε από τον συγκεκριμένο παίκτη καθώς και από τους άλλους παίκτες που βρισκόταν έμπροσθεν των προαναφερομένων ηλεκτρονικών υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια την οικονομική συμμετοχή τους στα παιγνίδια, βρέθηκαν δε πάνω στον συνεργάτη του Χ3 μία κατάσταση με 50 ονόματα παικτών και το χρηματικό ποσό των χιλίων εννιακοσίων 1900 ευρώ και είκοσι (20) δολάρια Αμερικής που αποτελούσαν έσοδα από την εν λόγω δραστηριότητα. Σημειωτέον ότι τα παίγνια αυτά ήταν τυχερά, γιατί οι παίκτες επεδίωκαν με το χειρισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή να επιτύχουν συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη των πεταλούδων (πλήρη στοίχιση) ώστε να κερδίσουν, χάνοντας σε κάθε άλλη περίπτωση, ενώ δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET), καθώς η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 δ και 2 του Ν. 3037/2002, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, των οποίων τον σχετικό ισχυρισμό και απέρριψε σιωπηρώς. Ειδικότερα αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια, διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα απόδοσης οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα όμως το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο στις ανωτέρω Συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά την διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων μεταξύ άλλων και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, την διενέργεια των οποίων, κατά τα κατωτέρω εκτεθησόμενα, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο, εσφαλμένα δε, για ευνόητους λόγους, οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζουν τα αντίθετα, επικαλούμενοι και την σε επόμενη σκέψη αναφερόμενη απόφαση του ΔΕΚ, οι αναφερόμενες δε απ αυτούς ως άνω Συνταγματικές διατάξεις δεν προστατεύουν τέτοιου είδους δραστηριότητες, όπως αβάσιμα επιμένουν να υποστηρίζουν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον πρώτο αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα η απόφαση περιέχει την απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τον χαρακτήρα των παιγνίων που διενεργούνταν, ως τυχερών και την ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχειρήσεως του αναφερόμενου ανωτέρω καφενείου, καθόσον αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, από το όλο δε περιεχόμενο των παραδοχών της αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι αυτός έφερε και την ιδιότητα του διευθύνοντος και εκμεταλλευομένου, το παραπάνω καφενείο, αφού γίνεται, ανελέγκτως, δεκτό ότι ο ίδιος χειριζόταν την ενεργοποίηση και ακινητοποίηση του όλου συστήματος διενέργειας των αναφερομένων τυχερών παιγνίων και εισέπραττε από τον συγκεκριμένο παίκτη, καθώς και από τους άλλους παίκτες που βρισκόταν έμπροσθεν των Η/Υ με τα τυχερά παιγνίδια την οικονομική τους συμμετοχή σε αυτά, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους αναφερόμενους συνεργάτες του, που, κατά τα κατωτέρω κρίθηκαν άμεσοι συνεργοί του, δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, στον τελευταίο μάλιστα βρέθηκαν κατάσταση με 50 ονόματα παικτών και τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται και αποτελούσαν τα έσοδα του αναιρεσείοντος ιδιοκτήτη και εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως από την δραστηριότητά του αυτή, δραστηριότητα η οποία μόνον σε εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως προσήκει. Η ιδιότητα αυτή του αναιρεσείοντος συνάγεται και από το ότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, ο συνήγορός του προσκόμισε και αναγνώσθηκε η εκεί αναφερόμενη από 29-9-2005, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της τελέσεως της πράξεως, άδεια λειτουργίας στο κατάστημά του επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, άδεια η οποία χορηγείται μόνον στον ιδιοκτήτη και εκμεταλλευτή της επιχείρησης. Περαιτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων δεν κηρύχθηκε ένοχος ως εκμεταλλευτής επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, άλλωστε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν επικαλέσθηκε ότι ήταν εφοδιασμένος τότε με την οικεία άδεια, και από προφανή παραδρομή αναφέρεται μεταξύ των διατάξεων του Ν. 3037/2002 που εφαρμόσθηκαν και εκείνη του άρθρου 3, ενώ η αναφορά στο σκεπτικό ότι δεν υπήρχε σύνδεση με λογισμικό (INTERNET) έχει αυτή ακριβώς την έννοια, ότι δηλαδή δεν υπήρχε σύνδεση με το διαδίκτυο, και όχι ότι δεν υπήρχε λογισμικό (πρόγραμμα), που περιείχε τα αναφερόμενα τυχερά παίγνια, αφού κατά, τις παραδοχές της αποφάσεως, η διακοπή της λειτουργίας όλων των υπολογιστών με τα τυχηρά παίγνια, που συνδέονταν με κεντρική μονάδα, έγινε αυτόματα με τηλεχειρισμό και ουδόλως αναφέρεται ότι οι παίκτες και δη ο συγκεκριμένος είχαν συνδεθεί με το διαδίκτυο, αντιθέτως όμως προκύπτει ότι υπήρχε εγκατεστημένο πρόγραμμα που επέτρεπε την διενέργεια των εν λόγω τυχερών παιγνίων. Με την ανωτέρω πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο δίδει απάντηση και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι, δεν εγκατέστησαν, ούτε επέτρεψαν την διενέργεια οποιουδήποτε απαγορευμένου παιγνίου, ούτε συνομολογούνταν στοιχήματα μεταξύ των παικτών ή άλλων προσώπων, ούτε υπήρξε οικονομικό όφελός τους οποιασδήποτε μορφής. Ούτε περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, χρειαζόταν να αναφέρεται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, το ύψος της οικονομικής συμμετοχής των παικτών, ούτε δημιουργείται αντίφαση, όπως επίσης ισχυρίζονται, εκ της παραδοχής ότι επέτρεψε ο πρώτος με την, κατά τα κατωτέρω, συνέργεια των λοιπών, την διενέργεια σε 15 Η/Υ των τυχερών παιγνιδιών, από παίκτες των οποίων τα στοιχεία δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται και ότι επ αυτοφώρω καταλήφθηκε να διενεργεί το αναφερόμενο τυχερό παιγνίδι το συγκεκριμένο άτομο, που κατονομάζεται στην απόφαση. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και πρώτος λόγος του δικογράφου της των προσθέτων λόγων, ως και ο, από την αυτή διάταξη και εκείνη του εδαφ. Ε' αυτής, πέμπτος λόγος του ιδίου δικογράφου προσθέτων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Αβάσιμοι επίσης και απορριπτέοι τυγχάνουν και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο, κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, έκρινε, σιωπηρώς, ότι αυτές δεν αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και κατ εφαρμογή τους κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 46 § 1 εδαφ. β` και 47 § 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κύριας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε, χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε, ενώ απλή συνέργεια αποτελεί οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, παρεχόμενη στον αυτουργό της συγκεκριμένης κύριας πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει ενεργεί από πρόθεση και, ειδικότερα, με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής .
Στην κρινόμενη περίπτωση, ως προς τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής και των πρακτικών της, διαλαμβάνονται τα εξής, για τη συμμετοχή τους στην πράξη του πρώτου: "... οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 παρείχαν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια της προαναφερομένης κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε χωρίς τη συνδρομή τους να μη είναι δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε και συγκεκριμένα οι εν λόγω κατηγορούμενοι, κατά τη διάρκεια της τέλεσης των παρανόμων τυχερών παιγνίων στην ξεχωριστή αίθουσα του καταστήματος που διατηρούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, βρίσκονταν στην είσοδο της αίθουσας και έλεγχαν τους θαμώνες που εισέρχονταν στην αίθουσα σημείωναν τα ονόματα των παικτών εισέπρατταν τα χρήματα από το παράνομο παιχνίδι και έλεγχαν την λειτουργία των υπολογιστών και όταν αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος άγνωστος εισέρχονταν στην αίθουσα παιχνιδιών, διέκοπταν αυτόματα τη λειτουργία όλων των υπολογιστών με τα τυχερά παίγνια με τηλεχειρισμό". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν ως άμεσοι συνεργοί της πράξεως του πρώτου απ αυτούς, όπως άλλωστε ρητώς αναφέρεται στην σελ. 23 της προσβαλλομένης: "...οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν ο μεν δεύτερος ως αυτουργός, οι δε πρώτος και τρίτος ως άμεσοι συνεργοί....". Εκ προφανούς δε παραδρομής, μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, αναφέρεται, για την δική τους πράξη η διάταξη του άρθρου 47 και όχι του 46 παρ. 1 β ΠΚ, τούτο άλλωστε προκύπτει και από το ότι και στους τρεις επιβλήθηκε η αυτή ποινή των τεσσάρων (4) μηνών (πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή 5 μηνών και στους τρεις), η οποία μετατράπηκε προς 4,40 € ημερησίως, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα και ανεστάλη επί τριετία ως προς τους λοιπούς και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) € και όχι ελαττωμένη, κατά το άρθρο 83, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 47 ΠΚ, ούτε εκ του ότι στο διατακτικό αναφέρονται τα στοιχεία του άρθρου 47 και ότι η συνέργεια των κατηγορουμένων αυτών συνίστατο στο ότι φύλασσαν την είσοδο του ειδικά διαμορφωμένου χώρου εντός του οποίου διενεργούνταν παράνομα τυχερά παίγνια, ελέγχοντας τους θαμώνες και επιτρέποντας την είσοδο σε παίκτες κατ επιλογή. Δεν πάσχει δε η απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του ζητήματος αυτού, ούτε δημιουργείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, και δεν στερείται νόμιμης βάσης, αφού, από την αλληλοσυμπλήρωση αυτών, καθίσταται σαφές ότι η συνδρομή τους συνίστατο σε όλες τις ανωτέρω πράξεις οι οποίες και στο σύνολό τους συνιστούν άμεση συνέργεια στην πράξη του πρώτου αναιρεσείοντος για την οποία και κηρύχθηκαν ένοχοι.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. V. Όπως εκτίθεται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν πρώτος ως αυτουργός, οι δε δεύτερος και τρίτος ως άμεσοι συνεργοί, όχι στην εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους δεκαπέντε Η/Υ, καθεαυτήν, αλλά στη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων τα οποία ελέγχονταν από τον ίδιο με τηλεχειρισμό, παραλλήλως προς τον έλεγχο από τους συνεργούς του των παικτών επί των ως άνω Η/Υ, περίπτωση η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων (ΑΠ 547/2008). Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το Δ.Ε.Κ. (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ...] κ.λ.π., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με την θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, την διενέργεια αυτών, πράξη για την οποία κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002 (ΑΠ 1547/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι οι διατάξεις του Ν. 3037/2002, κατ εφαρμογή των οποίων κηρύχθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν οι ανωτέρω ποινές, έρχονται σε αντίθεση προς τις επικαλούμενες διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος και δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, με την επίκληση ότι έτσι έκρινε και η C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28, 43 και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998" (Ομοίως και ΣτΕ 2144/2009). Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε ορθώς, με την κατά τα ανωτέρω, κατά βάση, αιτιολογία το Εφετείο. Κατ ακολουθία τούτων ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ, τέταρτος λόγος του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, τόσον η κρινόμενη κυρία αίτηση αναιρέσεως, όσον και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 30-11-2009 αίτηση (δήλωση) των 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 και τους από 24-3-2010 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθμ. 3752/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ