Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 284 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 284/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 4813/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1496/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, για τον οποίο απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, για τον οποίο ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην έννοια όμως της ανωτέρης βίας, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση της εκκαλουμένης απόφασης από μέρους του εκκαλούντος, γιατί στην περίπτωση αυτήν ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4813/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτήν, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 42064/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων έχει καταδικαστεί για παράβαση του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 2518/1997 κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση έφεση υπ' αριθμ. 42064/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών επιδόθηκε νομότυπα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις 8 Φεβρουαρίου του έτους 2006 κατά τις διατάξεις περί επιδόσεως σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής στον Δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας του στην οδό ..... στην ....., η οποία αναφερόταν στη μήνυση και στην οποία διατηρούσε κάποτε επαγγελματική κατοικία ο εκκαλών κατηγορούμενος (βλ. το αναγνωσθέν από 8-2-2006 αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .....) και η υπό κρίση έφεση του ως άνω εκκαλούντος κατηγορουμένου κατ' αυτής ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 23 Απριλίου του έτους 2008 όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3510/2008 έκθεση εφέσεως, χωρίς ο εκκαλών κατηγορούμενος να επικαλείται και να εκθέτει στην έκθεση εφέσεως (εφετήριο) το λόγο ανώτερης βίας που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν το λόγο αυτό ή να εκθέτει οποιοδήποτε λόγο που να αιτιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της ή οποιαδήποτε περιστατικά που να συνιστούν ανώτερη βία. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, εκπροσωπούμενος πλήρως από τους συνηγόρους του. επικαλείται απαραδέκτως με τους έγγραφους ισχυρισμούς που υπέβαλε για πρώτη φορά στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του περιστατικά ανωτέρω βίας και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση ότι καταδικάστηκε με την εχκαλούμενη απόφαση και ισχυρίζεται ότι από νομική πλάνη δεν τα επικαλέστηκε στην έκθεση της εφέσεως, πλην όμως, εκτός του ότι δεν συγχωρείται άγνοια νόμου, ο ισχυρισμός του ότι από νομική πλάνη δεν επικαλέστηκε στην έκθεση της εφέσεως που άσκησε το λόγο που δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκηση της κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3510/2008 έκθεση της υπό κρίση εφέσεως του, αυτή δεν ασκήθηκε από τον ίδιο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο που πιθανόν να μην γνώριζε το νόμο, αλλά ασκήθηκε κατ' εντολή του από την πληρεξούσιο του και εξουσιοδοτημένη προς τούτο δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Ματσούκα του Βασιλείου, η οποία ως δικηγόρος γνώριζε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να είναι παραδεκτή η άσκηση από μέρους του εντολέως της εκπρόθεσμης εφέσεως, δηλαδή γνώριζε ότι θα έπρεπε για το παραδεκτό της εκπρόθεσμης εφέσεως του εντολέως της να αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως της ο λόγος ανώτερης βίας ή άλλου", ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκησή της και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε παντάπασι γνώση ο εκκαλών κατηγορούμενος ότι καταδικάστηκε ερήμην με την εγκαλούμενη απόφαση. Τέλος, ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ α-της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ, 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28" παρ 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, η οποία εγγυάται το δικαίωμα στο δικαστήριο, έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας", πλην όμως το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού Αντιθέτως, οι νομοθετικοί περιορισμοί του ως άνω δικαιώματος εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών, είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Έτσι προαναφερθείσες διατάξεις του εθνικού μας δικαίου που προβλέπουν ότι για την παραδεκτή άσκηση εκπρόθεσμου ενδίκου μέσου πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως του ο λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, διαφορετικά αυτό είναι απαράδεκτο, αποτελούν νομοθετικούς περιορισμούς του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου που δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία ασκήσεως του ενδίκου μέσου και αφορούν τον τύπο και την προθεσμία του ενδίκου μέσου και δεν περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο με ένδικο μέσο, αφού δεν θεσπίζουν δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος προσφυγής με ένδικο μέσο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν υποβάλλουν τον εκκαλούντα σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως του στο δικαστήριο που δικάζει το ένδικο μέσο, με συνέπεια, από το ότι κατά το εθνικό δίκαιο για την παραδεκτή άσκηση εκπρόθεσμου ενδίκου μέσου εφέσεως πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως της ο λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της καθώς επίσης και τα αποδεικτικά μέσα που τον αποδεικνύουν, δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, αφού ο ανωτέρω περιορισμός που αφορά τη διαδικασία και τον τύπο ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως δεν υποβάλλει τον εκκαλούντα σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως του στο Δικαστήριο που δικάζει το ένδικο μέσο της εφέσεως και συγκεκριμένα στο εφετείο και ο περί του εναντίου ισχυρισμός του εκκαλούντος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί μη νομότυπης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως σ' αυτόν και μη ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως του κατ' αυτής, περί νομικής πλάνης όσον αφορά τη μη νομότυπη άσκηση της με αναφορά του λόγου της εκπρόθεσμης άσκησης της στην έκθεση της εφέσεως και περί παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ να κηρυχθεί απαράδεχτη η υπό κρίση εκπρόθεσμη έφεση του, στην έκθεση ασκήσεως της οποίας δεν αναφέρεται ο λόγος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της και τα αποδεικτικά μέσα που τον αποδεικνύουν και να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης μ' αυτήν αποφάσεως (βλ. άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) σύμφωνα με το διατακτικό". Από την 3510/23-4-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, δεν αναφέρει οτιδήποτε, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της. Δεν επικαλείται δηλαδή, ούτε ακυρότητα της επίδοσης προς αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του. Εξάλλου, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 42064/2004 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 8.2.2006, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ....., όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 23.4.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς να αναφέρει το έγγραφο της έφεσης όπως ήδη αναφέρθηκε λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Δεν υποχρεούταν δε το δικαστήριο, να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, αφού δεν υπήρχε στην έφεση σχετικός ισχυρισμός. Εξάλλου, η συναφής αιτίαση που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρο, διότι α) επιδόθηκε στον Δήμαρχο ..... αντί του Δημάρχου ..... και β) δεν αναγράφεται στο αποδεικτικό αν η παραλαβούσα την εκκαλουμένη απόφαση δημοτική υπάλληλος είχε ορισθεί από το Δήμαρχο ..... για το σκοπό αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν είχε προβληθεί με την έφεση.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του με το να κρίνει νομότυπη τη γενόμενη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 280/5-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4813/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή