Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1539 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Αίτημα περί αναβολής της δίκης κατ΄ άρθρο 59 ΚΠΔ. Απόρριψή του πρέπει να είναι αιτιολογημένη, έστω και αν απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου. Η απλή απόρριψή του συνιστά έλλειψη ακροάσεως. Πρέπει όμως το αίτημα να είναι ορισμένο. Ακυρότητα κατ' άρθρο 171§1γ ΚΠΔ δημιουργεί η παράβαση των διατάξεων για την αναστολή της ποινικής διώξεως, όχι για την αναβολή της δίκης. Απορρίπτει λόγο απολύτου ακυρότητος.




Αριθμός 1539/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγ γελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 4573/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 298/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη εκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4573/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο δίκασε κατ' έφεση, τούτο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία" εδέχθη κατά πλειοψηφίαν (ότι απεδείχθησαν) τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στις 21-1-2001, στην ... Ν. ..., έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον ομοεθνή του ΑΑ πήρε μαζί του την επτάσφαιρη κυνηγετική καραμπίνα, την οποία πριν από λίγες ημέρες είχε κλέψει και είχε κρύψει επιμελώς στο δωμάτιο που διέμενε, ώστε να την έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή, όχι για άσκηση θήρας ή σκοποβολής, αλλά για να σκοτώσει τον προαναφερόμενο, τον οποίο, περί ώρα 22.00', αφού παραμόνευσε πυροβόλησε (μ' αυτή) προκαλώντας το θάνατό του - ακολουθία: Ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος οπλοφορίας και οπλοχρησίας". Μετά ταύτα τον εκήρυξε ένοχο των πράξεων αυτών. Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαία η αναφορά του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, από το οποίο προέκυψε κάθε συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό, ούτε απητείτο να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ όλων των ληφθεισών υπ' όψη μαρτυρικών καταθέσεων ως και όλων των ληφθέντων υπ' όψη λοιπών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία ουδέν εξηρέθη.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρθρου ήτοι 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της ελλείψεως αιτιολογίας, επιχειρεί αντίθετη, προς εκείνη που εδέχθη το δικαστήριο, αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σχετικά με την ενοχή και την καταδίκη του, αμφισβητών ούτω την κρίση του άνω δικαστηρίου, ως προς το τι προέκυψε από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, (ο λόγος αυτός) είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται εις την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 Κ.Π.Δ. όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Π.Δ., όταν, δηλαδή, η απόφαση εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική, ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει την απόφασή του, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη) του αιτήματος αυτού συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως. Πάντα τα ανωτέρω ισχύουν υπό την απαραίτητον προϋπόθεση ότι το άνω περί αναβολής αίτημα έχει υποβληθεί και αναπτυχθεί σαφώς και ορισμένως με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωσή του, χωρίς να αρκεί η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία το προβλέπει ή του νομικού χαρακτηρισμού, με τον οποίον είναι γνωστό αυτό στη νομική ορολογία, για να μπορέσει το δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση, να το κάμει δεκτό ή να το απορρίψει, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την ανάπτυξη της υπερασπίσεως του τελευταίου "εζήτησε" κατά πιστή εδώ μεταφορά, "την απαλλαγή του κατηγορουμένου, άλλως την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της αποφάσεως του ΜΟΔ Θεσ/νίκης". Ούτως όμως υποβληθέν το αίτημα αυτό χωρίς άλλο τι, ήτο αόριστον και ανεπίδεκτον δικαστικής εκτιμήσεως, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επ' αυτού και μάλιστα με ειδική αιτιολογία, πέραν του ότι απήντησεν η πλειοψηφία του δικαστηρίου, εκ του πράγματος δηλαδή, με την καταδικαστική της κρίση. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το ότι ανεγνώσθη "πιστό υπηρεσιακό απόσπασμα της αριθμ. 214-220/2008 απόφασης του ΜΟΔ Θεσσαλονίκης" από το οποίο προέκυπτε ότι κατά της αποφάσεως αυτής έχει ασκηθεί έφεση δεν καθιστά ορισμένο το άνω αίτημα αναβολής.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ακροάσεως εκ του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' άρθρον 171 Κ.Π.Δ. "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγου ακόμη προκαλείται 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: ... Γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος ...". Εκ της άνω διατάξεως, σε συνδυασμό με την του άρθρου 59 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότης ως άνω προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής διώξεως και όχι την αναβολή της δίκης και συνεπώς η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως.
Συνεπώς ο εκ του τελευταίου αυτού άρθρου αντίθετος σχετικός λόγος της αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναβολής της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' άρθρο 59 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 3/5-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4573/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή