Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2111 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία με χρήση. Αιτιολογία απόφασης. Ισχυρισμός για ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α΄ ΠΚ. Ορισμένο προβολής αυτού. Επιβολή δικαστικών εξόδων στον κατηγορούμενο που καταδικάσθηκε. Λόγος για έλλειψη σχετικής Εισαγγελικής πρότασης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης.




Αριθμός 2111/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο, περί αναιρέσεως της 9167/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί, για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκα, αλλά αρνητικώς της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ειδικότερα για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9167/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με την 4003/30-3-2001 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας, η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε στην ... την 30-03-01 από την Επιτροπή Απαλλαγής Αθηνών, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι/5) ως πάσχων από καταθλιπτική συνδρομή σε πλαίσια διαταραχής προσωπικότητας μεθοριακού τύπου.
Η γνωμάτευση αυτή ήταν πλαστή, αφού η γνήσια ταυτάριθμη γνωμάτευση είχε εκδοθεί από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών την 27-03-01 και αφορούσε τον στρατιώτη ..., ο δε κατηγορούμενος δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην επιτροπή απαλλαγών. Όπως το τελευταίο προκύπτει κυρίως από την κατάθεση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα ..., δ/ντή του 414 ΣΝΕΝ, ο οποίος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατέθεσε για τον κατηγορούμενο "φαίνεται ότι δεν πέρασε από την Επιτροπή Απαλλαγών", ενώ παρακάτω εξηγεί ότι το αναγραφόμενο στη βεβαίωση, που ο ίδιος έδωσε, ότι ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου την 22-3-2001 με διάγνωση καταθλιπτική συνδρομή σε έδαφος προσωπικότητας μεθοριακού τύπου, το ανέγραψε μετά από έλεγχο των βιβλίων, δηλαδή χωρίς να έχει ιδίαν αντίληψη. Την ως άνω δε πλαστή γνωμάτευση την κατήρτισε εξ υπαρχής ο κατηγορούμενος στην ... την 30η Μαρτίου 2001 προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσής του και έκανε χρήση αυτής, προσκομίζοντάς την αυθημερόν στο αρμόδιο στρατολογικό γραφείο ώστε να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους και να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσης. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά προηγούμενου έντιμου βίου αυτού που ανάγονται σε όλες της μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς του πριν από την τέλεση της πιο πάνω πράξης, για την οποία κρίθηκε ένοχος ώστε γα. του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 216 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρα και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης .... Ειδικότερα ως προς την πρώτη αιτίαση του αναιρεσείοντος (8ο λόγο της κρινόμενης αίτησής του) για την επιβολή των δικαστικών εξόδων σ'αυτόν, ύψους 220 ευρώ, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς προηγούμενα να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου αυτού, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται υποχρεωτικά στον κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του και το ύψος τους είναι καθορισμένο από το νόμο (άρθρα 373 εδ.α' και 582 ΚΠΔ και 3 του ν. 663/1977, όπως το τελευταίο ισχύει με τις εκάστοτε τροποποιήσεις του), εκτός εάν συντρέχει περίπτωση μερικής καταδίκης του κατηγορουμένου σ'αυτά (άρθρο 587 ΚΠΔ), πράγμα που δεν επικαλείται ότι συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων που καταδικάσθηκε στα δικαστικά έξοδα της δευτεροβάθμιας δίκης ύψους 220 ευρώ (τα νόμιμα οριζόμενα), όπως πρότεινε ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου για την αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και την καταδίκη του κατηγορουμένου στα δικαστικά έξοδα (βλ. σχετικά 84 σελίδα των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, όπου από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ότι ζήτησε την καταδίκη του κατηγορουμένου στα δικαστικά έξοδα ο συνήγορός του, αντί να καταχωρισθεί στο αντίστοιχο για τα ζητήματα αυτά σημείο εισαγγελικής πρότασης. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί του ανεφίκτου να χρησιμοποίησε αυτός την πλαστή βεβαίωση που αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση λόγω του ότι πρόκειται για στρατιωτικό έγγραφο που αναστέλλεται υπηρεσιακώς, χωρίς την παρέμβαση τρίτου προσώπου, και ότι έτσι αποκλείεται να το προσκόμισε ο ίδιος στο αρμόδιο στρατολογικό γραφείο για να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσής του, είναι απορριπτέα, καθόσον με τον τρόπό αυτόν πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Ακόμη ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' του ΠΚ ως ουσιαστικά αβασίμου, η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην πληττόμενη απόφαση (3ος λόγος της κρινόμενης αίτησης) και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ως προς το ζήτημα αυτό ο λόγος στο συνήγορο που τον εκπροσωπούσε (4ος λόγος αναίρεσης της αίτησης) είναι απορριπτέα: α) από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης (πέμπτη σελίδα αυτών), προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στο συνήγορό του για το ως άνω ελαφρυντικό και ζήτησε την αναγνώρισή του χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξή του.
Συνεπώς ως προς το σημείο αυτό η σχετική αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρα 171 παρ.1 εδ.δ' και 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ) είναι απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Αλλά και ως προς το δεύτερο σημείο της, δηλαδή της χωρίς ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απόρριψης του ως άνω ελαφρυντικού ως ουσιαστικά αβασίμου, είναι απορριπτέα, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός λόγω του επιγραμματικού τρόπου που προβλήθηκε "ο συνήγορος του κατηγορουμένου... ζήτησε.. την αναγνώριση ελαφρ. 84 παρ.2α ΠΚ" ήταν αόριστος και εντεύθεν δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει το Δικαστήριο γι'αυτόν, η δε απόρριψη αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. τέλος σκεπτικού προσβαλλόμενης απόφασης) έγινε εκ περισσού, χωρίς να έχει υποπέσει σε κάποια πλημμέλεια από την αιτιολογημένη απόρριψή του.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9167/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή