Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2037 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως του πλαστού κατ' εξακολούθηση. Πότε συρρέει αληθώς με το έγκλημα της φοροδιαφυγής. Αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ακροάσεως στο ακροατήριο (ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός για απαράδεκτο της ποινικής δίωξης είναι απορριπτέος με την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη που ασκήθηκε η ποινική δίωξη), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.




Αριθμός 2037/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. ή Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δαμιανό Δημητρούλια και Ιωάννη Γιαννίδη, περί αναιρέσεως της 9922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 919/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φαινομένη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ' αρχήν για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από αυτούς είναι εφαρμοστέος εκείνος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "η ειδική των γενικών επικρατέστερα".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 §1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος) σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Τέλος, κατά το άρθρο 31 §1 εδάφ. ζ' και η' του Ν.1591/1986, το αδίκημα της φοροδιαφυγής, του μεν εδαφίου ζ', διαπράττει όποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό, ή νοθεύει τιμολόγιο πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περ. γ' της ιδίας παραγράφου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δελτία αποστολής και οι φορτωτικές, του δε εδαφίου η', διαπράττει όποιος γνωρίζει τον σκοπόν της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στην κατασκευή ή έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, τιμωρείται δε κατά την §2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 §4 του Ν.2386/1996, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή όχι κατώτερη των πέντε (5) και μέχρι πενήντα (50) εκατομμυρίων δραχμών. Θεωρείται δε κατά την περίπτωση ζ' εδάφιο τελευταίο της ίδιας ως άνω παραγράφου ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενό του και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή, διακίνηση ή άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο φορολογικό στοιχείο. Οι ως άνω διατάξεις επανελήφθησαν ουσιαστικά με το άρθρο 19 του Ν.2923/1997, το οποίο, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεσή του, έθεσε το θέμα της εκδόσεως ή αποδοχής πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων σε ορθολογικότερη βάση και επέφερε μεταβολές στις επιβαλλόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Ειδικότερα με τη νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν.2523/1997 που αφορά αδίκημα φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογιών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου (βλ. και εδ. β' της ίδιας ως άνω παραγρ. που προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 40 του Ν.3220/2004). Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή αποκλείουν την εφαρμογή της γενικής περί πλαστογραφίας διατάξεως του άρθρου 216 του ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων κατατείνει όχι μόνον στην φοροδιαφυγή αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή την πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμόν και άλλου οφέλους του, εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβαρύνσεώς του, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή της γενικής περί πλαστογραφίας διατάξεως του άρθρου 216 του ΠΚ γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας, η οποία, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα αυτού (δράστη). Παρέπεται εκ των άνω ότι και υπό την ισχύν του νόμου 2523/1997 κατά τον οποίον για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με την έκδοση ή αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν απαιτείται και σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, οι ειδικές διατάξεις τούτου δεν κατισχύουν ούτε αποκλείουν, ωςν ειδικές, την εφαρμογήν των περί πλαστογραφίας διατάξεων του ΠΚ, ακόμη και όταν ο δράστης δεν αποσκοπεί στην αποφυγή πληρωμής φόρου, στην περίπτωση που με την ενέργειά του αυτή αποβλέπει να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, προκειμένου στην επιβαρυντική (κακουργηματική) περίπτωση να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος με βλάβη τρίτου. Ούτε και προκύπτει το αντίθετο από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου 2523/1997 κατά την οποία αποκλείεται η εφαρμογή των ποινικών του διατάξεων σε περίπτωση επιλύσεως της φορολογικής διαφοράς με δικαστικό ή διοικητικό συμβιβασμό, γιατί ο αποκλεισμός αυτός αναφέρεται προδήλως στην εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τον κολασμόν των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής και μόνο όχι και εκείνων με τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται το έγκλημα της πλαστογραφίας που με τη συνδρομή των στοιχείων του νόμου μπορούν να συρρέουν με αυτά αληθώς.
Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 9922/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Ο κατηγορούμενος στις 29-7-2003 επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", προκειμένου ο Α. Χ., ο οποίος είναι πλαστικός χειρουργός και ασκεί τη δραστηριότητα του αυτή υπό εταιρική μορφή, να του προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες σχετικά με τη θεραπεία ρυτίδων. Υποβλήθηκε στη σχετική θεραπεία και, αφού κατέβαλε το ποσό των 500 €, του χορηγήθηκε η με αριθμό 1146/29-7-2003 νόμιμη απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ανωτέρω εταιρίας, ποσού 500 €, με την αιτιολογία "θεραπεία ρυτίδων με χρήση ενεσίμων υλικών και παρακολούθηση". Έχοντας στην κατοχή του την ανωτέρω απόδειξη, κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-2003 έως 10-3-2005, κατάρτισε τις παρακάτω πλαστές αθεώρητες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω εταιρίας, στις οποίες έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή των υπαλλήλων της γραμματείας της εν λόγω εταιρίας, χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση αυτών. Συγκεκριμένα, α) στις 22-9-2003 κατάρτισε την με αριθμό 1267/22-9-2003 για ποσό 1.800 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) αριστεράς μηριαίας χώρας", β) στις 16-11-2003 κατάρτισε την με αριθμό 1306/16-11-2003 για ποσό 1.800 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) αριστεράς κοιλιακής χώρας", γ) στις 29-7-2003 κατάρτισε την με αριθμό 1146/29-7-2003 για ποσό 1.800 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) αριστερού βραχίονα", δ) στις 10-1-2004 κατάρτισε την με αριθμό 1487/10-1-2004 για ποσό 6.250 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση τραυματικών εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) στήθους, θωρακικής χώρας και άνω και κάτω κοιλίας" και ε) στις 10-3-2005 κατάρτισε την με αριθμό 185/10-3-2005 για ποσό 6.950 € και με αιτιολογία "μεταχειρουργική επαναληπτική αποκατάσταση τραυματικών εγκαυμάτων με χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) στήθους, θωρακικής χώρας και αριστερού μηριαίου". Στη συνέχεια, έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, συνυποβάλλοντας αυτά με τις φορολογικές του δηλώσεις, κατά τα οικονομικά έτη 2004, 2005, 2006, στην Ε' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ως δικαιολογητικά για ιατρικές δαπάνες που δήθεν είχε πραγματοποιήσει και αυτό το έκανε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών τους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. σχετικά με τη γνησιότητά τους και τη συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων να απαλλαγεί από φόρο, λόγω δήθεν καταβολής εκ μέρους του των αναφερομένων στις αποδείξεις αυτές χρηματικών ποσών για ιατρικές δαπάνες. Κατ' ακολουθία αυτών, αφού απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις (προκειμένου να κληθεί για να καταθέσει ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ΚΑ' Αθηνών), καθόσον το Δικαστήριο δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που του αποδίδεται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό".
Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της προηγούμενης μέχρι την τέλεση του ως άνω εγκλήματος, έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής του, του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλες για τρία (3) έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 §1α, 27 §1, 84 §2α, 98 και 216 §1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αναιτιολόγητα και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 216 §1 του ΠΚ και 19 του Ν.2523/1997 ότι αυτός τέλεσε μόνο το έγκλημα της πλαστογραφίας και όχι αυτό της φοροδιαφυγής (για το οποίο όμως δεν ασκήθηκε δίωξη ούτε αυτοτελώς ούτε παράλληλα με τη δίωξη για πλαστογραφία) που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, η ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά από μήνυση του Α. Χ., ως εκπροσώπου της εταιρίας "Α. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", οι φερόμενες δε ως εκδοθείσες από την εν λόγω εταιρία πέντε (5) πλαστές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών είχαν έννομες συνέπειες και για την εταιρία αυτού ως προς την αξιοπιστία της και την εμπιστοσύνη προς αυτόν αλλά και ως προς την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεών της προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, για την οποία και μόνο ασκήθηκε ποινική δίωξη και χωρίς να χρειασθεί να προβεί σε μεταβολή της κατηγορίας από πλαστογραφία σε φοροδιαφυγή, όπως ζήτησε τότε ο εκκαλών (βλ. όμως και κατωτέρω), αφού μάλιστα δεν είχε υποβληθεί σχετική μηνυτήρια αναφορά εκ μέρους της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. Συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση φαινόμενης συρροής νόμων, ορθά εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Εξάλλου, από την εσφαλμένη αναγραφή του επωνύμου του μηνυτή στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε "Χ.", αντί του ορθού και αναφερομένου στο αιτιολογικό και στα λοιπά σημεία της απόφασης "Χ.", από πρόδηλη γραφική παραδρομή, δεν δημιουργείται κάποια αντίφαση και η σχετική υπό το γρ. Γ του δεύτερου λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αιτίαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψης νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 §2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 §2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τοιούτο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο ή (και) να προσκομισθούν έγγραφα. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το τελευταίο οφείλει να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, αν αυτό υποβλήθηκε παραδεκτά και ήταν ορισμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος-κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε (εκτός των άλλων αιτημάτων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής αυτής δίκης), το αίτημα να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσής του, προκειμένου να: 1) προσκομισθεί με επιμέλεια του αρμόδιου Εισαγγελέα από την ΚΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών αντίγραφο της τυχόν έκθεσης ελέγχου που διενεργήθηκε απ' αυτήν στην εταιρία "Α. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", και 2) κληθεί ως μάρτυρας ο προϊστάμενος της παραπάνω Δ.Ο.Υ. για να καταθέσει στο δικαστήριο αν τυχόν καταλογίσθηκε το οποιοδήποτε πρόστιμο στην εταιρία αυτήν εξαιτίας της πράξης για την οποία κατηγορείτο. Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα συνολικά. Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο ορθά δεν απάντησε ως προς το αίτημα αναβολής της δίκης για την προσκόμιση αντιγράφου σχετικής έκθεσης ελέγχου από την ΚΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, καθόσον αυτό ήταν πρόδηλα αόριστο και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει περί τούτου ιδιαίτερη απάντηση. Το δε ίδιο αίτημα αναβολής της συζήτησης για να προσέλθει ως μάρτυρας σ' αυτό (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών), ο Προϊστάμενος της ΚΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, το απέρριψε με την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία "καθόσον το Δικαστήριο δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία", όπως και πράγματι κατέληξε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση. Η ως άνω αναφερομένη αιτιολογία είναι συνοπτική μεν αλλά ειδική και εμπεριστατωμένη, ενώ η περί απορρίψεως του αιτήματος αυτού αναφορά που ενυπάρχει μόνο στο αιτιολογικό της απόφασης και δεν επαναλαμβάνεται ρητά στο διατακτικό τα οποία μέρη της απόφασης όμως αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, καθιστά τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αβάσιμο κατ' ουσίαν και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου του περί ελλείψεως ακροάσεως και της εντεύθεν ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τον οποίο επιχειρείται η προβολή του από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως (σε συνδυασμό με το άρθρο 170 §2 του ίδιου Κώδικα) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, για το οποίο είχε ασκηθεί η σχετική ποινική δίωξη, την οποία καθίσταται πρόδηλο ότι την έκρινε παραδεκτή, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει τη σχετική ένσταση αυτού (κατηγορουμένου) περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ως διαλαμβάνοντος ως έγκλημα που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο την πλαστογραφία και όχι τη φοροδιαφυγή (βλ. σκεπτικό απόρριψης της εν λόγω ένστασης στην προσβαλλόμενη απόφαση) και δεν χρειαζόταν να απαντήσει ειδικά επί του ανωτέρω προβληθέντος ισχυρισμού του περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος του για το έγκλημα της πλαστογραφίας.
Μετά από όλα τα παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ