Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1763 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης από 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Αναιρεί




Αριθμός 1763 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Λιόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Γ. Μ., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8523/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 1747/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/1/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 6/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 ΑΚ προκύπτει ότι επί διεκδικητικής αγωγής ενάγων είναι ο κύριος του πράγματος, δικαιούμενος να αποκτήσει την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση σ' αυτόν του πράγματος παρά του εναγομένου, ο οποίος τυγχάνει ο έχων τη νομή ή κατοχή του πράγματος εξ οιανδήποτε αιτίας, του νομέως δυναμένου να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, μόνον αν δικαιούται έναντι του κυρίου στη νομή ή κατοχή αυτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. .../17-2-1986 προσύμφωνο, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάσλα, ο πατέρας των διαδίκων Β. Γ., υποσχέθηκε να μεταβιβάσει, λόγω γονικής παροχής, στον ενάγοντα, εκτός άλλων, την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος, του πρώτου ορόφου διώροφης οικοδομής, που ανήγειρε, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στο Δήμο …, επί της οδού ..., αριθμ… και η οποία, κατά το χρόνο εκείνο, βρισκόταν στο στάδιο κατασκευής του σκελετού της, παρακρατώντας, για τον εαυτό του και υπέρ της συζύγου του και μητέρας των διαδίκων Μ. Γ., εφ' όρου ζωής τους, την επικαρπία του διαμερίσματος αυτού, το οποίο έχει εμβαδόν 83 τ.μ. και αποτελείται από δύο (2) δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, χωλ, λουτροαποχωρητήριο και αποχωρητήριο. Σε εκτέλεση του παραπάνω προσυμφώνου, καταρτίσθηκε το έτος 1990, το υπ' αριθμ. .../26-7-1990, οριστικό συμβόλαιο, του ίδιου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στις 30-7-1990 και με το οποίο ο Β. Γ. μεταβίβασε οριστικά, στον ενάγοντα, την ψιλή κυριότητα του παραπάνω, ήδη επιδίκου διαμερίσματος, ως αυτοτελούς και διηρημένης ιδιοκτησίας, με ποσοστό 17,50%, εξ αδιαιρέτου, επί επιφάνειας 431,10 τ.μ., εξ αδιαιρέτου, του όλου οικοπέδου του, (συνολικού εμβαδού 648,10 τ.μ.) και στους κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής, παρακρατώντας, όπως προσυμφωνήθηκε, την επικαρπία του, εφ' όρου ζωής τους, για τον εαυτό του και υπέρ της συζύγου του, η οποία αποβίωσε στις 26-1-1993. Στις 26-6-1999, αποβίωσε και ο Β. Γ. και έτσι, συνενώθηκε η επικαρπία, με την ψιλή κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος, το οποίο μεταγενέστερα, καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, ως οριζόντια ιδιοκτησία, με ΚΑΕΚ 19 104 11 20 007/0/3 και κύριο, κατά ποσοστό 100%, τον ενάγοντα. Το έτος 1990, επίσης, με το υπ' αριθμ .../20-2-1990 συμβόλαιο πώλησης ημιτελούς διαμερίσματος, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Ευθυμιάδου - Δημητρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας των διαδίκων πώλησε στην εναγόμενη, άλλο διαμέρισμα, του ίδιου (πρώτου) ορόφου της παραπάνω οικοδομής, που βρίσκεται παραπλεύρως του επιδίκου, εμβαδού 83 τ.μ., το οποίο ήταν ημιτελές και συγκεκριμένα βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής του σκελετού, από σκυρόδεμα, με ποσοστό 17,50%, εξ αδιαιρέτου, επί επιφάνειας 431,10 τ.μ., εξ αδιαιρέτου, του όλου οικοπέδου του και στους κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής, αντί τιμήματος 3.500.000 δραχμών, το οποίο αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, ότι καταβλήθηκε, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου. Μετά την κατάρτιση του παραπάνω, υπ' αριθμ. .../17-2-1986, προσυμφώνου, ο πατέρας των διαδίκων, παρέδωσε τη νομή του επιδίκου διαμερίσματος στον ενάγοντα, ο οποίος και αποπεράτωσε με δαπάνες του, την κατασκευή του, οι γονείς δε, των διαδίκων, εγκαταστάθηκαν σε ισόγειο διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής, όπου και διέμεναν μέχρι το θάνατό τους. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας των γονέων τους, οι οποίοι γεννήθηκαν, ο μεν Β. Γ. το έτος 1906, η δε Μ. Γ. το έτος 1912 και των διαφόρων προβλημάτων υγείας που παρουσίαζαν αυτοί, είχαν ανάγκη φροντίδων και περιποιήσεων και για το λόγο αυτό, ο ενάγων, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος από τα επτά τέκνα τους (γεννήθηκε το έτος 1934) και ο οποίος κατοικούσε στην …(...), όπου και εξακολουθεί να κατοικεί, πρότεινε στην εναγόμενη, η οποία είναι η μικρότερη των επτά αδερφών (γεννήθηκε το έτος 1950), να αναλάβει τη φροντίδα των γονέων τους, όσο ζουν, αφού εγκατασταθεί με την οικογένειά της στο επίδικο διαμέρισμα, το οποίο θα χρησιμοποιεί ως δικό της και το οποίο υποσχέθηκε, ότι θα της μεταβιβάσει στο μέλλον και τυπικά, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στους γονείς τους. Η εναγόμενη, η οποία κατά το χρόνο εκείνο κατοικούσε με το σύζυγό της και τις τρεις ανήλικες θυγατέρες της, σε καινούργια μονοκατοικία, με αυλή, ιδιοκτησίας του συζύγου της Γ. Μ., στη …, επί της οδού ... αριθμ …, που κάλυπτε με άνεση τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς τους, αρχικά αρνήθηκε την πρόταση αυτή, ύστερα όμως, από τις επίμονες διαβεβαιώσεις του ενάγοντος, ο οποίος διαθέτει σημαντική ακίνητη περιουσία και δεν έχει τέκνα, ότι θα της μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα και έτσι, θα αποκτήσει ένα επιπλέον ακίνητο για τις θυγατέρες της, παρακάμπτοντας τους αρχικούς δισταγμούς της και τις αντιρρήσεις του συζύγου της, την αποδέχθηκε και στις 17 Νοεμβρίου του έτους 1987, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στο εν λόγω διαμέρισμα, το οποίο δύο περίπου μήνες πριν, είχε αποπερατώσει ο ενάγων και είχε προβεί και στην σύνδεσή του με τη ΔΕΗ, στις 9-11-1987. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εναγόμενη, σχετικό έγγραφο της ΔΕΗ, το επίδικο διαμέρισμα ηλεκτροδοτήθηκε πρώτη φορά, την 9-11-1987, με αριθμό παροχής ..., στο όνομα του ενάγοντος, η σύνδεση δε αυτή, εξακολούθησε να υφίσταται στο όνομά του, με τον ίδιο αριθμό παροχής, όπως προκύπτει και από τον ημερομηνία έκδοσης 15-12-2006 λογαριασμό της ΔΕΗ. Έκτοτε, η εναγόμενη, κατοικεί στο επίδικο διαμέρισμα, με την οικογένειά της, ανέλαβε δε, αποκλειστικά η ίδια, την όλη φροντίδα της μητέρας τους, η οποία ήταν κατάκοιτη και του πατέρα τους, ο οποίος ήταν σχεδόν τυφλός, μεριμνώντας για όλες τις ανάγκες διαβίωσης και νοσηλείας τους, μέχρι το θάνατο του καθενός, κατέχοντας και νεμόμενη, ως κυρία, το επίδικο διαμέρισμα και μετά το θάνατο των γονέων τους, χωρίς ποτέ ο ενάγων, να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση επί του διαμερίσματος αυτού, το οποίο την διαβεβαίωνε αντίθετα, ότι της ανήκει και υποσχόταν σε σχετικές συζητήσεις τους, ότι θα της το μεταβιβάσει και τυπικά. Μάλιστα, όπως αποδείχθηκε η εναγόμενη, το έτος 1992, κατέβαλε η ίδια, για το επίδικο διαμέρισμα, την ειδική έκτακτη εφάπαξ εισφορά, που επιβλήθηκε με το άρθρο 2 του Ν 2019/1992, σε βάρος των ιδιοκτητών ακινήτων και συγκεκριμένα κατέβαλε, για την αιτία αυτή, το ποσό των 4.400 δραχμών, σε δύο ισόποσες δόσεις, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν, δύο σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα και αποδείξεις είσπραξης της εν λόγω εισφοράς, με ημερομηνίες λήξης πληρωμής, την 2-9-1992 και 5-11-1992, που εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντος, εκτός δε, των συνήθων εργασιών συντήρησης και επισκευών του επιδίκου διαμερίσματος, αυτή προέβη και σε διάφορες εργασίες επισκευών και βελτίωσης αυτού, τις οποίες εκτέλεσαν οι Σ. Μ. και Β. Τ. Συγκεκριμένα, το διάστημα των ετών 2001- 2004 προέβη σε αλλαγή των κουφωμάτων, της οπίσθιας πλευράς του επιδίκου διαμερίσματος, δαπανώντας το ποσό των 4.000,00 ευρώ, κατασκεύασε μπαλκονόπορτα, σε ένα οπίσθιο υπνοδωμάτιό του και αλουμινένια κατασκευή (τζαμαρία), στο μπαλκόνι του άλλου υπνοδωματίου του, δαπανώντας το ποσό των 4.000,00 ευρώ και κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2007 και Ιανουάριο του έτους 2008, προέβη σε αντικατάσταση των εξωτερικών κουφωμάτων της πρόσοψης του διαμερίσματος, σε αποκατάσταση των δαπέδων του (τρίψιμο- γυάλισμα) και σε στήριξη της κεντρικής δοκού, κατά μήκος της οροφής του σαλονιού, που υπέστη ρωγμή στο μέσον της, όπως διαπιστώθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Σ. Β., ο οποίος ενήργησε αυτοψία, κατ' εντολή του συζύγου της, με τοποθέτηση νέας σιδηροδοκού και κατασκευή γυψοσανίδας, δαπανώντας συνολικά, το ποσό των 10.000,00 ευρώ, περίπου. Σε όλες τις παραπάνω εργασίες και προσθήκες, προέβη η εναγόμενη, εν γνώσει του ενάγοντος, ο οποίος την επισκεπτόταν στο επίδικο διαμέρισμα, μέχρι τους πρώτους μήνες του έτους 2008, χωρίς ποτέ να δείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για το διαμέρισμα αυτό, το οποίο δηλώθηκε μεν από τον ίδιο, ως ιδιοκτήτη του, στο Εθνικό Κτηματολόγιο, κατόπιν όμως, επίμονων παρακλήσεων της εναγόμενης και ύστερα από φροντίδα αυτής, η οποία διεκπεραίωσε τη σχετική διαδικασία. Πρώτη φορά, τον Μάϊο του έτους 2008, ο ενάγων, επικαλούμενος ότι είναι κύριος του επιδίκου διαμερίσματος, απαίτησε από την εναγόμενη, να του το αποδώσει, άλλως να του καταβάλει μίσθωμα, αξιώσεις τις οποίες απέκρουσε αυτή, επικαλούμενη τη συμφωνία τους, περί μεταβίβασης του στην ίδια και ακολούθως, με την από 31-7-2008 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και πρόσκληση, που της επέδωσε την 1-8-2008, επικαλέστηκε την ύπαρξη σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ τους, που καταρτίσθηκε μετά το θάνατο του πατέρα τους, την οποία και της δήλωσε, ότι καταγγέλλει. Συγκεκριμένα, με την παραπάνω εξώδικη επιστολή του, ο ενάγων επικαλέστηκε, ότι μετά το θάνατο του πατέρα τους, μετά δηλαδή, την 26-6-1999, η εναγόμενη, τον παρακάλεσε να της επιτρέψει να κατοικήσει, με την οικογένειά της, στο επίδικο διαμέρισμά του, χωρίς καταβολή ενοικίου, διότι αντιμετώπιζε "οικονομικές δήθεν δυσκολίες", ότι ο ίδιος της επέτρεψε, λόγω της αδελφικής τους σχέσης, να χρησιμοποιήσει το διαμέρισμα αυτό, χωρίς αντάλλαγμα, με βάση "παρακλητική σχέση - χρησιδάνειο", που συνήφθη μεταξύ τους και ότι, προ μηνός, δηλαδή τέλος Ιουνίου του έτους 2008, της ζήτησε να του αποδώσει το διαμέρισμά του, αυτή όμως, "κακόπιστα και αντισυμβατικά", αρνήθηκε και της δήλωσε, ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου και την καλεί να του αποδώσει το διαμέρισμα, εντός ευλόγου προθεσμίας, όχι όμως πέραν του μηνός. Την επιστολή του αυτή, απέκρουσε η εναγόμενη, με την από 18-8-2008 "εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία και δήλωση", που επέδωσε στον ενάγοντα στις 27-8-2008, επικαλούμενη όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, δηλαδή, την άτυπη, εκ μέρους του, μεταβίβαση της νομής του επιδίκου διαμερίσματος, με την υπόσχεση της μελλοντικής τυπικής μεταβίβασης της κυριότητάς του, σ' αυτήν, εφόσον γηροκομούσε τους γονείς τους, το έτος 1987 και την άσκηση έκτοτε, για χρονικό διάστημα, πέραν των είκοσι ετών, της νομής του, από την ίδια, ως κυρίας, την εκ μέρους της φροντίδα των γονέων τους, επί δώδεκα έτη και τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του, ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή του, περί μεταβίβασης της κυριότητας του εν λόγω διαμερίσματος σ' αυτήν, του δήλωσε την "κατάπληξη, βαθύτατη θλίψη και αγανάκτησή της", για το περιεχόμενο της εξωδίκου του. Στο τέλος δε της επιστολής της, του δήλωσε, κατά λέξη: "Επειδή πιστεύω ή τουλάχιστον ως αδελφή, θέλω να πιστεύω, ότι η εν λόγω ενέργειά σας δεν είναι προϊόν αληθούς βουλήσεώς σας, αλλά οφείλεται σε προτροπή τρίτου, σας δηλώνω εν τέλει, ότι αναμένω τις οφειλόμενες εξηγήσεις και συνάμα σας διαβεβαιώνω, ότι η συγνώμη μου θα είναι η αρμόζουσα σε αδελφική σχέση, που εγώ πάντοτε τιμούσα και τιμώ". Μετά την κατηγορηματική αυτή απόκρουση, της παραπάνω εξώδικης επιστολής του και του προβληθέντος μ' αυτήν, ισχυρισμού του, περί υπάρξεως σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ τους, ο ενάγων, άσκησε κατά της εναγόμενης, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, σχετικά με το επίδικο διαμέρισμα, η οποία συζητήθηκε την 1-10-2008 και όπως επικαλούνται και οι δύο διάδικοι, απορρίφθηκε με την, μη προσκομιζόμενη απ' αυτούς, υπ' αριθμ. 6245/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, "δι' έλειψιν δήθεν κατεπείγοντος και ως αόριστος", όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή. Ακολούθως, ο ενάγων, στις 16-12-2008, άσκησε την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος, όπως προαναφέρεται, ότι η εναγόμενη, μετά το θάνατο της μητέρας τους, "και περίπου το έτος 1997, μετακόμισε με την οικογένειά της στο επίδικο διαμέρισμα, όπου κατοικούσε ο πατέρας μας, χρησιμοποιώντας παράλληλα, ως κατοικία της και το όμορο διαμέρισμά της, προκειμένου να τον φροντίζει" και ότι, ύστερα από παράκλησή της, μετά το θάνατο του πατέρα τους, μετά δηλαδή, την 26-6-1999, καταρτίσθηκε μεταξύ τους, σύμβαση χρησιδανείου, την οποία κατήγγειλε με την προαναφερόμενη εξώδικη επιστολή του, που της επέδωσε την 1-8-2008, ενώ αντίθετα, με την επιστολή του αυτή, όπως προεκτίθεται, επικαλείται, ότι η εναγόμενη χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα, ως κατοικία της, μετά το θάνατο του πατέρα τους, με βάση την, κατά τους ισχυρισμούς του, σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ τους και όχι το έτος 1997 "προκειμένου να φροντίζει" τον πατέρα τους, όπως αναφέρει στην αγωγή του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη, βάσει της προεκτιθέμενης συμφωνίας της με τον ενάγοντα, εγκαταστάθηκε το Νοέμβριο του 1987, στο επίδικο διαμέρισμα, το οποίο είχε ήδη αποπερατωθεί, ενώ, το διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, αποπερατώθηκε το έτος 1997, όπως κατέθεσε η μάρτυράς της Μ. Μ., στις παραπάνω καταθέσεις της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες ενισχύονται και από την προσκομιζόμενη, από την εναγόμενη, φωτογραφία της πρόσοψης της οικοδομής, όπου βρίσκονται τα διαμερίσματα αυτά, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε και λήφθηκε το έτος 1995 και στην οποία, το διαμέρισμα της εναγόμενης απεικονίζεται στο στάδιο κατασκευής της τοιχοποιίας, ενώ το επίδικο διαμέρισμα απεικονίζεται πλήρως αποπερατωμένο και είναι εμφανές, ότι κατοικείτο. Ο ενάγων, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόκρουση του ισχυρισμού της εναγόμενης, περί συμφωνίας τους, για μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος, σ' αυτήν, τον οποίο, όπως αναφέρει με τις εν λόγω προτάσεις του, προέβαλε αυτή και στην προαναφερόμενη μεταξύ τους, δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής, ισχυρίσθηκε, ότι, προκείμενου να αναλάβει την φροντίδα των γονέων τους, η εναγόμενη αξίωσε από τον πατέρα τους Β. Γ., να της μεταβιβάσει το παραπάνω, όμορο προς το επίδικο, διαμέρισμα, την ψιλή κυριότητα του οποίου, είχε προσυμφωνήσει αυτός, με το υπ' αριθμ. .../17-2-1986 προσύμφωνο, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάσλα, να μεταβιβάσει, λόγω γονικής παροχής, στον αδερφό τους Η. Γ. και έτσι, ο πατέρας τους της μεταβίβασε, το εν λόγω διαμέρισμα, όπως αυτή απαίτησε, με το προαναφερόμενο, υπ' αριθμ. .../20-2-1990 πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο "είναι εικονικό, διότι η αντίδικος ασφαλώς δεν κατέβαλε χρήματα στον πατέρα μας", όπως, κατά λέξη, αναφέρει. Με τον ισχυρισμό του αυτό, συμπορεύονται, χωρίς όμως πειστικότητα, η κατάθεση του μαρτυρά του, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. και Β. Γ., ενώ, ο παραπάνω μάρτυράς του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, Ι. Κ., αρχικά κατέθεσε ότι η εναγόμενη, προ είκοσι περίπου ετών, "πήγε στην Κ. να φροντίσει τους γονείς ... ίσως της τάξανε κάτι και πήγε, δεν ξέρω. Το δίπλα διαμέρισμα ξέρω της το πούλησε η μητέρα της", στη συνέχεια όμως, της κατάθεσής του, όλως αντιφατικά, κατέθεσε, ότι αυτή, "Σαν αντάλλαγμα πήρε το δίπλα διαμέρισμα ...". Οι καταθέσεις αυτές, αντικρούονται από τις λοιπές αποδείξεις, από τις οποίες αποδεικνύεται, ότι, ο Β. Γ. δεν μεταβίβασε τελικώς, την ψιλή κυριότητα του παραπάνω διαμερίσματος, στον γιο του Η. Γ., όπως είχε προσυμφωνήσει, να του μεταβιβάσει, ως γονική παροχή, με το προαναφερόμενο, υπ' αριθμ. .../17-2-1986 προσύμφωνο, όχι διότι η εναγόμενη προέβαλε απαίτηση μεταβίβασής του, στην ίδια, προκειμένου να αναλάβει τη φροντίδα αυτού και της συζύγου του, αλλά διότι, διαταράχθηκαν οι σχέσεις του, με τον εν λόγω γιο του (Η. Γ.), ο οποίος εξέφρασε έναντι αυτού και της συζύγου του, με ανάρμοστο τρόπο, τη δυσαρέσκειά του για την κατάρτιση προσυμφώνου, αντί οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του εν λόγω διαμερίσματος προς αυτόν, ενάγων. Τέλος, από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε βάσιμος, ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η εναγόμενη, τον Ιούνιο του έτους 2008, όταν αυτός απαίτησε την απόδοση του διαμερίσματός του, του πρότεινε να του καταβάλλει μίσθωμα, ποσού 300,00 ευρώ, για την εκ μέρους της χρήση του διαμερίσματός του και ότι, την πρόταση αυτή δεν την αποδέχθηκε, διότι, όπως, κατά λέξη, αναφέρει στην αγωγή του, "το διαμέρισμα αυτό είχα σκοπό να το ιδιοχρησιμοποιήσω, ως κατοικία μου και επιπρόσθετα αντιλήφθηκα ότι η πρότασή της ήταν προσχηματική και παρελκυστική", ενώ, αντίθετα, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίζεται, ότι δεν αποδέχθηκε την πρότασή της διότι, θεώρησε το ύψος του προτεινόμενου μισθώματος μικρό, όπως κατέθεσε και ο μάρτυράς του, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συμπορευόμενος με τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του, με τον οποίο συμπορεύονται και οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. και Β. Γ., ενώ, αντίθετα, ο εξετασθείς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, παραπάνω μάρτυράς του Ι. Κ., κατέθεσε ότι, όπως ο ίδιος ο ενάγων του ανάφερε, η εναγόμενη, όταν αυτός απαίτησε την απόδοση του διαμερίσματός του "...τον έβρισε", χωρίς να κάνει λόγο για πρότασή της προς καταβολή μισθώματος, πρόταση η οποία, ουδέποτε έγινε, όπως κατηγορηματικά κατέθεσε η μάρτυρας της εναγόμενης, εξεταζόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου κατέθεσε και ότι, αντίθετα, ο ενάγων απαίτησε την καταβολή μισθώματος, τον Μάϊο του έτους 2008 και συγκεκριμένα, κατέθεσε, "πρώτη φορά τον Μάϊο του έτους 2008, μας ζήτησε ενοίκιο ή να φύγουμε". Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρονται, δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση, το έτος 1999, της επικαλούμενης από τον ενάγοντα και αμφισβητούμενης από την εναγόμενη, σύμβασης χρησιδανείου, μεταξύ τους, στη λήξη της οποίας, με την εκ μέρους του καταγγελία της, την 1-8-2008, στηρίζει ο ενάγων το αγωγικό αίτημά του, για απόδοση του επιδίκου διαμερίσματος και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή του, κατά το αντίστοιχο μέρος της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, κατά τα προεκτιθέμενα, ο ενάγων, δυνάμει του προαναφερόμενου, υπ' αριθμ. .../26-7-1990, οριστικού συμβολαίου γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε μετά το θάνατο των γονέων του και τη συνένωση της επικαρπίας του επιδίκου διαμερίσματος, με την ψιλή κυριότητά του, που μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν με το εν λόγω συμβόλαιο, την πλήρη κυριότητά του, τα περιστατικά όμως αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι αμφισβητήθηκαν ποτέ από την εναγόμενη, η οποία μάλιστα, όπως ήδη έχει λεχθεί, ρητά δηλώνει, ότι δεν ισχυρίζεται, ότι κατέστη η ίδια κυρία του διαμερίσματος αυτού, αλλά, όπως επίσης προαναφέρεται, αυτή αρνήθηκε την απόδοση του επιδίκου διαμερίσματος, στον ενάγοντα, αμφισβητώντας την κατάρτιση της επικαλούμενης απ' αυτόν σύμβασης χρησιδανείου και ισχυριζόμενη, βάσιμα, κατά τα παραπάνω, ότι κατέχει και νέμεται το επίδικο διαμέρισμα, δυνάμει της άτυπης μεταβίβασής του, προς αυτήν, το έτος 1987, με βάση την προεκτιθέμενη, μεταξύ τους, συμφωνία. ’λλωστε και ο ίδιος ο ενάγων, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ρητά επικαλείται, ότι η εναγόμενη "αναγνωρίζει την κυριότητά μου, επί του διαμερίσματος και ουδέποτε την αμφισβήτησε". Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή και ως προς το σωρευμένο αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος, λόγω ελλείψεως, του απαιτούμενου, κατά τα άρθρα 70 ΚΠολΔ και 1094ΑΚ, σχετικού εννόμου συμφέροντός του, ενόψει της μη αμφισβήτησης εκ μέρους της εναγόμενης του δικαιώματός του αυτού. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη διεκδικητική αγωγή, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αφού με τις παραδοχές του ότι ο ενάγων είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου και η εναγομένη νέμεται και κατέχει αυτό, όχι δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, θα έπρεπε να κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου και διατάσσοντας την προς αυτού απόδοση παρά της εναγομένης προδήλου όντας του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος προς αναγνώριση της κυριότητας ως εκ της καθολικής προσβολής του δικαιώματος της κυριότητας του παρά της εναγόμενης, που νέμεται και κατέχει παρανόμως το επίδικο ακίνητο και όντας αδιαφόρου του γεγονότος αν δεν αποδείχθηκε η επικαλουμένη από τον ενάγοντα σύμβαση χρησιδανείου, αφού η ένδικη αγωγή έφερε τον χαρακτήρα της διεκδικητικής αγωγής και δεν στηριζόταν αποκλειστικά στη σύμβαση χρησιδανείου. Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που περιέχει την αιτίαση από τον αριθ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση του άρθρου 1094ΑΚ είναι βάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο και στο δεύτερο λόγο αναίρεσης για παραβίαση του άρθρου 1095ΑΚ είναι απορριπτέες ως από εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενες, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζητήματα της το άρθρο αυτό και δεν απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή με βάση το άρθρο αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 65 παρ 10 του ν 4139/2013). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττωμένης αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1747/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή