Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1633 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Συμπτωματική κατοχή ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική χρήση και χρήση θεωρείται η περιστασιακή, όταν δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του δράστη, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες και τις δυνατότητες κρίσεως των επί μέρους περιστάσεων. Η παραδοχή αυτή συνιστά ειδικό λόγο δυνητικής άφεσης της ποινής. Μεταξύ της κατοχής για ίδια αποκλειστική χρήση και της χρήσης υφίσταται αληθής πραγματική συρροή. Η αρχή της ενιαίας ποινής δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3459/2006 έστω και αν αφορούν την ίδια ποσότητα. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1633/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 259/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2089/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 3459/ 2006, τιμωρείται με τη στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ... Κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου, βούλευμα ή απόφαση, ότι ο υπαίτιος δεν πρέπει να τιμωρηθεί, μπορεί να εκδοθεί και ο δράστης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να κριθεί ατιμώρητος, χωρίς να διαταχθεί προηγουμένως η από μέρους του παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί αυτή ή κάποια άλλη του κεφαλαίου αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, ως "συμπτωματική" κατοχή ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική χρήση και χρήση θεωρείται η περιστασιακή, η οποία δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του δράστη, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες και τις δυνατότητες κρίσεως των επί μέρους περιστάσεων, συνιστά δε η παραδοχή αυτή ειδικό λόγο δυνητικής άφεσης της ποινής. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχει ο αυτοτελής ισχυρισμός του υπαιτίου όταν ζητεί να κριθεί ατιμώρητος, κατ' εφαρμογή της άνω διατάξεως. Διαφορετικά είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτόν και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 259/2007 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ατιμώρητος κατ' εφαρμογή του άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 3459/ 2006 χωρίς αναφορά συγκεκριμένων περί τούτου περιστατικών, ήτοι προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι πράξεις του αναιρεσείοντος ήταν τελείως συμπτωματικές. Περί του ισχυρισμού αυτού, το άνω Δικαστήριο ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει διότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, όμως απήντησε με την ακόλουθη αιτιολογία": "Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα στοιχεία που αποδείχτηκαν στο ακροατήριο και τη συνολική προσωπικότητα και συμπεριφορά του κατηγορουμένου, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία αυτά, δεν προέκυψε ότι η πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν πρόκειται να επαναληφθεί στο μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατελήφθη όχι μόνο να κατέχει τη ναρκωτική ουσία αλλά και να κάνει χρήση αυτής, την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών μία φορά στο παρελθόν και τις περιστάσεις της προμήθειας των ναρκωτικών έναντι αντιτίμου, από τσιγγάνικο καταυλισμό, όπου ο κατηγορούμενος πήγε διότι γνώριζε ότι θα μπορούσε εύκολα να βρει ναρκωτικές ουσίες". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής διότι περιέχονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη του αυτοτελούς τούτου ισχυρισμού, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άνω άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 3459/ 2006. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ) για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Αρειο Πάγο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για την ποινή και τον καθορισμό της συνολικής ποινής, δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε να κριθεί ο κατηγορούμενος ατιμώρητος, ενώ εξάλλου ορθώς το Δικαστήριο αποφάνθηκε και απέρριψε τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της συμπτωματικής χρήσης μετά την περί ενοχής απόφαση του και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί την ποινής, αφού η κρίση αυτού για συμπτωματική χρήση αναφέρεται στο κεφάλαιο της ποινής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση, περί ακυρότητος της διαδικασίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άνω άρθρου 29 παρ. 1 του ν.3459/ 2006, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση, κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μεταξύ των διαπλασσομένων από αυτήν εγκλημάτων, της κατοχής για ίδια αποκλειστική χρήση και της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, υφίσταται αληθής πραγματική συρροή, όπως όμοια συρροή υπάρχει και μεταξύ των από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 1729/ 1987, προβλεπομένων αξιοποίνων πράξεων στον υπαίτιο των οποίων όμως κατά παρέκκλιση των άρθρων 94 και 96 του ΠΚ επιβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.2 του ν. 1729/ 1987, μία ενιαία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του, αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Η αρχή αυτή της ενιαίας ποινής δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του ν.3459/ 2006, έστω και αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, αφού τούτο δεν ορίζεται ειδικά στο νόμο, αλλά για κάθε μία από τις πράξεις αυτές επιβάλλεται ιδιαίτερη ποινή και ακολούθως χωρεί καθορισμός μιας συνολικής ποινής κατά το άρθρο 94 επ. ΠΚ. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και χρήσης ναρκωτικών ουσιών χωρίς να είναι τοξικομανής και του επεβλήθη φυλάκιση ενός (1) μηνός για κάθε μία και συνολικώς φυλάκιση ενός μηνός και δεκαπέντε ημερών. Έτσι κρίνοντας το άνω Δικαστήριο ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3459/ 2006.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 259/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή