Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1549 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Τυπικά δεκτή έφεση Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατά πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης για τις πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και απάτης στο Δικαστήριο, γιατί περιέχουν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το λόγο της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ενώ για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου δεν περιέχεται κάποια αιτιολογία και απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο που ανεγνώσθη, είναι δε αβάσιμος ο σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. που υποστηρίζει τα αντίθετα. Η διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 του Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την οποία «διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί» δεν είναι ταγμένη με ποινή την ακυρότητα της διαδικασίας, είναι δε αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε η ανάγνωση της αναβλητικής απόφασης, η οποία αναφέρεται στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έλλειψη ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή αίτησης. Η μη εμφάνιση του μάρτυρα για τον οποίο εχώρησε η αναβολή, και η πρόοδος της δίκης, εφόσον δεν εντέλεξε ο κατηγορούμενος ούτε ζήτησε αναβολή δεν θεμελιώνει έλλειψη ακροάσεως. Από προφανή παραδρομή δεν αναγράφτηκε το όνομα του δευτέρου δικηγόρου στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διορθώθηκε σχετικώς. Κατ’ ακολουθία τούτου πρέπει αναλόγως να γίνει προσαρμογή στην κύρια ως άνω απόφαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. . Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται, με επίκληση κατ’ επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αναγκαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1549/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δημητρούκα, περί αναιρέσεως των 117/2007 και 1716-1717/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 7 Ιανουαρίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1951/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.1 ΠΚ, όποιος ως πραγματογνώμονας εν γνώσει εκθέτει με όρκο ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας πραγματογνώμονα απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκθεση από τον ορκισθέντα και διορισμένο από το δικαστήριο ή από άλλη αρμόδια αρχή πραγματογνώμονα ψευδών περιστατικών ή απόκρυψη των αληθινών ή η διατύπωση από αυτόν ψευδούς κρίσεως, η οποία δεν είναι σύμφωνη προς την ενδόμυχη πεποίθησή του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), ότι τα εκτιθέμενα ή αποκρυπτόμενα περιστατικά είναι ψευδή ή ότι η διατυπούμενη από αυτόν κρίση είναι ψευδής και αντίθετη προς την ενδόμυχη πεποίθησή του και τη θέληση να προβεί στην πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Ένεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του, εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα ή γνησίων μεν, ανακριβή όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, σε απόπειρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 § 1 και 498 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η έκθεση, που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 § 19 του ν. 2.408/1996 και ισχύει από 4.6.1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται γι' αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορούμενου, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης, που θα εκδοθεί. Περαιτέρω, με την απαγγελία της αθωωτικής απόφασης στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου, όπου καταχωρούνται οι μαρτυρικές καταθέσεις και η απολογία του κατηγορουμένου. Έτσι, μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της απόφασης (άρθρα 473 § 1 και 486 § 1 ΚΠοινΔ) ο Εισαγγελέας μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντά του και να κρίνει με ασφάλεια, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, όπως ζητεί με σχετική αίτησή του την άσκηση έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης. Από όλα τα ανωτέρω παρέπεται, ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠοινΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Αυτό δε, διότι με την αξιούμενη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής απόφασης και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα για να ασκήσει ο τελευταίος τέτοια έφεση (ΟλΑΠ 9/2005 ποινική). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 139 παρ.2 του ΚΠοινΔ αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτής, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 2149/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Μεσολογγίου ο αναιρεσείων κηρύχτηκε αθώος και για τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις? 1) ψευδορκίας πραγματογνώμονα 2) απάτης στο Δικαστήριο και 3)χρήσης νοθευμένου εγγράφου. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου άσκησε τις υπ' αριθ. εκθέσεως 106/6-12-2005 και 108/8-1-2005 εφέσεις του, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται. Στις εκθέσεις αυτές, οι οποίες, παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την εξέταση του προβαλλόμενου σχετικού με αυτές λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται, ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας εφεσιβάλλει την πιο πάνω απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος για τις ως άνω πράξεις, διότι ? " Ο κατηγορούμενος - πραγματογνώμων ομολόγησε ότι ο ίδιος αλλοίωσε την ημερομηνία έκδοσης του χάρτη αναγράφοντας ως έτος έκδοσής του το 1963, με την απίθανη αιτιολογία ότι ήθελε να καταστήσει πληρέστερη την πραγματογνωμοσύνη, επικαλούμενος την ημερομηνία ενός άλλου χάρτη που μάλλον ανέφερε τον αριθμό του συγκεκριμένου γεωτεμαχίου και όχι τον αριθμό του χάρτη της πραγματογνωμοσύνης. Προφανές, άρα, είναι ότι τούτο έπραξε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο Εφετών ότι ήδη απ' το 1963 δεν υπήρχε νοτιότερα άλλη καρροποίητη οδός εκτός απ' αυτήν που υπέδειξε ως βόρειο όριο της επίδικης ιδιοκτησίας Κ. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχει και άλλη καρροποίητη οδός νοτιότερα, (νοτίως της εκκλησίας του .....), η οποία εν μέρει φαίνεται να αποτελεί βόρειο όριο του δυτικού μη αμφισβητούμενου τμήματος της άνω ιδιοκτησίας και η οποία καταλήγει - τερματίζει, όπως φαίνεται απ' τον ίδιο το χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, στο ανατολικό αμφισβητούμενο τμήμα της. Σύμφωνα δε με το υπ' αρ. πρωτ. ...... έγγραφο της Γ.Υ.Σ. ο χάρτης στον οποίο στηρίχτηκε η πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε βάσει αεροφωτογραφιών που λήφθηκαν το 1970-1971, συντάχθηκε, δηλαδή, αφού είχε διαμορφωθεί η σημερινή κατάσταση. Είναι, άρα, ενδεχόμενο, το πραγματικό όριο της ιδιοκτησίας Κ, δηλαδή η αναζητούμενη καρροποίητη οδός να ισοπεδώθηκε, απ' αυτούς που νέμονταν το επίδικο πριν το 1970, (δηλαδή ενδεχομένως και απ' τους δικαιοπαρόχους των νυν μηνυτών, στην προσπάθειά τους να προσαρτήσουν τμήμα της νοτιότερης ιδιοκτησίας). Γι' αυτό ο δρόμος νότια της εκκλησίας του ...... καταλήγει σε αδιέξοδο εντός του επιδίκου και δεν συνεχίζει εντός αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, ο πραγματογνώμων όφειλε να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο των Εφετών ότι υπάρχει και άλλος δρόμος νοτιότερα, που καταλήγει στο επίδικο. Αντίθετα, επιμελώς το απέκρυψε. Μ' αυτό τον τρόπο το ανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας Κ από δεκαοκτώ περίπου στρέμματα, σύμφωνα με τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, κατέστη 33,4 περίπου στρέμματα. Στο μόνο, άλλωστε, σημείο που υπάρχει σφάλμα στο κατηγορητήριο είναι ότι και η εστιγμένη γραμμή που εξέλαβε ως δρόμο ο κατηγορούμενος συμβολίζει πράγματι δρόμο. Αυτό δε διευκρινίσθηκε, όχι απ' τους μάρτυρες υπεράσπισης αλλά απ' το μάρτυρα κατηγορίας (......), που κλήθηκε, κατ' άρθρο 353§1 ΚΠοινΔ, προκειμένου, ως ειδικός (επίκουρος καθηγητής Πολυτεχνείου, με έδρα την τοπογραφία) να ερμηνεύσει το χάρτη. Επιπλέον δε και συμπληρωματικά είναι αυτονόητο ότι αφού ο παραπάνω κατηγορούμενος ομολόγησε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε την ημερομηνία συντάξεως του χάρτη (ημερομηνία η οποία δεν υπήρχε σ' αυτόν), τέλεσε ωσαύτως και το αδίκημα της ψευδορκίας. Ο δόλος του, άλλωστε, προκύπτει από την ίδια την ομολογία του. Κατόπιν τούτων, αιτείται την παραδοχή της έφεσης αυτής, την εξαφάνιση εξολοκλήρου της εκκαλούμενης απόφασης και την καταδίκη του κατηγορουμένου".
Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως στη δικάσιμο της 21-9-2006 προέβαλαν την ένσταση του απαραδέκτου της έφεσης του Αντεισαγγελέα Πλημ/κών Μεσολογγίου, λόγω μη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα, προέβαλαν ότι δεν αναφέρει ποιες είναι οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχτηκε αθώος. Δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των αξιοποίνων πράξεων. Παραθέτει απλώς κάποια στοιχεία λανθασμένα τα περισσότερα εκτός κατηγορητηρίου και με ενδεχόμενα και υποθέσεις. Ξεκινάει ότι ο κατηγορούμενος νόθευσε έγγραφο, ενώ τέτοια κατηγορία δεν του έχει αποδοθεί και με βάση αυτό στηρίζει και τα επόμενα. Αναφέρεται επίσης σε δρόμο κατά τη γνώμη του κάτωθι της εκκλησίας, ενώ απεδείχθη ότι ο δρόμος είναι στο βόρειο όριο, το οποίο παρακάτω το αποδέχεται. Όλο το περιεχόμενο στηρίζεται σε ενδεχομένως και όφειλε κ.λ.π.
Η 1716/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών απέρριψε την ως άνω ένσταση για τις δύο πιο κάτω πράξεις, με την αιτιολογία ότι ? Στην προκειμένη περίπτωση, από το όλο περιεχόμενο της εφέσεως του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογίου, αρ. εκθέσεως 106/5-12-2005 (αρχικής) και 108/8-12-2005 (συμπληρωματικής), που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατά της 2149/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία αθωώθηκε ο Χ1, για τις πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, απάτης στο Δικαστήριο και χρήσης νοθευμένου εγγράφου, διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρ. 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ) μόνο για τις πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και απάτης στο Δικαστήριο, καθόσον γίνεται επιτρεπτή παραπομπή στο περιεχόμενο των ως άνω εφέσεων, το οποίο προεκτέθηκε, όπου εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες κατά την άποψη του εκκαλούντος Εισαγγελέα πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες αν δεν λάβαιναν χώρα θα οδηγούσαν το Δικαστήριο σε καταδικαστική απόφαση για τις πράξεις αυτές. Αντίθετα, για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, (ήτοι ακριβούς φωτοαντίγραφου χάρτου της Γεωγραφικές Υπηρεσίας Στρατού, στον οποίο αναγραφόταν χειρόγραφα ως χρονολογία εκδόσεως το έτος 1963, ενώ αυτός εξεδόθη μετά το 1972), για την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος, δεν περιέχεται κάποια αιτιολογία στην έφεση του ίδιου Εισαγγελέα. Επομένως, η έφεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή μόνο σε σχέση με τις δύο πρώτες πράξεις, (ψευδορκία πραγματογνώμονα και απάτη στο Δικαστήριο), απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου ως αβασίμων, ενώ αντίθετα πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη σε σχέση με την τρίτη πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου.
Το παραδεκτό των ως άνω εφέσεων του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου κατά της αθωωτικής αποφάσεως που προαναφέρθηκε θα κριθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2 και 498 εδ. α' του ΚΠοινΔ και εφόσον, με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν παραπάνω, περιλαμβάνουν τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το λόγο της κακής εκτίμησης των πραγματικών γεγονότων και αποδεικτικών στοιχείων, συνεπεία της οποίας κηρύχτηκε αθώος ο κατηγορούμενος, ενώ κατ' ορθή εκτίμηση αυτών έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, κατ' εκτίμηση, των πράξεων α) της ψευδορκίας πραγματογνώμονος και β) της απάτης στο Δικαστήριο, περιέχεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και το Τριμελές Εφετείο Πατρών με το να τις κάνει τυπικά δεκτές, με την απόφασή του με αριθμ.1716-1717/2006, δεν έσφαλε, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς προς το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η φερομένη με αναληθή χρόνο, με αρ. "..13) από του έτους .... αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού". Με την αναφορά αυτή του εν λόγω εγγράφου επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και αφού με την ανάγνωσή του στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστη γνωστό το εν λόγω έγγραφο κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση προς το περιεχόμενό του. Στα πρακτικά βεβαιώνεται ότι "η Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους εάν χρειάζονται καμιά συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απάντησαν αρνητικά η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας".
Συνεπώς ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, ούτε ζήτησε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις επ' αυτού. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας το ως άνω έγγραφο, ο δε σχετικός, από το άρθρο 510 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ.2 του ΚΠοινΔ "διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί". Η διάταξη αυτή δεν είναι ταγμένη με ποινή την ακυρότητα της διαδικασίας. Ιδρύει δε λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α του ΚΠοινΔ εάν η ανάγνωση ήθελε ζητηθεί από τον κατηγορούμενο, το συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί της αιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τους συνηγόρους του η ανάγνωση των πρακτικών της αναβλητικής απόφασης με αριθμ.1716-1717/2006 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η απόφαση αυτή δεν αναφέρεται στα αναγνωστέα. Αναφέρεται όμως στην αρχή της αποφάσεως στο πρώτο φύλλο, σελίδα δεύτερη, όταν κρίθηκε αναγκαίο για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, προκειμένου να εμφανισθεί ο συνήγορος Χρ. Μυλωνόπουλος για να υποβάλλει αίτημα παράστασης πολιτικής αγωγής. Εκεί διαλαμβάνεται ότι "επειδή με την 1716-1717/2006 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως κατ' άρθρο 352 ΚΠοινΔ για τη σημερινή δικάσιμο, έχει αποβληθεί η πολιτική αγωγή, είναι απαράδεκτο το υποβαλλόμενο αίτημα περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να εμφανισθεί ο συνήγορος Χρ. Μυλωνόπουλος για να υποβάλλει αίτημα παράστασης πολιτικής αγωγής".
Για τους λόγους αυτούς τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει αβάσιμα ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αρνητική υπέρβαση εξουσίας από το ότι δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα η ως άνω αναβλητική απόφαση. Κατά το άρθρ. 548 Κ.Ποιν.Δ., το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια απόφαση είναι και η αναβλητική του άρθρ. 352 παρ. 4 ΚΠοινΔ για ισχυρότερες αποδείξεις.
Συνεπώς και αυτή μπορεί να ανακληθεί κατά τη νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης. Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, χωρίς τις νέες που διέταξε, όπως εξέταση και άλλου μάρτυρα. Κατά δε το άρθρ. 327 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να προσκαλέσει μάρτυρες με δικές του δαπάνες. Τέλος, κατά τα άρθρα 141 και 142 ΚΠοινΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων τις προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων που υποβάλλονται προφορικώς ή εγγράφως. Εάν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών του κατηγορουμένου για την ανάγνωση των πρακτικών, εγγράφων και την εξέταση μαρτύρων του ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχείο Β' και 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης που να συνοδεύεται με την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, τα οποία παρέχονται στον κατηγορούμενο μετά από το νόμιμη αίτηση, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών παρά μόνο προσβολή των για πλαστότητα ή διόρθωσή των κατά τη διαδικασία του άρθρ. 145 ΚΠοινΔ.
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα παραπάνω, η ως άνω απόφαση, ως προπαρασκευαστική, είναι ανακλητή, πράγμα που συμβαίνει και σιωπηρά, όταν το Δικαστήριο προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως με τις υπάρχουσες αποδείξεις. Εξάλλου, η μη εμφάνιση του μάρτυρα για τον οποίο εχώρησε η αναβολή δεν δημιουργεί ακυρότητα, εφόσον ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αντέλεξε, ούτε ζήτησε αναβολή για το λόγο αυτό, ούτε άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται κάτι τέτοιο. Χωρίς την προϋπόθεση αυτή δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο αντίθετος πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας στην προπαρασκευαστική 1716-1717/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών και πρέπει να απορριφθεί. Με τη 1843/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών συμπληρώθηκε η υπ' αριθμ.117/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου ως προς το ονοματεπώνυμο του δευτέρου συνηγόρου υπεράσπισης Αθανασίου Δημητρούκα, καθόσον κρίθηκε ότι δεν αναγράφτηκε στην παραπάνω απόφαση εκ παραδρομής. Κατ' ακολουθία τούτου πρέπει αναλόγως να γίνει προσαρμογή στην κύρια απόφαση. Εξάλλου, όπου λέγεται ο συνήγορος νοείται η όλη υπεράσπιση.
Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας? α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ο αναιρεσείων κηρύχτηκε ένοχος για? α ) την πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, και β) την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο και του επέβαλε, για κάθε πράξη, ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, και συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς κατά το είδος του αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ως άνω πράξεις. Ειδικότερα δέχτηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την 846/1997 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δίκαζε έφεση κατά αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε επί διεκδικητικής ανακοπής μεταξύ των δικαιοπαρόχων των μηνυτών, ως καθ' ων και των Κ1 και Κ2 ως ανακοπτόντων, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στον επικαλούμενο από τους τελευταίους τίτλο, στον οποίο και στήριζαν την κυριότητά τους. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας ο κατηγορούμενος, ο οποίος ορκίσθηκε νομότυπα την 3-3-2000 για την ανάληψη των καθηκόντων του. Ακολούθως συνέταξε πραγματογνωμοσύνη την οποία κατέθεσε νομότυπα την 14-6-2000 στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο περιλαμβανόταν, στον παραπάνω τίτλο, αναφέρει δε σ' αυτήν ότι έλαβε υπόψη του μεταξύ των άλλων εγγράφων και χάρτη της ΓΥΣ, που εκδόθηκε το 1963. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο προαναφερόμενος τίτλος των τότε ανακοπτόντων είναι ένα αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1956 (......), στο οποίο αναγράφεται το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, ως έχον επιφάνεια "18 στρεμμάτων ή όσων και αν είναι", καθώς και τα όρια του, το βόρειο από τα οποία αναφέρεται ως παλαιός δρόμος. Κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης ανευρέθησαν, επειδή δεν είχαν μεταβληθεί το νότιο, το ανατολικό και το δυτικό όριο του ίδιου ακινήτου, όχι όμως το βόρειο, καθ' όσον μεταξύ των ακινήτων των τότε αντιδίκων υπήρχε από πολλών ετών περίφραξη, που διαχώριζε τα ακίνητα τους. Αυτό το βόρειο όριο αποτελούσε τη διαφορά των τότε διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους, καθ' όσον το επίδικο ήταν μια εδαφική λωρίδα βόρεια του ακινήτου των ανακοπτόντων και νότια του ακινήτου των δικαιοπαρόχων των μηνυτών, που διέθεταν εκεί, δηλαδή βόρεια του επίδικου μεγάλης επιφάνειας ακινήτου και ισχυρίζονταν, ότι τούτο ανήκε στην κυριότητά τους, ως τμήμα της προς βόρεια του ακινήτου των ανακοπτόντων συνεχόμενης ακίνητης περιουσίας τους, που δεν αμφισβητείτο. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η διαφορά τους ως προς το βόρειο όριο εντοπιζόταν όχι σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς των εφαπτόμενων ακινήτων των διαδίκων, αλλά στο ανατολικό τμήμα, το οποίο ο πραγματογνώμονας, αποτύπωσε στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη, ως έχον επιφάνεια 33.455 τμ., περιλαμβάνοντας σ' αυτό και το επίδικο, επιφάνειας 10.906,17 τμ. το δε δυτικό τμήμα αυτού αποτύπωσε ως έχον επιφάνεια 9.849 τμ. Δηλαδή ο πραγματογνώμονας γνωμοδότησε ότι ολόκληρο το ακίνητο που αναφέρεται στον παραπάνω τίτλο, με επιφάνεια 18 στρέμματα, είχε πραγματική επιφάνεια 43.599,87 τμ. Όπως ήδη έχει αναφερθεί στη γνωμοδότησή του αναφέρει ότι για τον εντοπισμό του βόρειου συνόρου, που δεν υπήρχε ως παλαιός δρόμος κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, χρησιμοποίησε χάρτη της ΓΥΣ του 1963, στον οποίο αποτυπώνεται βόρεια του ακινήτου των ανακοπτόντων καροποίητη οδός, που διέρχεται βόρεια της εκκλησίας του ....., (η οποία βρίσκεται στο δυτικό μη αμφισβητούμενο τμήμα του μείζονος ακινήτου) και ταυτίζεται με τον παλαιό δρόμο, που αναγράφεται στο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Το περιστατικό αυτό είναι ψευδές και την αναλήθειά του γνώριζε ο κατηγορούμενος, καθ' όσον δεν είχε συνταχθεί ο παραπάνω χάρτης της ΓΥΣ το 1963, αλλά, μετά το 1970. Η αναφορά αυτής της αναληθούς ημερομηνίας, ως χρόνου σύνταξης του σχετικού χάρτη έγινε από τον κατηγορούμενο, για να θεωρηθεί πιο αξιόπιστη η γνωμοδότησή του, αφού ο ίδιος χρόνος είναι πλησιέστερος του χρόνου σύνταξης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Εξάλλου, στον ίδιο χάρτη αποτυπώνεται πράγματι βόρεια δρόμος, με γραμμικό σύμβολο απλή διακεκομμένη γραμμή διαφορετικού μήκους, σε διάγραμμα κλίμακας 1:5000, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται σε πλάτος 4μ,, όπως ανέγραψε στη γνωμοδότηση του, αλλά πρόκειται για μονοπάτι. Το 1963 δε και προηγούμενα από αεροφωτογραφίες που υπάρχουν για την περιοχή βόρεια του ακινήτου των ανακοπτόντων υπήρχαν και άλλα μονοπάτια και δεν είναι το μοναδικό, που αποτυπώνεται στον παραπάνω χάρτη της ΓΥΣ, που συντάχθηκε, όπως ήδη έχει λεχθεί μετά το 1970, που η πραγματική κατάσταση είχε προφανώς μεταβληθεί. Έτσι αποδίδοντας αναληθώς διαστάσεις 4 μ. πλάτους, στο παραπάνω μονοπάτι, σε όλο το μήκος του ακινήτου των ανακοπτόντων και ταυτίζοντας αυτό με τον παλαιό δρόμο, γνωμοδότησε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο των τελευταίων, τριπλασιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την αναφερόμενη σ' αυτό επιφάνεια του μείζονος ακινήτου. Την άποψή του αυτή υιοθέτησε το Εφετείο Πατρών με τη 1163/2002 απόφασή του, με την οποία αναγνώρισε τους ανακόπτοντες συγκυρίους του επιδίκου. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ότι το βόρειο σύνορο είναι σταθερό σύμφωνα με το χάρτη της ΓΥΣ του έτους 1963. Έτσι ο κατηγορούμενος παραπλάνησε τους δικαστές και αυτή την πρόθεση είχε, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση και δημιούργησε σ' αυτούς, με την ψευδή αναφορά του χάρτη της ΓΥΣ του 1963, που ήταν το πλέον ασφαλές στοιχείο για τη θεμελίωση της κρίσης του, αφού είχε αλλοιωθεί η πραγματική κατάσταση, εσφαλμένη δικανική πεποίθηση ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο των ανακοπτόντων. Οι δικαστές παραπλανήθηκαν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα (386 ΚΠολΔ), καθόσον το αντικείμενό της, ως ειδικό θέμα, που απαιτεί ειδικές γνώσεις, είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στην κρίση τους. Προέβη δε στην ενέργειά του αυτή για να ευνοήσει τους ανακόπτοντες - εκκαλούντες και να προσπορίσει σ' αυτούς παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή ακίνητο 10 στρεμμάτων, που δεν περιλαμβανόταν στον επικαλούμενο για την παράγωγη κτήση της κυριότητας αυτού τίτλο τους, με αντίστοιχη ζημία των δικαιοπαρόχων των μηνυτών και ήδη διεκδικούντων το ίδιο ακίνητο.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με δικές του παραδοχές, που συμπληρώνονται με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι:
" 1) Στο Μεσολόγγι, ως πραγματογνώμονας εν γνώσει εξέθεσε με όρκο ψέματα. Ειδικότερα, διορισθείς πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 958/99 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία αντικαταστάθηκε ο αρχικώς διορισθείς με την υπ' αριθ. 846/1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αφού ορκίστηκε την 3.3.2000, ενώπιον του εντεταλμένου δικαστή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και στο Κατάστημα του εν λόγω Πρωτοδικείου, ότι θα εκτελέσει τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντά του, εν γνώσει του ψευδώς γνωμοδότησε εγγράφως ότι? α) στον υπ' αρ. ..... υπό κλίμακα 1:5000 χάρτη της Γ.Υ.Σ., εκδόσεώς του 1963 αποτυπώνεται με εστιγμένη γραμμή καρροποίητος οδός, σύμφωνα με τον συνημμένο επεξηγηματικό πίνακα των συμβόλων και των δεικτών του χάρτη, διερχόμενη βορείως της εκκλησίας του ....., η οποία ταυτίζεται με τον "παλαιό δρόμο", που αναφέρεται ως βόρειο όριο στους τίτλους ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων-εκκαλούντων. β) Η ιδιοκτησία των ανακοπτόντων δεν έχει έκταση 18 στρεμμάτων, όπως αναφέρεται στον υπ' αρ. ..... τίτλο κτήσεώς τους, αλλά 44 περίπου, στρέμματα (43.599,87 μ2), εκ των οποίων 9.841,03 τ.μ. είναι το δυτικό τμήμα, η έκταση του οποίου δεν αμφισβητείται, και 33.455,47 μ2 το ανατολικό τμήμα, εντός του οποίου συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, με βόρειο όριό του την παραπάνω παλαιά οδό. γ) Το επίδικο τμήμα εμβαδού 10.908,17 μ2 βρίσκεται νότια του παλαιού δρόμου και ως εκ τούτου ανήκει στους αιτούντες Κ1 και Κ2. Τα παραπάνω εν γνώσει του γνωμοδότησα ψευδώς, αφού: Α) Στον ως άνω χάρτη της ΓΥΣ. αποτυπώνεται με εστιγμένη γραμμή καρροποίητος οδός, η οποία διέρχεται νοτίως της εκκλησίας του ..... καθ' όλο το δυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων και καταλήγει στο ανατολικό τμήμα αυτής. Β) Ο χάρτης της Γ.Υ.Σ. δεν εκδόθηκε το έτος 1963, η δε χρονολογία αυτή, που συμπληρώθηκε χειρόγραφα, δεν είναι γνήσια, αφού η Γ.Υ.Σ. βεβαιώνει με το υπ' αρ. πρωτ. .... έγγραφό της ότι το υπ' αρ .... τοπογραφικό διάγραμμα έχει αποδοθεί από αεροφωτογραφίες λήψεως 1970 και 1971. Γ) Η εστιγμένη γραμμή βορείως της εκκλησίας του ..... δεν αντιπροσωπεύει καρροποίητη οδό, ούτε ομοιάζει με το συμβολισμό της καρροποίητης οδού του πίνακα δεικτών του χάρτη της Γ. Υ. Σ. Δ) Η διαφοροποίηση ως προς τη συνολική έκταση της ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων από 18 στρέμματα, στο τίτλο ιδιοκτησίας τους, σε 44 στρέμματα, στην άνω γνωμοδότηση, βρίσκεται εκτός λογικών ορίων. Και 2) Με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, εν γνώσει του παρέστησε στην από ...... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που κατέθεσε την 20.6.2000, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, τα ως άνω υπό στοιχεία α1 και β1 γεγονότα ως αληθινά, πείθοντας μ' αυτό τον τρόπο τους Δικαστές του Εφετείου Πατρών ( Βασίλειο Νανόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Σωτήριο Ρέππα, Αλέξανδρο Νικάκη-Εισηγητή, Εφέτες), να εκδόσουν την υπ' αρ. 1163/2002 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία προκλήθηκε βλάβη στην περιουσία των εγκαλούντων ......., ......., ......, και ...... Πιο συγκεκριμένα η εν λόγω απόφαση αναγνώρισε ότι το διεκδικουμενο από τους νυν εγκαλούντες (μηνυτές) ακίνητο, της εκτάσεως των 10 στρεμμάτων, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΜΛΚΞΟΠΡΣΤΑ στο από ..... τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την άνω πραγματογνωμοσύνη, συμπεριλαμβάνεται στη μείζονα έκταση των 33.455 τ.μ. της ιδιοκτησίας των ανωτέρω εκκαλούντων, Στην παραπάνω πράξη του προέβη με σκοπό να αποκομίσουν οι παραπάνω εκκαλούντες (Κ1 Και Κ2) παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή να αποκτήσουν χωρίς δικαίωμα κυριότητα στο όμορο και βόρεια της ιδιοκτησίας τους επίδικο ακίνητο".
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 226 και 386 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ασάφεια σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, αφού αυτή μπορεί να διαπραχθεί και με παραπλάνηση του δικαστή δικάζοντος σε πολιτική δίκη, όταν υποβληθεί σε αυτόν ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με την εν γνώσει προσαγωγή ανακριβών στοιχείων. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι τυπική, αν και αποτελεί ως επί το πλείστον, επανάληψη του διατακτικού, αφού περιέχει το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η αιτίαση ότι δεν εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, .... και ..... είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού όντος οι αναφερόμενοι μάρτυρες εξετάστηκαν και αναφέροντα στα πρακτικά, σελ. 8-9, ως μάρτυρες κατηγορίας. Άλλωστε, η επίκληση της πρωτόδικης απόφασης για στήριξη του λόγου αυτού είναι απαράδεκτη, αφού δεν προσβάλλεται αυτή. Για την ύπαρξη του δόλου στην ψευδορκία πραγματογνώμονα και το σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους στους εκκαλούντες στην αστική δίκη (για την απάτη), η αναιρεσιβαλλομένη εκθέτει ότι η περί τούτων γνώση και ο σκοπός προκύπτει εκ των εκτιμηθεισών αποδείξεων. Αναφέρει η πληττόμενη απόφαση και προκύπτει εκ της φύσεως του πράγματος, δηλαδή λόγω της ιδιότητάς του ως πραγματογνώμονα, όφειλε να αναζητήσει εγγράφως από τη Γ.Υ.Σ. αεροφωτογραφίες της περιοχής του επιδίκου, πλησιόχρονες του 1956, και να αναλύσει και αποτυπώσει σε σχετικό χάρτη τα σχετικά ευρήματα, ενόψει και της παραδοχής ότι "το 1963 δε και προηγούμενα από αεροφωτογραφίες που υπάρχουν για την περιοχή βόρεια του ακινήτου των ανακοπτόντων υπήρχαν και άλλα μονοπάτια και δεν είναι το μοναδικό, που αποτυπώνεται στον παραπάνω χάρτη της Γ.Υ.Σ. που συντάχτηκε, όπως έχει ήδη λεχθεί μετά το 1970, που η πραγματική κατάσταση είχε προφανώς μεταβληθεί", ο αναιρεσείων εν γνώσει του ότι ο χάρτης της Γ.Υ.Σ. δεν εκδόθηκε το 1963, "η δε χρονολογία αυτή, που συμπληρώθηκε χειρόγραφα, δεν είναι γνήσια, αφού η Γ.Υ.Σ. βεβαιώνει με το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφό της ότι το υπ' αρ. ..... τοπογραφικό διάγραμμα έχει αποδοθεί από αεροφωτογραφίες λήψεως 1970 και 1971...η αναφορά αυτής της αναληθούς ημερομηνίας, ως χρόνου σύνταξης του σχετικού χάρτη έγινε από τον κατηγορούμενο, για να θεωρηθεί πιο αξιόπιστη η γνωμοδότησή του, αφού ο ίδιος χρόνος είναι πλησιέστερος του χρόνου σύνταξης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις αυτού, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν.
Συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2007 αίτηση και τους από 7-1-2008 πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση? 1) της υπ' αριθμ. 117/2007 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και 2) των υπ' αριθμ. 1716και 1717/2006 προπαρασκευαστικών αποφάσεων του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ