Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1526 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά, κατοχή, μεταφορά και πώληση ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανή. Λόγοι αιτήσεως η έλλειψη απαιτούμενης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως καθώς και υπέρβαση εξουσίας. Αίτημα για εφαρμογή του άρθρου 187Β΄ ΠΚ, άλλως, εφαρμογής άρθρου 27 Ν. 3459/2006.Ο ισχυρισμός ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας είναι αυτοτελής και για να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα, αιτιολογημένα, πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος. Η αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των ισχυρισμών για χορήγηση ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1526/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της 63/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδ/νήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1727/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ.20 του Ν.3459/2006, που κωδικοποίησε την όλη νομοθεσία τη σχετική με τα ναρκωτικά, ορίζεται ότι: "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος: ....β)πωλεί, αγοράζει...ζ)κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Μεταφορά, αντιδιαστελλόμενη προς τη "διαμετακόμιση", πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από έναν τόπο σε άλλο με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, δηλ. μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι η μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνησή τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Επίσης, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδοτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπό του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 63/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς, πώλησης, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : " Ο 1ος κατηγορούμενος (Ψ2) γεννηθείς τη 19-3-1988 στην Αλβανία, ο οποίος διαμένει με την οικογένεια του στους ... επί της οδού ..., την 8-2-2007 και περί ώρα 10.30 κατά την αποβίβασή του μαζί με την ανήλικη εξαδέλφη του Π από το πλοίο "Β..." στον εμπορικό λιμένα ..., ,που είχε αποπλεύσει τις απογευματινές ώρες της 7-9-2007 από τον ..., σε γενόμενο έλεγχο στο ατομικό ταυ σακίδιο του έφερε στις πλάτες του, από λιμενικά όργανα του κεντρικού λιμεναρχείου ...υ, κατελήφθη να κατέχει χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μη μπορεί να την αποβάλει τις δικές του δυνάμεις, δύο αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες με ηρωίνη μικτού βάρους 519 και 516 gr εκάστη, που είχε μεταφέρει με το ως άνω πλοίο από τον ...συνολικού βάρους 1035 gr, την οποία είχε αποκρύψει στο ατομικό σακίδιό του που έφερε στις πλάτες του. Στην ερώτηση των λιμενικών οργάνων στον 1ο κατηγορούμενο που θα έδινε την ως άνω ναρκωτική ουσία που μετέφερε και κατείχε, τους απάντησε ότι είχε τηλεφωνηθεί ήδη μέσα από το πλοίο που ταξίδευε από τον ... για την ... με το άτομο αυτό που θα αγόραζε την εν λόγω ναρκωτική ουσία και το οποίο άτομο θα του τηλεφωνούσε εκ νέου όταν έβγαινε από το πλοίο στη ... για να συναντηθούν. Πράγματι σε λίγη ώρα τον πήρε τηλέφωνο ο 2ος κατηγορούμενος (Ψ1) γεννηθείς την 24-120-1971 κάτοικος ... και του όρισε ως τόπο συνάντησης το χώρο του λιμένα ..., όπου πήγε ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του (Ψ3) γεννηθέντα την 9-8-1969 κάτοικο και αυτό ..., με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του αδελφού του, Ψ3, που οδηγούσε ο ίδιος και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν συνεπιβαίνων στη θέση του συνοδηγού. Όταν έφθασε στο χώρο συνάντησης ο 1ος κατηγορούμενος μαζί με την ως άνω ανήλικη εξαδέλφη του Π, κρατώντας στα χέρια του το σακίδιο που περιείχε την παραπάνω ναρκωτική ουσία, ο 2ος κατηγορούμενος από τη θέση του συνοδηγού, κάλεσε προς το μέρος του τον 1ο κατηγορούμενο, ο τελευταίος πήγε προς το αυτοκίνητο από το μέρος του συνοδηγού, έδειξε στον 2ο κατηγορούμενο το περιεχόμενο του σακιδίου, αυτός (2ος κατηγορούμενος) κατέβαλε στον 1ο κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ και παρέλαβε το σακίδιο με την ανωτέρω ναρκωτική ουσία ηρωίνης συνολικού μικτού βάρους 1035 gr. Τότε περί ώρα 11.30 συνελήφθησαν και οι τέσσερις από τα λιμενικά όργανα που τους παρακολουθούσαν, όποτε ο 1ος κατηγορούμενος στην ερώτηση των λιμενικών οργάνων που βρήκε τη ναρκωτική ουσία ηρωίνης που μετέφερε από τον ..., τους έδωσε τα στοιχεία του 3ου κατηγορουμένου (Χ) γεννηθέντος την 1-4-1989 στην Αλβανία, κατοίκου ... επί της οδού Δημοκρατίας 29 και του Α γεννηθέντος την 5-5-1989 στη Αλβανία, κατοίκου ... επί της οδού .... Στη συνέχεια τα όργανα του κεντρικού Λιμεναρχείου ..., την ίδια ημέρα (8-9-2007) περί ώρα 17.30' κατέστη εφικτός ο εντοπισμός και σύλληψη των δύο ανωτέρω, του 3ου κατηγορουμένου και του Α , έξω από την οικία του Α επί της οδού ... στη ..., επακολούθησε πράγματι κατ' οίκον έρευνα στις οικίες των δύο αυτών και τίποτε δεν ανευρέθη. Κατά την διάρκεια της προανάκρισης στο Κεντρικό Λιμεναρχείο ..., ο 3ος κατηγορούμενος (Χ) οικειοθελώς δήλωσε στα λιμενικά όργανα ... ότι επί της οδού ... στη ..., διατηρεί ημιυπόγεια μικρή αποθήκη μέσα στην οποία είχε κρυμμένες έξι (6) πλάκες ηρωίνης, ότι μία ποσότητα δύο (2) πλάκες ηρωίνης έστειλε στη ... και αυτή που ήταν στην αποθήκη έπρεπε να επιστραφεί στον προμηθευτή φυγόδικο κατηγορούμενο ... αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητα υπήκοο Αλβανίας που είχε το υπ'αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο. Την επόμενη ημέρα 9.8.2007 περί ώρα 09.30 όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... διενήργησαν έρευνα στην εν λόγω αποθήκη επί της οδού ... όπου διαπιστώθηκε ότι είχε επιμελώς κρυμμένες μέσα σε διπλωμένο χαλί έξι (6) πλαστικές συσκευασίες ηρωίνης μικτού βάρους 3071 gr. Η ποσότητα αυτή ηρωίνης έξι (6) πλάκες μικτού βάρους εκάστη: 1) 509,6 gr , 2)510,5 gr, 3)515 gr,4)514,2 gr, 5)512.8 gr και 6)508,9 gr, συνολικού μικτού βάρους 3.071 gr, κατασχέθηκαν την ίδια ημέρα 9-9-2007 περί ώρα 10.20' όπως αυτό προκύπτει από την από 9-9-2007 έκθεση έρευνας αποθήκης και κατάσχεση πειστηρίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... που αναγνώσθηκε και βρίσκεται στη δικογραφία. Στη συνέχεια τα όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... σε συνεργασία με τον ήδη συλληφθέντα την ίδια ημέρα 9-9-2007 περί ώρα 11.30 3° κατηγορούμενο (Χ ), ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον φερόμενο απ' αυτόν προμηθευτή φυγόδικο κατηγορούμενο ... και έκλεισε ραντεβού μαζί του να συναντηθούν την ίδια εκείνη ημέρα 9-9-2007 περί ώρα 16.15 επί της λεωφόρου ..., δήθεν να συζητήσουν για το θέμα να του επιστρέφει τις έξι πλάκες ηρωίνης συνολικού βάρους 3071 gr που είχαν μείνει στην αποθήκη μετά από την ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 1035 gr που είχε στείλει στη .... Το συγκεκριμένο ραντεβού πραγματοποιήθηκε πλην όμως δεν πήγε ο φυγόδικος κατηγορούμενος ...t αλλά αυτός τηλεφώνησε στον ... γεννηθέντα την 21-5-1966 στην Αλβανία κάτοικο ...... , στον οποίο του είπε ότι αυτός ήταν στην Αλβανία και του ζήτησε να πάει αυτός στο ως άνω ραντεβού να συναντήσει τον 3° κατηγορούμενο Ψ2βού και συνελήφθη από λιμενικά όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς την 9-9-2007 περί ώρα 16.25 όπως αυτό προκύπτει από την από 9.9.2007 έκθεση σύλληψής του, που αναγνώσθηκε και βρίσκεται στη δικογραφία. Ο 3ος κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ομολογεί τόσο στην προανακριτή όσο και στην ανακριτή απολογίες του, την 26-8-2007 μετέφερε από κοινού με τους Α και την ανήλικη Π από τον ... με το πλοίο "B...." ηρωίνη τουλάχιστον 500gr, την οποία πώλησε σε κάποιον ... αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας έναντι του χρηματικού ποσού 1.500 ευρώ. Έπομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι 1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι και δη: α) ο 1ος (Ψ2ι) της μεταφοράς κατοχής και πώλησης 1035 gr ηρωίνης, στον 2ο κατηγορούμενο (Ψ1), όμως ενόψει του ότι κατά το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις αυτές είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, ως γεννηθείς όπως προαναφέρθηκε την 19-3-1988 και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων την 8-9-2007, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 133 ΠΚ να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη κατ'άρθρο 83 ΠΚ, επίσης εν όψει του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, κατά τα προαναφερθέντα, πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ β) ο 2ος (Ψ1) της αγοράς 1035 gr ηρωίνης από τον 1ο κατηγορούμενο Ψ2) και την ανήλικη Π και κατοχής της ίδιας αυτής ποσότητας ως άτομο που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, όπως αναφέρεται στην από 12-9-2007 ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη των πραγματογνωμόνων ιατρών του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου ... ψυχιάτρου επιμελητή Α' και .., ψυχιάτρου επιμελήτριας Β, που διορίστηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΝΝ (ν.3459/2006) κατά τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και βρίσκεται στη δικογραφία, όμως δεν συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής διαγωγής άρθρ 84§2δ,ε ΠΚ καθ 'όσον δεν αποδείχθηκε από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του εν λόγω κατηγορουμένου ότι συντρέχουν τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις (βλ ΑΠ 131/2008 Ποιν.Δικ.2008.948, ΑΠ 1718/2007 Ποιν.Δικ. 2008. 521, ΑΠ 1323.2007 Ποιν.Δικ.2008 134 και γ) ο 3ος (Ψ2 της αγοράς, κατοχής 4.106 gr ηρωίνης, μεταφοράς και πώλησης τουλάχιστον 500 gr ηρωίνης, όμως ενόψει του ότι κατά το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις αυτές είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, ως γεννηθείς όπως έχει αναφερθεί την 1-4-1989 και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων 26-8-2007, 26-28/8/2007, 7-9-2007 και 8-9-2007, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 133 ΠΚ να του επιβληθεί ποινή ηλαττωμένη κατ' άρθρο 83 ΠΚ, επίσης ενόψει του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, κατά τα προεκτιθέμενα πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ ΠΚ".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, όμως ενόψει του ότι κατά το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, δέχθηκε ότι κατ'άρθρο 133 ΠΚ, πρέπει να του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 του αυτού Κώδικα, αναγνώρισε σε αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ' και ειδικότερα, του ότι: "στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε τα παρακάτω περισσότερα από ένα εγκλήματα:
1) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις αγόρασε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στην Αθήνα και σε άγνωστο στην ανάκριση χρόνο, αλλά πάντως πριν από τις 8-9-2007 αγόρασε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο, άγνωστη ποσότητα ηρωίνης, τουλάχιστον όμως μικτού βάρους 4.106 περίπου, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή ανταλλάγματος.
2)Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις κατείχε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα σε ημιυπόγεια αποθήκη επί της οδού ..., στις 7-9-2007, έχοντας υπό τη φυσική του εξουσίαση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούληση του να διαθέτει πραγματικά, κατείχε, σε οκτώ αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες, ηρωίνη, μικτού βάρους 4.106 γρ. περίπου.
3) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, με τη χρήση πλωτού μεταφορικού μέσου, μετέφερε εντός της ελληνικής επικράτειας και από κοινού με άλλα πρόσωπα, ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό, νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στις 26-8-2007 μετέφερε, από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Α και Π, ηρωίνη άγνωστης ποσότητας αλλά τουλάχιστον 500γρ. από τον ...στη ...με το πλοίο "B..." 4) Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις πώλησε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου 3459/2006, δηλαδή ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα στη ..., κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ της 26-8-2007 και 28-8-2007 πώλησε σε κάποιο "..." αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας, στη ... ποσότητα ηρωίνης συνολικού μικτού βάρους, τουλάχιστον 500γρ. αντί χρηματικού ανταλλάγματος 1500 ευρώ. Οι παραπάνω πράξεις αφορούν μέρος της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο τρίτος κατηγορούμενος μέχρι τέλεσης της πράξης είχε συμπληρώσει το 18° όχι όμως και το 21 έτος της ηλικίας του και 2) έδειξε ειλικρινή μετάνοια." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2 περ.δ', 133 ΠΚ και άρθρο 1 παρ.2 Πιν.Α'περ.5, άρθρο 21 παρ.1 περ.β'και ζ' Ν.3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 63/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας , .... και υπερασπίσεως: 1)Ψ2 και 2)Ξ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσειοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της από το Σύνταγμα (άρθρον 93 § 3) και τον Νόμον (άρθρα 139, 510 § 1 δ' Κ.Π.Δ.) επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρει ειδικά και εμπεριστατωμένα ως ώφειλε με σαφήνεια και πληρότητα: (α) Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία εστηρίχθηκε η κρίσις του Δικαστηρίου περί την συνδρομήν των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που οδηγούν εις την περί ενοχής μου βεβαιότητα αυτής, (β) Τα αποδεικτικά μέσα εις τα οποία θεμελιώνονται αυτά, (γ) Τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους αυτά υπήχθησαν εις την συναφή ποινική διάταξη, (δ) Τους λόγους τους δικαιολογούντες το βάσει αυτών εξαχθέν και μάλιστα σε βαθμό βεβαιότητας συμπέρασμα περί ενοχής του. Επίσης, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου συνάγει το συμπέρασμα της η αναιρεσιβαλλομένη περί της συνδρομής των υπό του Νόμου (άρθρον 513 του Α.Κ.) απαιτουμένων προϋποθέσεων, ούτε διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλομένη σκέψεις ούτε συλλογισμούς δικαιολογούντες το βάσει αυτών εξαχθέν εις βαθμόν πεποιθήσεως μάλιστα, συμπέρασμα ειδικώς και εμπεριστατωμένος, ότι προκύπτουν τα κατά Νόμον και την κρατούσαν νομολογίαν στοιχεία αυτά της "αγοράς ναρκωτικής ουσίας" ενώ τέλος, ως προς το θέμα της προσαφθείσης εις αυτόν κατοχής ναρκωτικής ουσίας, ουδέν αποδεικτικό μέσο αναφέρει εξ ου προκύπτει τούτο, ούτε υπάρχουν σκέψεις ούτε συλλογισμοί της, είτε στο σκεπτικό, είτε στο διατακτικό, δικαιολογούντες το βάσει αυτών εξαχθέν και δη εις βαθμόν πεποιθήσεως συμπέρασμα, ότι είχε αυτοτελή και ανεξάρτητη κατοχή. Αβάσιμα όμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα άνω εκτεθέντα, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του (αναίρεσειόντος), λεκτέον ότι: α)οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνουν την υπό του αναιρεσειόντος τέλεση κατά συναυτουργία με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, συγκατηγορουμένους του, της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθόσον η φυσική εξουσίαση, με την έννοια που προεκτέθηκε, δεν πληρούται μόνον με τη σωματική επαφή του δράστη με τη ναρκωτική ουσία, αλλ' αρκεί το γεγονός, όπως εν προκειμένω, ότι ο αναιρέσειων βρέθηκε με τα ανωτέρω πρόσωπα σε τοπική εγγύτητα προς τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία του επέτρεπε, μετά τον έλεγχο της εν λόγω ποσότητας από κάποιον εξ αυτών και τη διαπίστωση της υπάρξεως της στον καθορισμένο τόπο, να τη διαθέτουν κατά βούληση, όντος αδιάφορου μέχρι πότε την κατείχαν και τι απέγινε η ποσότητα αυτή, β) η κατά συναυτουργία ως άνω κατοχή των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την ως άνω έννοια της φυσικής εξουσιάσεως τούτων από αυτούς, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο και ότι ο καθένας γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ' εκείνον. 2)η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ΚΑΚ Δωδεκανήσου είναι αναιρετέα κατ' άρθρα 139, 510 § 1Δ του Κ.Π.Δ., 93 § 3 του Συντάγματος ως προς την παραδοχήν της περί τελέσεως παρ' αυτού των εγκλημάτων της μεταφοράς και της πωλήσεως 500 gr ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης) προς άγνωστο πρόσωπο ("...") αντί αγνώστου τιμήματος, εις μη προσδιορισθέντα χρόνο, μη ευρεθείσης ποτέ ναρκωτικής ουσίας και μη πιστοποιηθείσας της τελέσεως των πράξεων, αυτών εξ ουδενός άλλου αποδεικτικού μέσου, παρά μόνον αφού δέχθηκε ην παρ' αυτού τέλεση αυτών των πράξεων με μόνη μνεία της ομολογίας τους στην Προανάκριση και στην Ανάκριση. Επίσης, αναφορικά προς τις αυτές δύο εγκληματικές πράξεις (της μεταφοράς και της πωλήσεως 500 gr ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης) προς άγνωστο πρόσωπο (''...") αντί αγνώστου τιμήματος, εις μη προσδιορισθέντα χρόνον), συντρέχει και ο αναιρετικός λόγος της θετικής υπερβάσεως εξουσίας, κατ' άρθρον 510 § 1 Η' του Κ.Π.Δ., διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση άσκησε εξουσία που δεν της δίδει ο Νόμος, καταδικάζοντας τον για πράξεις, που από λόγους νομικούς ώφειλε να τον κηρύξει αθώο. Αβάσιμα διατείνεται και με την αιτίαση αυτή, διότι το δικάσαν Εφετείο, όπως από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, για την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έχει λάβει υπόψη του όλα τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο την απολογία των συγκατηγορουμένων του. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο, ουδεμία εξουσία του υπερέβη και ο σχετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος. 3) Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στον αναιρετικά λόγο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απορρίψασα τον υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του, περί εφαρμογής του άρθρου 27 του Ν. 3459/2006, διότι: α) Δεν αναφέρει ποια είναι τα θεμελιούντα την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση πραγματικά περιστατικά, β) Δεν αναφέρει εάν τα υπ' αυτού προβληθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτούν και θεμελιώνουν ή όχι την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση. γ) Εν όψει των υπ' αυτού προβληθέντων, δεν αναφέρει ποία είναι τα αρνητικά πραγματικά περιστατικά τα δικαιολογούντα τη μη αναγνώριση σε αυτόν της συνδρομής των ευεργετικών περιστάσεων ποινικής αντιμετωπίσεως που προβλέπει το άρθρον 27 του Ν. 3459/2006. Επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναιρετέα κατέστη ομοίως διότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς \ου περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων που είχα ζητήσω ιδίως εν όψει του ότι δεν είχε εξαντληθώ το κατώτατο όριο προβλεπομένης ποινής και συνεπώς, είχε έννομο συμφέρον και ζήτησε την αναγνώριση και των ελαφρυντικών της 84 παρ.2 περ.δ'και ε'της ΠΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτεροως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν έχει όμως υποχρέωση να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει'" να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία! καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α'και ε'ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ.α'), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορος του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδάφια α'και ε' του ΠΚ. Υπέβαλε επίσης, κατ'ακριβή μεταφορά από τα άνω πρακτικά, και το αίτημα: "Εφαρμογής του αρ. 187 Β Π.Κ. α) περί απαλλαγής ποινής κατ' αρ. 187 Β Π.Κ. άλλως, β) αίτημα ηλαττωμένης ποινής του άρ. 83 Π.Κ. κατ' αρ. 187 παρ. 2 ΠΚ άλλως, γ) άλλως αίτημα αναστολής εκτελέσεως ποινής 3-10 ΕΤΗ κατά το βαθμό συμβολής στην πρόληψη νέων εγκλημάτων ναρκωτικής νομοθεσίας με το μείζον υπόλοιπο (3 Kgr) της αρχικής ποσότητας (4 Kgr) συνεκτιμωμένης της ήσσονος (1035 gr) συμμετοχής μου, ΑΙΤΗΜΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΡ. 27 Ν. 3459/2006 Άλλως: του άρθρου 27 του Ν. 3459/2006 σε "συσχετική ερμηνεία" με το άρθρο 187Β' § 12 Π.Κ. [μέτρα επιεικείας που τέθηκαν με το Ν. 2928/2001 και στην περί ναρκωτικών νομοθεσία ".
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλεμπόρου ναρκωτικών, είναι αυτοτελής. Έτσι, για να τύχει απαντήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου, πρέπει να υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο. Εφόσον δεν εκτίθενται συγκεκριμένες περιπτώσεις με εξατομικευμένα στοιχεία όπως, χρόνος, τόπος πρόσωπα, συμμορίες, ποσότητες και είδη ναρκωτικών που οι συγκεκριμένες συμμορίες διακινούσαν, ποιες ήταν οι πληροφορίες του και πότε και ποίοι συνελήφθησαν, ο ισχυρισμός είναι αόριστος και δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα, αιτιολογημένα. Το εν λόγω Δικαστήριο για τους παραπάνω ισχυρισμούς διέλαβε στο σκεπτικό του την παρακάτω απορριπτική αυτών αιτιολογία: "δεν συντρέχει η περίπτωση εφαρμογής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 27 του Κ.Ν.Ν (ν 3459/2006), καθ'όσον δεν αποδείχθηκε από τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου αυτού ατόμου ότι συντρέχουν τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ελαφρυντική αυτή περίσταση. Τέλος δεν συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου άρθρ 84§2α ΠΚ για τους κατηγορουμένους 1Ο και 3Ο επειδή έχουν λευκά ποινικά μητρώα, καθ'όσον για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επιμεμπτής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία όραση. Επομένως, μόνο από τα αντίγραφα δεν αποδεικνύεται ο έντιμος βίος των ανωτέρω κατηγορουμένων (1ου και 3ου ) πριν από την τέλεση των παραπάνω κακουργηματικών πράξεων". Κατόπιν αυτών, εφόσον ο δεύτερος από τους πιο πάνω ισχυρισμούς, δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, παρά το ότι δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία, το δικάσαν Εφετείο τον απέρριψε ως αβάσιμο αιτιολογημένα. Τον πρώτο ισχυρισμό, τον απέρριψε σιωπηρά, αφού δεν πρόκειται για παράβαση του άρθρου 187 ΠΚ (συγκρότηση εγκληματικής ομάδας) και ως εκ τούτου δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας η απόρριψή του. Επίσης, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για χορήγηση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, συνακόλουθα δε, έχει απορρίψει με την αυτή αιτιολογία και τον ισχυρισμό για χορήγηση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε', όπως συνάγεται από το σύνολο των αναφερομένων στο αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό, σκεπτικό του. Και 4)Συνακόλουθα προς τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αιτίασή του για έλλειψη ακροάσεως κατ' άρ. 170 § 2 Κ.Π.Δ. & 510 § 1 Β' Κ.Π.Δ, ως προς τα αιτήματα α) της εφαρμογής του άρθρου 187 του Π.Κ. περί απαλλαγής από ποινής άλλως ηλαττωμένης ποινής του άρθρου 83 του Π.Κ., κατ' αρθρον 87 § 2 Π.Κ., άλλως αναστολής εκτελέσεως ποινής από 3-10 έτη, β) της εφαρμογής του άρθρου 27 του Ν. 3459/2006, σε συνδυασμό προς το άρθρο 187 του Π.Κ., ως ποοσωπικό λόγος απαλλαγής από την ποινή, αρκούσας προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού και πιθανολογήσεως".
Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β',Δ',Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ελλείψεως ακροάσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9303/1-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθό 63/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ