Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 919 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση.




Περίληψη:
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που δικάζοντας κατ' έφεση κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για εξύβριση, διότι εκτίθενται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την άνω αξιόποινη πράξη και υπό την επίκληση έλλειψη αιτιολογίας και μη αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ ΚΠΔ). Όσον αφορά το περί καταδίκης του αναιρεσείοντος κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι δεν εδικαιολογείτο η γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναληθείας όσων γεγονότων ισχυρίσθηκε ενώπιον του οικογενειακού φίλου του εγκαλούντος ούτε υπάγονταν τα όσα απηύθυνε ο αναιρεσείων προς τον εγκαλούντα κατά το δεύτερο σκέλος της φράσεως σε γεγονότα υπό την έννοια του άρθρου 363 ΠΚ αναγόμενα σε συμπεριφορά που να έχει συμβεί στο παρελθόν ή το παρόν και να εμπεριέχουν προσβολή της προσωπικότητας του θιγόμενου αλλά έπρεπε να ελεγχθεί αν αυτές οι κρίσεις και οι ισχυρισμοί του δράστη χωρίς σύνδεση με άλλα γεγονότα ή καταστάσεις στο παρελθόν και το παρόν ενδεχομένως συνιστούσαν εξύβριση με περαιτέρω συνέπεια της παραδοχής του άνω λόγου αναίρεσης να αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη συνολική ποινή.




Αριθμός 919/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λαμτζίδη, περί αναιρέσεως της 3268/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1527/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του αρθ. 362 (Π.Κ) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπάιτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη ενώπιον τρίοτυ γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να είχε δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητος ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφ' ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψης. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσεως ή και χαρακτηρισμός όταν διαπιστώνεται άμεση σύνδεση και εμφανής σχέση με το γεγονός το οποίο συνιστά αυτό το κρίσιμο στοιχείο του εγκλήματος έτσι ώστε να βεβαιώνεται η έκταση της προσβολής της προσωπικότητας του θιγομένου με την υποτίμηση της εκτίμησής του από τους άλλους και τη δημιουργία σε βάρος των επικριτικών και δυσμενών σχολίων. "Τιμή" είναι το αγαθό, όνομα ή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει, συνεπεία εκπληρώσεως από αυτό ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό, όνομα ή εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλαμτός του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος απαιτείαι ο δράστης να εκδηλώνει αμφισβήτηση για την ηθική ή κοινωνική αξία κάποιου προσώπου ή καταφρόνηση. Η εκδήλωση αυτή του δράστη μπορεί να συντελεθεί είτε προφορικά είτε εγγράφως, είτε με έργο, αρκεί να κατατείνει στην μείωση της τιμής ή της υπολήψεως του παθόντος. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει με την ενέργειά του να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Απλές κρίσεις και γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος η εκδήλωση καταφρονήσεως ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, όχι όμως εκείνο της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής). Σε περίπτωση καταδίκης για συκοφαντική δυσφήμηση επιβάλλεται το δικαστήριο να αναφέρει στην απόφασή του ειδικά και συγκεκριμένα, ως προσαπτόμενα σε ορισμένο πρόσωπο, γεγονότα, με τις τυχόν συναφείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή χαρακτηρισμούς, έτσι ώστε να κριθεί αντικειμενικά αν τα γεγονότα αυτά προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του ή οι χαρακτηρισμοί και οι κρίσεις συνάπτονται με γεγονότα ή αν διατυπώθηκαν κατά τρόπο που να μη συνάπτονται με γεγονότα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατιικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικόετρης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα, από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Όταν για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως επί της συκοφαντικής δυσφημήσεως εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά το νόμο την έννοια αυτής, ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτής, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν καθώς και σε περίπτωση παραβιάσεως της σχετικής διατάξεως εκ πλαγίου που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία του εγκλήματος και την ταυτότητά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος αν εφαρμόστηκε ορθώς συγκεκριμένη ουσιατική ποινική διάταξη οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δικάζοντας κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως που του αποδίδονται, όπως αυτές κατά τα συνιστώντα την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Δέχθηκε το Δικαστήριο ειδικότερα ότι αποδείχθηκε ότι την 10/4/2003, στη ..., ο κατηγορούμενος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ότι ο Κ είχε ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του εγκαλούντος Ψ1, απευθύνοντας σ' αυτόν τις φράσεις που αναφέρονται στο διατακτικό, ενώ ήταν παρών στο επεισόδιο ο Κ και η κόρη του εγκαλούντος. Τα ανωτέρω περιστατικά ήταν ψευδή και έτσι με τον τρόπο αυτό έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα λεχθέντα ήταν ψευδή. Επίσης κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, έξω από το οικόπεδο του εγκαλούντος τον εξύβρισε με τη φράση "έχεις μαζί και τον γαμιά σου". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα των πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως κατά την κατηγορία που του είχε αποδοθεί ήτοι α) του ότι στις 10/4/2003 στη ... ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή την υπόληψη αυτού ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο εξωθεν του οικοπέδου που διατηρεί ο εγκαλών Ψ1 στον παραπάνω συνοικισμό ... στη ... με έντονο τόνο φωνής απευθύνθηκε προς αυτόν με τις φράσεις "μέχρι τώρα γαμούσε την γυναίκα σου, τώρα ήρθε η σειρά σου να σε γαμάει" αναφερόμενος στον Κ, φίλο του εγκαλούντα με τον οποίο αυτός είχε μεταβεί στο παραπάνω ακίνητο, τις δε φράσεις αυτές άκουσε ο παραπάνω Κς, οικογενειακός φίλος του εγκαλούντα ο οποίος ήταν παρών και με τον τρόπο αυτό έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα ως εντίμου ατόμου και ηθικού, ενώ γνώριζε ότι τα ανωτέρω ήταν καθ' ολοκληρία ψευδή, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο εξωθεν του οικοπέδου που διατηρεί ο εγκαλών στον παραπάνω συνοικισμό ... στη ... και με έντονο τόνο φωνής απευθύνθηκε προς αυτόν με τη φράση "έχεις μαζί και τον γαμιά σου" αναφερόμενος στον οικογενειακό φίλο του εγκαλούντα Κ, που ήταν παρών στο επεισόδιο και έτσι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις άνω πράξεις για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για την πρώτη πράξη και σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για την δεύτερη πράξη, καθόρισε δε ως συνολική στερητική της ελευθερίας του σε βάρος του ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών κατ' επαύξηση της βαρύτερης για την πρώτη πράξη κατά ένα από την ποινή για τη δεύτερη πράξη, ανέστειλε δε αυτήν επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο όσον αφορά το έγκλημα της εξυβρίσεως από αυτά για τα οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος διέλαβε στην απόφασή του την κατά την άνω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ που δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες όσον αφορά την πράξη της εξυβρίσεως καθόσον κατατείνουν, υπό την επίκληση ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και μη αξιολογικής συσχετίσεως των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων σε διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων που πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου για το ότι με τη φράση που έγινε δεκτό από το Εφετείο κατά τα προαναφερθέντα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως ότι είπε ο αναιρεσείων στον εγκαλούντα και η οποία περιείχε κατά την κοινή αντίληψη αμφισβήτηση της ηθικής αξίας και της εντιμότητος του προσώπου του παθόντος έβλαψε την τιμή του εγκαλούντος με τη γνώση και τη θέληση να επιφέρει στον τελευταίο τέτοια προσβολή. Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν διέλαβε το Δικαστήριο, με βάση τις άνω παραδοχές, την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ενώπιον του άνω τρίτου προσώπου, οικογενειακού φίλου του εγκαλούντος. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως από το δράστη ότι ήταν ψευδές το γεγονός που ισχυρίσθηκε και μπορούσε να βλάψει την υπόληψη του άλλου η προσβαλλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει απλώς στο σκεπτικό ότι τα περιστατικά αυτά, που περιέχονταν στις φράσεις που ανέφερε ο κατηγορούμενος για το ότι ο Κ είχε ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του εγκαλούντος Ψ1, ήταν ψευδή και έτσι έβλαψε με τις φράσεις αυτές που αναφέρονται στο διατακτικό την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα ενώ εγνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τα λεχθέντα ήταν ψευδή. Δεν προκύπτει, ούτε από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως αυτές και ειδικότερα από την παραδοχή στο διατακτικό ότι αυτά που είπε ο αναιρεσείων ήταν καθ' ολοκληρία ψευδή ούτε από τις επιμέρους παραδοχές αυτής, η γνώση του κατηγορουμένου ότι ήταν ψευδή αυτά που ισχυρίσθηκε ούτε αναφέρονται άλλα περιστατικά που να δικαιολογούν τη γνώση του κατηγορουμένου για το αναληθές όσων ισχυρίσθηκε κατά το επισυμβάν στις 10/4/2003 επεισόδιο μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος και από πού έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος του ψευδούς γεγονότος πέραν του ότι δεν συνδέονταν αυτά που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος τότε αναπόσπαστα με το πρόσωπο του ίδιου για να δύναται να συναχθεί ότι είχε αυτός γνώση του ψευδούς. Επίσης το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα υπήγαγε στα γεγονότα που κατά τις παραδοχές του θεμελίωναν την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και τη φράση που ο ήδη αναιρεσείων απηύθυνε προς τον παθόντα παρουσία του άνω οικογενειακού φίλου του τελευταίου "τώρα ήρθε η σειρά σου να σε γαμάει" εννοώντας τον Κ. Δεν αποτελούσε η έκφραση αυτή γεγονός υπό την έννοια του άρθρου 363 ΠΚ., δηλαδή συμβάν του εξωτερικού κόσμου που να συνάπτπεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί η συμπεριφορά που να αφορά στο παρελθόν ή το παρόν. Στην έννοια του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου υπάγονται και κρίσεις ή εκτιμήσεις και χαρακτηρισμοί υπό τον όρο όμως ότι συνδέονται αμέσως και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός και εμπεριέχουν προσβολή της προσωπικότητας του θιγόμενου έτσι ώστε να υπάρχει ουσιαστικός σύνδεσμος και από την εσωτερική αυτή σχέση να προσδιορίζεται ποσοτικώς και ποιοτικώς το σύνολο των περιστατικών που διαμορφώνουν την προσβολή και το διαπραττόμενο αδίκημα της δυσφημήσεως. Αξιολογικές κρίσεις και ισχυρισμοί του δράστη με τους οποίους αποδίδεται στον εγκαλούντα ανήθικη ιδιότητα χωρίς να συνδέουν τον χαρακτηρισμό αυτό με άλλα γεγονότα ή καταστάσεις στο παρελθόν και το παρόν είναι ενδεχόμενο να συνιστούν εξύβριση. Επομένως, έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας κατά το μέρος που δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της άνω φράσεως που απηύθυνε ο ήδη αναιρεσείων προς τον εγκαλούντα διατυπώθηκε κατά τρόπο συναπτόμενο με γεγονότα υπό την έννοια που απαιτεί η εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το Νόμο αιτιολογίας όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη αυτή και για έκφραση που διατύπωσε και δεν συναπτόταν άμεσα με γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος. Με τα δεδομένα αυτά είναι βάσιμος κατά ένα μέρος τόσο ο από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως όσο και ο έτερος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κατεδικάσθη ο ήδη αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση καθώς και ως προς την επιβληθείσα συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή και να παραπεμφθεί κατά το μέρος που αναιρείται η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές. (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3268/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που κατεδικάσθη με αυτήν ο αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση και για την επιβληθείσα σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή