Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1655 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1655/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολακάκο, περί αναιρέσεως της 77/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΥΡΤΕΑ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φραγκάκη.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1429/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 171 στοιχ. 1 περίπτ. Α' του ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω στο άρθρο 17 στοιχ. Β παρ. 1, 8 και 10 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), ορίζεται ότι σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή να αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου με (παρ. 8). Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 77/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και για υπεξαγωγή εγγράφων, πάσχει απόλυτη ακυρότητα γιατί η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-1-2008, για την οποία είχε γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων δεν πρότεινε την ως άνω ακυρότητα, η οποία έτσι καλύφθηκε και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση στο τέλος του αιτιολογικού της, που εδώ ενδιαφέρει για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, αναφέρει τα εξής: "Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, στοιχειοθετούνται πλήρως και οι δύο πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτών αναλύθηκαν στη μείζονα σκέψη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 8 παρ. 2α ΠΚ, που του αναγνωρίστηκε και πρωτόδικα, κατά το διατακτικό". Στη συνέχεια στο διατακτικό διαλαμβάνει τα εξής σε σχέση με την ελαφρυντική περίσταση "Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Από την ως άνω διατύπωση του αιτιολογικού προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό που του αναγνωρίστηκε και πρωτόδικα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης αριθ. 107/2006 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκύπτει ότι στον κατηγορούμενο αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Επομένως στον κατηγορούμενο αναγνωρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το ανωτέρω ελαφρυντικό και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, η δε αναφορά στο σκεπτικό του εδαφίου α' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ αντί για το εδάφιο ε' οφείλεται προφανώς σε παραδρομή.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ είναι κατά το πρώτο σκέλος του αβάσιμος. Τέλος η απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν είναι αρκετή μόνη η επίκληση της διατάξεως που τους προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η κατά τρόπο αόριστο προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επ' αυτών ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Εν προκειμένω ο συνήγορος του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ζήτησε "να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 περ. 2α ΠΚ, επειδή έχει λευκό ποινικό μητρώο", και το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν χωρίς ειδική αιτιολογία. Όπως όμως υποβλήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός, ήταν αόριστος γιατί δεν συνοδευόταν από πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Επομένως ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 77/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή