Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 426 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Ποινή, Αναίρεση μερική, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ’ εξακολούθηση, με σκοπούμενο όφελος άνω των 15.000 ευρώ από την κάθε επί μέρους πράξη. Συρροή με φορολογικές παραβάσεις, αφού οι απατηλές ενέργειες δεν σκοπούσαν μόνο στην μείωση ή την αποφυγή της φορολογικής επιβάρυνσης. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για ελαφρυντικά πότε είναι ορισμένοι. Προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης ποινής φυλάκισης άνω των τριών ετών. Αναιρεί για ελαφρυντικές περιστάσεις.




Αριθμός 426/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Αλεξίου και Σωκράτη Τσαγκαράκη, για αναίρεση της με αριθμό 84/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδη Τσιτσέλη. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.557/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φαινoμένη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων, υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ' αρχή, για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα". Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, το έγκλημα της φοροδιαφυγής διαπράττει και όποιος, εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., κατά δε το δε το άρθρο 19 του ίδιου νόμου και όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία. Πλαστό θεωρείται το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής. Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή, αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων ή η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβάρυνσης του, τότε oι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας ή απάτης, οι οποίες, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρεώσεως χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως αντίστοιχης αξίας από το δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής. Περαιτέρω πρέπει ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1. της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 84/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην .... κατά το από 10 Απριλίου 1998 και 4-6-1998 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση του ψευδών γεγονότων ως αληθινών το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000.δρχ. ή 15.000 ευρώ, είναι δε δράστης που διαπράττει αυτές κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Ειδικότερα από τον μήνα Φεβρουάριο 1998 ως 14-5-1998 προέβη σε συνεργασία με τον ...., κάτοικο ...., στην εκτύπωση τιμολογίων με την επωνυμία ανύπαρκτων ή αγνώστων στην περιοχή ... και ... επιχειρήσεων, τα οποία διέτρησε καταλλήλως, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι είχαν διατρηθεί-θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και ανέγραψε σ' αυτά στοιχεία ανύπαρκτων συναλλαγών με αντικείμενο την πώληση σε διάφορους παραγωγούς αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Στη συνέχεια υπέγραψε αυτά ως πωλητής και αγοραστής και τα προσκόμισε στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ) Καλαμπάκας ως αντιπρόσωπος των ανύπαρκτων παραγωγών-πωλητών, δικαιούχων επιστροφής του νόμιμου ποσοστού του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) πετρελαίου κίνησης, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή των προϊόντων τους, ή παραγωγών οι οποίοι δεν είχαν δώσει σχετική εντολή και εξουσιοδότηση. Ειδικότερα, την 1-3-1998 προσκόμισε στην Ε.Α.Σ Καλαμπάκας 34 τέτοια τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων και κτηνοτροφικών και στις 14-5-1998 45 ακόμη τέτοια πλαστά και εικονικά τιμολόγια, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς (η εταιρία που δήθεν τα εξέδωσε, ημερομηνία, είδος προϊόντος, χρηματικό ποσό, δήθεν πωλητής παραγωγός) στο διατακτικό. Με τα ανωτέρω πλαστά και εικονικά τιμολόγια ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΑΣ Καλαμπάκας ότι για την παραγωγική διαδικασία οι φερόμενοι ως δικαιούχοι αγρότες είχαν χρησιμοποιήσει πετρέλαιο κίνησης για τα προϊόντα που φέρονταν ότι είχαν πωλήσει, ότι δεν είχαν υποβάλει σε άλλη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση ή ΔΟΥ παρόμοια αίτηση-δήλωση και προσκομίζοντας στις 10-4-1998 και 4-6-1998 δύο πλαστές εξουσιοδοτήσεις 33 και 27 ονομάτων, αντιστοίχως, δήθεν δικαιούχων αγροτών, με τις οποίες οι τελευταίοι φέρονταν ότι δήθεν εξουσιοδοτούσαν τον κατηγορούμενο να λάβει για λογαριασμό τους τα χρηματικά ποσά ΦΠΑ και ΕΦΚ, έπεισε τους υπαλλήλους της ΕΑΣ να συντάξουν τις αντίστοιχες αιτήσεις-δηλώσεις των φερομένων δικαιούχων αγροτών και αναλυτικές καταστάσεις δικαιολογητικών και στη συνέχεια να τις υποβάλουν στην ΔΟΥ Καλαμπάκας, ακολούθως δε ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΟΥ εξέδωσε τα 5310/13-4-1998 και 6808/17-8-1998 ειδικά τετραπλότυπα Ατομικά Φύλλα Έκπτωσης (ΤΑΦΕ) (βλ.π.3082/2516/πολ/151/13-5-1998 ΑΥΟ) και, τέλος, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΕΑΣ Καλαμπάκας να εκδώσει, μετά την αφαίρεση της προμήθειας που η ΕΑΣ εδικαιούτο, τις ..... και .... τραπεζικές επιταγές της ΑΤΕ ποσού 12.257.343 και 5.607.356 δραχμών, αντίστοιχα, τις οποίες εμφάνισε και εισέπραξε, ιδιοποιούμενος τα ποσά αυτά και προκαλώντας, έτσι, ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ίση με τα εν λόγω χρηματικά ποσά. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με το άρθρο 386 && 1 και 3 του ΠΚ, όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1§ 11 του ν 2408/1996 και μετά το άρθρο 14§ 4 του ν.2721/99 σε συνδυασμό και με το άρθρο 98 &2 του ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 §1 του ν.2721/99, ο κατηγορούμενος στις 10-4-1998 και 4-6-1998 διέπραξε, κατ' εξακολούθηση, το έγκλημα της (κακουργηματικής) απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, υποδομή (κατάρτιση πολλών πλαστών και εικονικών τιμολογίων, αναγραφή εταιριών ως αγοραστριών αγροτικών προϊόντων, φυσικών προσώπων αγροτών ως πωλητών με διευθύνσεις, εξουσιοδοτήσεις ανάληψης των χρημάτων κλπ.) προς αποκόμιση εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, δείχνουν ροπή προς το εν λόγω έγκλημα, επιπλέον δε προκλήθηκε ζημία στο Δημόσιο που υπερβαίνει την κάθε φορά το ποσό των 5.000.000 δρχ. (12.257.343 και 5.607.358 δρχ. αντίστοίχα). Οι μερικότερες αυτές αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στις 10-4-98 και 4-6-98, ότε εξαπάτησε ο κατηγορούμενος τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΑΣ Καλαμπάκας, η δε καθεμία απ' αυτές υπερβαίνει, όπως προεκτέθηκε, το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ.
Συνεπώς ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως, που συνιστά κατά τους ισχυρισμούς του πλημμέλημα, γιατί η κάθε μία εξ αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., πρέπει να απορριφθεί. Προδήλως ο ισχυρισμός του συγχέεται με την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας η οποία έχει παραγραφεί (βλ. 251/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας). Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από εκείνο της φοροδιαφυγής (άρθρα 18 και 19 ν. 2523/1997), αφού οι απατηλές ενέργειες του κατηγορουμένου δεν κατέτειναν στη μείωση ή την αποφυγή της φορολογικής του επιβάρυνσης, αλλά στην εξασφάλιση παράνομου περιουσιακού οφέλους με βλάβη της περιουσίας του Ελλ.Δημοσίου.
Συνεπώς, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος και ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται συνιστά πλημμεληματική παράβαση και ότι υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος όπως κατηγορείται με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84§2α' ΠΚ.), όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συντρέχει ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 § 2ε' του Π.Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, .... για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 3 ετών και 6 μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 26 παρ. Ια, 27, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, 18 και 19 ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι το όφελος στο οποίο απέβλεψε ο αναιρεσείων από την καθεμία από τις δυο επί μέρους πράξη της απάτης, το οποίο τελικά και πέτυχε να αποκομίσει, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του οι παραπάνω επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, αφού γίνεται δεκτό, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της και με βάση την υποδομή που είχε διαμορφώσει, η οποία περιελάμβανε την κατάρτιση πολλών πλαστών και εικονικών τιμολογίων, την αναγραφή σ' αυτά εταιριών ως αγοραστριών αγροτικών προϊόντων φυσικών προσώπων-αγροτών ως πωλητών με διευθύνσεις και την κατάρτιση μεγάλου αριθμού εξουσιοδοτήσεων ανάληψης των χρημάτων, προκύπτει σκοπός προς αποκόμιση εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει ροπή αυτού προς το εν λόγω έγκλημα. Ακόμη με τις παραπάνω παραδοχές ειδικά και αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που αναφέρεται στον χαρακτηρισμό της παραπάνω πράξεως ως φορολογικής απάτης άλλως ως φοροδιαφυγής (άρθρο 19 ν.2523/97) και εκείνο της παραγραφής, λόγω της πλημμεληματικής μορφής της. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (1ος, 2ος, 3ος και 4ος) της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με τους έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 § 1 Ε' και Η' του ΚΠΔ και ειδικότερα οι αιτιάσεις ότι 1) ο Εισαγγελέας πρότεινε και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2ε του ΠΚ., το οποίο όμως δεν του χορηγήθηκε από το δικαστήριο, 2) ο Εισαγγελέας πρότεινε ποινή φυλάκισης τριών ετών και 3) το δικαστήριο έκρινε προηγουμένως ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής υπό όρους με την αιτιολογία ότι δεν έχει ασκηθεί αναίρεση, κατ' άρθρο 471 § 2 ΚΠΔ, δίχως να έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα. Οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν οποιοδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 § 1 του ΚΠΔ και κατά συνέπεια οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω επί επιβολής στον καταδικασθέντα ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για την προβλεπόμενη από το άρθρο 99 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής του, πρέπει να αναφέρονται στη σχετική αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής οι περιστάσεις και η συνδρομή των λόγων, που δικαιολογούν, κατά τα ανωτέρω, την αιτούμενη αναστολή. Έτσι, αν υποβληθεί το ως άνω αίτημα αναστολής της ποινής κατά τρόπο εντελώς αόριστο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό ή να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, και συνεπώς, στην περίπτωση που δεν απαντήσει αιτιολογημένα δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, "υπέβαλε προφορικώς αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον πελάτη του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 Α του ΠΚ", χωρίς όμως να επικαλεστεί περιστατικά και λόγους που δικαιολογούν, σύμφωνα με τα άρθρα 100 και 100 Α ΠΚ, την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών ετών. Επομένως, το άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο και το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του ειδικά και εμπεριστατωμένα. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το "ότι στην πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά", "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε) . Στη δεύτερη από τις περιπτώσεις αυτές η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγγνώμης. Επίσης, στην τρίτη περίπτωση, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "ι) στην πράξη μου δεν ωθήθηκα από ταπεινά αίτια παρά από τη ευκολοπιστία μου και τη μη γνώση μου για τέτοιες συνθήκες και καταστάσεις και ουδέν ωφελήθηκα (ίδετε τις καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ιι) από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα για το τι επρόκειτο και τι είχε συμβεί έδειξα ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξα και προσπάθησα να άρω ή να μειώσω τις συνέπειες της πράξεως μου καθόσον άμεσα εμφανίστηκα και κατέθεσα μόνος μου στο ΣΔΟΕ τί ακριβώς είχε συμβεί και ποιός ήταν αυτός ο οποίος ήταν πίσω από όλα αυτά που είχαν γίνει. Μάλιστα έτσι το ΣΔΟΕ οδηγήθηκε στην διακρίβωση και άλλων υποθέσεων και για το 1996 και για το 1997 (ίδετε σχετικά κατάθεση μαρτύρων - υπαλλήλων του ΣΔΟΕ ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και δή σελ.16 αυτής...Ο κος .... ήταν συνεργάσιμος και παρείχε πληροφορίες), ιιι) Τόσον από την εν λόγω υπόθεση όσο και μετά από αυτήν ουδέποτε απασχόλησα καθ' οιονδήποτε τρόπο τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και αποδεικνύει τούτο περίτρανα ότι ζούσα και συνέχισα να ζω έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη μου. Το χρονικό διάστημα των 10 ετών είναι σίγουρα μεγάλο χρονικό διάστημα και καταδεικνύει την ποιότητα του χαρακτήρα ενός ατόμου και το κατά πόσον αυτός ρέπει προς την εγκληματικότητα. Αποδεικνύεται δε τούτο και από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων (ίδετε σχετικά πρωτόδικη απόφαση) αλλά και από το δελτίο του ποινικού μου μητρώου το οποίο παραμένει λευκό. Συμπερασματικά και εκ παραλλήλου με όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα επισημαίνεται ότι δεν είμαι επικίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιόποινων συμπεριφορών. Είμαι έντιμος οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό μου κύκλο και ποτέ δεν έδωσα την παραμικρή αφορμή. Υπέστην δε, από την όλη υπόθεση τεράστια οικογενειακή και ατομική καταστροφή και μεγάλα και σοβαρά προβλήματα υγείας (εγχείρηση χολής και σπλήνας, παγκρεατίτιδα, εγκεφαλικό επεισόδιο με ημιπαράλυση της δεξιάς πλευράς μου, επιληπτικές κρίσεις - ίδετε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και καταθέσεις μαρτύρων). Η οικονομική μου δε κατάσταση είναι τραγική (ίδετε σχετικά φορολογικές δηλώσεις και καταθέσεις μαρτύρων)". Επομένως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε, δια του συνηγόρου του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β', δ' και ε' του ΠΚ. Το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρώς τις δύο πρώτες και την τελευταία με την αιτιολογία ότι το σχετικό αίτημα είναι αβάσιμο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Όμως η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δεν προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία θεμελιώνει την αρνητική κρίση του. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αντίστοιχη διάταξη της, αλλά και εκείνη της επιβολής της ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την υπ' αριθμόν 84/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2β', δ' και ε' του ΠΚ και την επιβολή της ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 19 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή