Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 758 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Κυριότητα.




Περίληψη:
Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη- Μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 ο κληρούχος μπορεί να απωλέσει τη νομή ή κυριότητα επί του κλήρου αν τη φυσική εξουσία αποκτήσει και ασκήσει τρίτος με τα προσόντα της χρησικτησίας, όχι όμως και όταν η φυσική εξουσία ασκείται σε τμήμα μόνο κληροτεμαχίου. Λόγος από αριθμ. 1. Απορρίπτει. Λόγος από 8 περ. α Απορρίπτει.




Αριθμός 758/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. συζ. Ε., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμέτο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ζ. του Κ., 2) Γ. Ζ. του Κ. και 3) Μ. Ζ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Φαλαγκαράκη και Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/1996 διεκδικητική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/1997, 3093/1999 μη οριστικές και 2614/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας απόφασης ο 1ος των ήδη αναιρεσιβλήτων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η 5923/2000 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα, ο 2ος και η 3η των ήδη αναιρεσιβλήτων άσκησαν έφεση κατά της ίδιας ως άνω 2614/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 5315/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 112/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4977/2009 απόφαση συνεκδικάζοντας τις παραπάνω υποθέσεις. Η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2010 αίτησή της ζητά την αναίρεση της 153/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη (ΑΠ 63/2003, ΑΠ 29/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ότι άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-5-1996 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου, κυριότητα την οποία απέκτησε τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να της αποδώσουν το περιγραφόμενο τμήμα του ακινήτου αυτού που κατέλαβαν παράνομα, ότι η αγωγή της, εκδικασθείσα με την τακτική διαδικασία, ερήμην του πρώτου εναγομένου Δ. Ζ., απορρίφθηκε με την 153/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως μη νόμιμη κατά το μέρος της που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, έγινε δεκτή ως προς τον πρώτο ερήμην δικασθέντα των εναγομένων κατά την κύρια βάση της και ως προς τους λοιπούς εναγομένους διατάχθηκαν αποδείξεις για την κύρια βάση της αγωγής. Ότι μετά από έφεση που άσκησε ο ερήμην δικαστείς εναγόμενος κατά της ως άνω απόφασης καθώς και οι λοιποί εναγόμενοι κατά της οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου, εκδόθηκε τελικά η 4977/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς την κριθείσα κύρια βάση της. Έτσι, η ανωτέρω 153/1997 απόφαση η οποία ήταν εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, κατέστη τελεσίδικη ως προς την οριστική της διάταξη, με την οποία απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η ένδικη αγωγή κατά τη βάση της περί κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου με τακτική και άλλως έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς ασκείται κατά της 153/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την οριστική της διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η αγωγή, αφού, αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά της οριστικής διατάξεως πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Επειδή, από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρησή του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου. Γι' αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Όμως, από 23-5-1968 ισχύει ο α.ν. 431/1968, που ορίζει στο μεν άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ. 2185/1952) επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 παρ.1 εδάφ. β' αυτού, ότι σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του αν.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου όχι κληρούχου. Επομένως από την ισχύ του αν.ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέας του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματός του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου. Η απαγόρευση δηλαδή της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος, που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου, δεν προστατεύεται ούτε κατά τον νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία, που θα επέφερε κατάτμηση.
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου (άρθρο 272 Α.Κ.) αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου (Ολ.ΑΠ 15/2004, Ολ.ΑΠ 568/1986, Ολ.ΑΠ 1520/1982, ΑΠ 613/2012, ΑΠ 1564/2012, ΑΠ 1190/2010, ΑΠ 1413/2003). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία ήταν εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και ήδη κατέστη τελεσίδικη ως προς την οριστική της διάταξη, απέρριψε με την άνω οριστική του διάταξη ως μη νόμιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τις βάσεις της περί κτήσεως κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική και άλλως έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο κατά την αγωγή παραχωρήθηκε ως κληροτεμάχιο σε μείζονα έκταση, από το Υπουργείο Γεωργίας στην απώτατη δικαιοπάροχό της Μ. Δ., ο κληρονόμος της οποίας σύζυγός της πώλησε το επίδικο τμήμα αυτού στην Ε. Π., από την οποία το αγόρασε η αναιρεσείουσα, "αποτελεί τμήμα παραχωρηθέντος κλήρου και ως προς το μέρος της που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι μέχρι την ισχύ του αν.ν. 431/1968 (23-5-1968) ο αγροτικός κλήρος δεν ήταν επιδεκτικός νομής από άλλον εκτός από τον κληρούχο και τους διαδόχους του και, επομένως, ούτε κυριότητας διά χρησικτησίας, μετά δε την ισχύ του ανωτέρω νόμου, οπότε κατέστη δυνατή η διά χρησικτησίας κτήση κυριότητας ολοκλήρου του κλήρου, η τοιαύτη κτήση επί τμήματος κληροτεμαχίου, ως εν προκειμένω, εξακολουθεί να απαγορεύεται, λόγω του ότι επέρχεται κατάτμηση του κλήρου". Έτσι, που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα ως άνω σκέψη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 ΑΚ και άρθρου 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού μάλιστα η αναιρεσείουσα-ενάγουσα ουδόλως εκθέτει στην αγωγή της κάποια από τις εξαιρέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του α.ν. 431/1968, κατά τις οποίες δεν ισχύει ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης, και, επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτά προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο ή δύνανται να στηρίξουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση κλπ). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με το να δεχτεί, ότι "μέχρι την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23-5-1968) ο αγροτικός κλήρος δεν ήταν επιδεκτικός νομής από άλλον εκτός από τον κληρούχο και τους διαδόχους του και, επομένως, ούτε κυριότητας διά χρησικτησίας, μετά δε την ισχύ του ανωτέρω νόμου, οπότε κατέστη δυνατή η διά χρησικτησίας κτήση κυριότητας ολοκλήρου του κλήρου, η τοιαύτη κτήση επί τμήματος κληροτεμαχίου, ως εν προκειμένω, εξακολουθεί να απαγορεύεται, λόγω του ότι επέρχεται κατάτμηση του κλήρου", έλαβε υπόψη πράγματα, που βρίσκονται εκτός των βάσεων της αγωγής της περί κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία. Από την επισκόπηση, όμως, του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, το οποίο παραχωρήθηκε ως κληροτεμάχιο από το Υπουργείο Γεωργίας στην απώτατη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Μ. Δ., ο κληρονόμος της οποίας, σύζυγός της, πώλησε το τμήμα αυτό στην Ε. Π., από την οποία το αγόρασε η αναιρεσείουσα, και ότι έτσι κατέστη αυτή (αναιρεσείουσα) κυρία του τμήματος αυτού, εκτός από παράγωγο τρόπο, και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το άνω Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της, που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συνακόλουθα ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Ε. συζ. Ε. Μ. για αναίρεση της 153/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή