Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1172 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής βεβαίωση, Δόλος.




Περίληψη:
Η έφεση του Εισαγγελέως πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Πότε. Παράβαση άρθρ. 242 § 1 ΠΚ. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Ο δόλος δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως ή τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος. ’ρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364, 369 σε συνδ. με 171 § 1 στοιχ. δ ΚΠΔ. Επέρχεται ακυρότητα εάν ελήφθη υπ' όψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη, εκτός εάν το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1172/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 2433/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1)Ζ1, 2)Ζ2 και 3)Ζ3. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 2 Μαρτίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1711/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς προκειμένου περί εφέσεως του εισαγγελέως κατ'αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (αρθρ.7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρα 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκούμενης υπό του εισαγγελέως εφέσεως κατ'αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές και πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και να αντικρούεται με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα η κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Αν η έφεση του εισαγγελέως δεν έχει τοιαύτη αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζον την ουσία της υποθέσεως καταλήγει σε καταδίκη του κατηγορουμένου υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.185/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας και τα πρακτικά της οι κατηγορούμενοι Χ (εδώ αναιρεσείων), Ζ1, Ζ2 και Ζ3 εκηρύχθησαν αθώοι του πλημμελήματος της ψευδούς βεβαιώσεως οι πρώτος και τρίτος, και του της ηθικής αυτουργίας εις αυτήν οι δεύτερος και τέταρτος. Κατά της αποφάσεως αυτής η Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Έδεσσας Αμαλία Καζαμπάκα ήσκησε την υπ'αριθμ.12/28-2-2008 έφεσή της, στην έκθεση της οποίας η εισαγγελεύς εδήλωσεν ότι "εκκαλεί σήμερα σύμφωνα με το άρθρο 486 §1γ Κ.Π.Δ. στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης την υπ'αριθμ. 185/20-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι, Χ, Ζ1, Ζ2 και Ζ3, για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη, καθόσον το Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αθώωσε τους κατηγορουμένους ενώ έπρεπε να τους κηρύξει ενόχους για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις. Ειδικότερα το περιεχόμενο της υπ. αριθμ. 11697/21-11-2002 βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ είναι ψευδές, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργαστεί στο Δήμο ... ως οδηγός χειριστής φορτωτή εκσκαφέα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 όπως προκύπτει από την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα, Ξ και την υπ. αριθμ. πρωτ. 7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου ..., χειριζόταν δε και ένα παλιό γκρέιντερ που είχε δανείσει η Νομαρχία το έτος 1999 στον Δήμο ..., ο οποίος τότε δεν είχε γκρέιντερ στην ιδιοκτησία του, πλην όμως δεν απασχολήθηκε ως βοηθός χειριστή γκρέιντερ στον πιο πάνω δήμο κατά το αναφερόμενο στη βεβαίωση χρονικό διάστημα, υπό την επίβλεψη του Θ πραγματοποιώντας 437 ημερομίσθια, δεδομένου ότι από την κατάθεση του ιδίου του Θ (δεύτερου μάρτυρα) προκύπτει ότι ο ίδιος έδειξε τον χειρισμό του γκρέιντερ στον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 μόνο μιάμιση ημέρα και ο τελευταίος σε καμία περίπτωση δεν εργάστηκε υπό την επίβλεψη του για 437 ημερομίσθια, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να είναι συνέχεια μαζί πάνω στο γκρέιντερ και να του δείχνει τον χειρισμό του. Εξάλλου ο Θ ήταν ιδιώτης και έκανε κάποια έργα για τον Δήμο ..., δεν προσέλαβε ποτέ τον Ζ1, ο οποίος ήταν υπάλληλος του δήμου κι όχι δικός του. Περαιτέρω ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ..., καταθέτει ότι είδε μαζί να δουλεύουν τον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 και τον Θ μόνο 2-3 φορές και δεν ξέρει για άλλες, ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης καταθέτει ότι λίγες φορές είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο γκρέίντερ με τον Θ και ο τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης, ... καταθέτει ότι είδε στο γκρέιντερ τον δεύτερο κατηγορούμενο μαζί με τον Θ μόνο 2-3 φορές.
Συνεπώς ούτε οι τρεις πρώτοι μάρτυρες δεν επιβεβαιώνουν ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αληθές. Εξάλλου ούτε ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επιβεβαιώνει στην απολογία του ότι η ανωτέρω βεβαίωση που συνέταξε ήταν αληθής κατά το περιεχόμενο. Ομολογεί όμως ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε κατά προτροπή του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος του την έφερε για να την υπογράψει. Από την απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου προκύπτει ότι ήταν απαραίτητη η ανωτέρω βεβαίωση από τον Δήμο ... για να βγάλει δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ από το Υπουργείο Βιομηχανίας, διότι το δίπλωμα που είχε από το στρατό είχε λήξει και δεν είχε προλάβει εντός της νόμιμης προθεσμίας να το μετατρέψει σε ισχύον δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ και επομένως η ανωτέρω αναφερόμενη ψευδής βεβαίωση βεβαίωσε περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες." Ούτως έχουσα η έκθεση αυτή εφέσεως της άνω εισαγγελέως, περιλαμβάνει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με την οποίαν οι κατηγορούμενοι εκηρύχθησαν αθώοι για τις ανωτέρω πράξεις και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως και της ηθικής αυτουργίας εις αυτήν.
Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίον έκρινε παραδεκτή την έφεση ως άνω και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και περαιτέρω εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους , τους Χ και Ζ2 κατά πλειοψηφίαν της ψευδούς βεβαιώσεως και τους Ζ1 και Ζ3, επίσης κατά πλειοψηφία της ηθικής αυτουργίας εις αυτήν, δεν υπερέβη θετικώς την εξουσία του και ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα ιδία "καθώς δεν αιτιολογεί η κ.Εισαγγελέας ποία έννομη συνέπεια μπορούσε να έχει το 11697/21-11-2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε ο αναιρεσείων περί της εργασίας του Ζ1...ενόψει του ότι όπως επικαλείται η πρωτοβάθμια απόφαση αθωωτική "δεν ήταν απαραίτητο να πληρούται τέτοια προϋπόθεση" πλην αβασίμως αφού η υποχρέωσή της προς αιτιολογία εξαντλείται στα ανωτέρω στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'άρθρο 242 παρ.1 ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς α)δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, έγγραφο (άρθρ.13 στοιχ.α ΠΚ) που έχει συνταχθεί από καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ'αυτό β)βεβαίωση στο έγγραφο ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως υποκειμενικώς δε (απαιτείται) δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστου ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ'ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητός του και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχομένης της παραγωγής αυτών από την πράξη και εκ προοιμίου αποδοχή τούτου.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται, ιδιαίτερα διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση, παραγωγής περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (στα εγκλήματα, ήτοι, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα άνω στοιχεία, με παράθεση περιστατικών που τα δικαιολογούν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.2433/2009 απόφασή του, εδέχθη, μετά από αναφορά και αξιολόγηση όλων κατ'είδος των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και δή "καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που νομίμως αναφέρονται, επικαλούνται και προσκομίζονται από τους διαδίκους στα πρακτικά της δίκης αυτής καθώς και την απολογία του κάθε κατηγορουμένου στο ακροατήριο" κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (εδέχθη ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, Χ και Ζ2, στον ... νομού ..., στις 21.11.2002 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κατά το έτος 2005 αντίστοιχα, ενώ ήταν Αντιδήμαρχοι του Δήμου ..., ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ, για το χρονικό διάστημα από το 1999 έως και το 2002, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, για το χρονικό διάστημα 2005-2006, στων οποίων τα καθήκοντα ανάγεται μεταξύ άλλων και η σύνταξη και η υπογραφή βεβαιώσεων και πιστοποιητικών προϋπηρεσίας εργαζομένων που απασχολήθηκαν στο παραπάνω Δήμο, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Χ, βεβαίωσε ψευδώς στο υπ' αριθμ. 11697/21.11.2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ζ1, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστή πετρελαιοκίνητου τύπου γκρέιντερ δυνάμεως 190 ίππων, από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 και πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης του εργάστηκε υπό την επίβλεψη του Θ, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ο ανωτέρω Ζ1 δεν πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια σαν βοηθός χειριστής υπό την επίβλεψη του Θ, ο οποίος απλώς υπέδειξε σ' αυτόν πώς να χειρίζεται σωστά το γκρέιντερ, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, βεβαίωσε ψευδώς στην υπ' αριθ. πρωτ. 3025 βεβαίωση που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ3, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστής φουξ (εκσκαφέα) δυνάμεως 85 ίππων από 1 .9.2003 έως 112.2004 πραγματοποιώντας 303 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης εργάσθηκε υπό την επίβλεψη του αδειούχου χειριστή Ξ, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ουδέποτε ο ανωτέρω Ζ3 απασχολήθηκε στο Δήμο ... υπό την επίβλεψη του Ξ, ο τελευταίος δε ουδέποτε εργάστηκε στον ως άνω Δήμο, η δε έκδοση των παραπάνω ψευδών βεβαιώσεων μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον αποτελούν απαραίτητο δικαιολογητικό προκειμένου να εκδοθεί δίπλωμα χειριστή για τα αναφερόμενα στις παραπάνω βεβαιώσεις μηχανήματα από το αρμόδιο τμήμα Βιομηχανίας της ΝΑ .... Ειδικότερα το περιεχόμενο της υπ. αριθμ. 11697/21-11-2002 βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ είναι ψευδές, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργαστεί στο Δήμο ... ως οδηγός - χειριστής φορτωτή εκσκαφέα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 όπως προκύπτει από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του πρώτου μάρτυρα, Ξ και την υπ. αριθμ. πρωτ. 7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου ..., χειριζόταν δε και ένα παλιό γκρέιντερ που είχε δανείσει η Νομαρχία το έτος 1999 στον Δήμο ..., ο οποίος τότε δεν είχε γκρέιντερ στην ιδιοκτησία του, πλην όμως δεν απασχολήθηκε ως βοηθός χειριστή γκρέιντερ στον πιο πάνω δήμο κατά το αναφερόμενο στη βεβαίωση χρονικό διάστημα, υπό την επίβλεψη του Θ, πραγματοποιώντας 437 ημερομίσθια, δεδομένου ότι από την κατάθεση του ίδιου του Θ (δεύτερου μάρτυρα) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι ο ίδιος έδειξε τον χειρισμό του γκρέιντερ στον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 μόνο για μιάμιση ημέρα και ο τελευταίος σε καμία περίπτωση δεν εργάστηκε υπό την επίβλεψη του για 437 ημερομίσθια, πράγμα που θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να είναι συνέχεια μαζί επάνω στο γκρέιντερ και να του δείχνει τον χειρισμό του. Εξάλλου ο Θ ήταν ιδιώτης και έκανε κάποια έργα για τον Δήμο ..., δεν προσέλαβε ποτέ τον Ζ1, ο οποίος ήταν υπάλληλος του δήμου κι όχι δικός του. Περαιτέρω ο μάρτυρας ..., καταθέτει ότι είδε μαζί να δουλεύουν τον δεύτερο κατηγορούμενο, Ζ1 και τον Θ μόνο 2-3 φορές και δεν ξέρει για άλλες, ο μάρτυρας ... καταθέτει ότι λίγες φορές είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο γκρέιντερ με τον Θ και ο μάρτυρας ... καταθέτει ότι είδε στο γκρέιντερ τον δεύτερο κατηγορούμενο μαζί με τον Θ μόνο 2-3 φορές.
Συνεπώς ουδείς από τους μάρτυρες δεν επιβεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αληθές. Εξάλλου ούτε ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επιβεβαιώνει στην απολογία του ότι η ανωτέρω βεβαίωση που συνέταξε ήταν αληθής κατά το περιεχόμενο. Ομολογεί όμως ότι η βεβαίωση αυτή εκδόθηκε κατά προτροπή του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος του την έφερε για να την υπογράψει. Περαιτέρω προέκυψε ότι ήταν απαραίτητη η ανωτέρω βεβαίωση που χορηγήθηκε από τον Δήμο ... για να βγάλει δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ από το Υπουργείο Βιομηχανίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος , διότι το δίπλωμα που είχε από το στρατό είχε λήξει και δεν είχε προλάβει εντός της νόμιμης προθεσμίας να το μετατρέψει σε ισχύον δίπλωμα χειριστή γκρέιντερ και επομένως η ανωτέρω αναφερόμενη ψευδής βεβαίωση βεβαίωσε περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες....... επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά πλειοψηφία για τις πράξεις που τους αποδίδονται σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας". Μετά ταύτα εκήρυξεν ενόχους τους κατηγορουμένους κατά πλειοψηφίαν του ότι : " Α: Οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, Χ και Ζ2, στον ... νομού ..., στις 21.11.2002 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κατά το έτος 2005 αντίστοιχα, ενώ ήταν υπάλληλοι κατά τη έννοια των αρθρ.13 στοιχ. α και 263Α στοιχ. α ΠΚ, που στα καθήκοντά τους ανάγεται η κατάρτιση (έκδοση - σύνταξη) ορισμένων δημοσίων εγγράφων σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ενώ ήταν Αντιδήμαρχοι του Δήμου ..., ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ, για το χρονικό διάστημα από το 1999 έως και το 2002, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, για το χρονικό διάστημα 2005-2006. στων οποίων τα καθήκοντα ανάγεται μεταξύ άλλων και η σύνταξη και η υπογραφή βεβαιώσεων και πιστοποιητικών προϋπηρεσίας εργαζομένων που απασχολήθηκαν στο παραπάνω Δήμο, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Χ, βεβαίωσε ψευδώς στο υπ'αριθμ. 11697/21.11.2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ζ1, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστής πετρελαιοκίνητου τύπου γκρέιντερ δυνάμεως 190 ίππων, από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 και πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης του εργάστηκε υπό την επίβλεψη του Θ ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ο ανωτέρω Ζ1 δεν πραγματοποίησε 437 ημερομίσθια σαν βοηθός χειριστής υπό την επίβλεψη του Θ, ο οποίος απλώς υπέδειξε σ' αυτόν πώς να χειρίζεται σωστά το γκρέιτερ, (ο δε τρίτος κατηγορούμενος, Ζ2, βεβαίωσε ψευδώς στην υπ' αριθ. πρωτ. 3025 βεβαίωση που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος, ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ3, απασχολήθηκε στο Δήμο ... σαν βοηθός χειριστής φουξ (εκσκαφέα) δυνάμεως 85 ίππων από 1.9.2003 έως 1.12.2004 πραγματοποιώντας 303 ημερομίσθια, κατά τη διάρκεια δε της απασχόλησης εργάσθηκε υπό την επίβλεψη του αδειούχου χειριστή Ξ, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι ουδέποτε ο ανωτέρω Ζ3 απασχολήθηκε στο Δήμο ... υπό την επίβλεψη του Ξ, ο τελευταίος δε ουδέποτε εργάστηκε στον ως άνω Δήμο,) η δε έκδοση των παραπάνω ψευδών βεβαιώσεων μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον αποτελούν απαραίτητο δικαιολογητικό προκειμένου να εκδοθεί δίπλωμα χειριστή για τα αναφερόμενα στις παραπάνω βεβαιώσεις μηχανήματα από το αρμόδιο τμήμα Βιομηχανίας της ΝΑ ...." Με αυτά που εδέχθη το άνω Τριμελές Εφετείο που δίκασε, διέλαβε τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α 27 παρ.1, 242 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ'όψη της η απόφαση, το δημόσιο έγγραφο (πιστοποιητικό), που εξέδωσε και υπέγραψε ο ίδιος ο αναιρεσείων ως Αντιδήμαρχος, την εις αυτό βεβαίωση του ψευδούς περιστατικού της προϋπηρεσίας που μπορούσε να έχει εννόμους συνεπείας ως και ποίες είναι αυτές, τουτ'αυτό δε αναφέρεται και στο διατακτικό.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, εκ του λόγου ιδία ότι δεν αναφέρει ποία έννομη συνέπεια μπορούσε να έχει το υπ'αριθμ.11697/2002 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας που εξέδωσε ο αναιρεσείων Χ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ'ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η λήψη υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμόν της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο , συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ως και οι αρχές της δημοσιότητος και προφορικότητος της συζητήσεως στο ακροατήριο και της διεξαγωγής της δίκης κατ'αντιμωλίαν. Η ακυρότης αυτή δεν επέρχεται και αποτρέπεται εάν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.τ.λ) και το άνω έγγραφο, το οποίο δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπ'οψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με την συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορουμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς βεβαιώσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, την οποίαν ανέστειλεν επί τριετίαν. Το δικαστήριο αυτό, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής έλαβεν υπ'οψη του επικουρικώς και προς επίρρωση των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και την υπ'αριθμ.7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου .... Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εφ'ης η προσβαλλομένη απόφαση η άνω βεβαίωση δεν ανεγνώσθη μεν στο ακροατήριο, όπως διαπιστώνεται όμως από το αιτιολογικό της αυτής αποφάσεως το περιεχόμενό της προέκυψε από έτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίον έλαβεν υπ'όψη του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή διαλαμβάνεται απλώς προς ενίσχυση αυτού (του άλλου αποδεικτικού μέσου) και όχι αυτοτελώς και αποκλειστικώς, εφ' όσον επί λέξει αναφέρεται στο σκεπτικό, όπως εξετέθη και ανωτέρω: "Ειδικότερα το περιεχόμενο της υπ'αριθμ.11697/21-11-2002 βεβαίωσης που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ είναι ψευδές, καθ'όσον ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργαστεί στο Δήμο ... ως οδηγός-χειριστής φορτωτή εκσκαφέα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002, όπως προκύπτει από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του πρώτου μάρτυρα Ξ και την υπ'αριθμ.πρωτ.7439/9-8-2005 βεβαίωση του δημάρχου ...". Εντεύθεν και δεν επήλθε απόλυτος ακυρότης της διαδικασίας εκ του άνω λόγου, και ο σχετικός μόνος λόγος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-11-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ.2433/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως και τους πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή