Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 549 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εκβίαση.




Περίληψη:
Εκβίαση σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 385 § 1 περίπτ. γ΄ του ΠΚ). Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος απείλησε τον παθόντα ότι αν δεν του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 10.000 Ευρώ, δεν θα μεσολαβούσε στην αρμόδια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού ελέγχου για να εγκριθεί η κατεδάφιση παλαιάς οικίας και η ανοικοδόμηση πολυώροφης οικοδομής και ο παθών που είχε ανάγκη από αυτή την έγκριση, αναγκάστηκε να του καταβάλει το ποσό αυτό. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 549/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζή, περί αναιρέσεως της 2947/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον ....

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 908/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περίπτ. γ' του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου τιμωρείται... γ) σε κάθε άλλη περίπτωση με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται: α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης αυτού που εξαναγκάζεται και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του δράστη ή του άλλου που ωφελείται κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη του τελευταίου δεν αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της αυτονομίας της βουλήσεώς του και της εντεύθεν ελευθερίας στις συναλλαγές. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τους τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2947/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά σχετικά με τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος ετέλεσε την πράξη της εκβίασης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Δεκεμβρίου 2002 μέχρι την 18-12-02 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εξανάγκασε κάποιον με την απειλή σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκασθέντος και δη απείλησε τον παθόντα ... ότι αν δεν του κατέβαλε τμηματικά το χρηματικό ποσό των 10000 ευρώ συνολικά, δεν θα μεσολαβούσε ώστε η αρμόδια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου να αποφανθεί ευνοϊκά σε αίτημά του για την κατεδάφιση παλαιάς οικίας και ανέγερσης πολυόροφης οικοδομής, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει και έτσι τον εξανάγκασε να του καταβάλει στις 11-12-02 ευρώ και στις 18-12-02 4000 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκομίσει έτσι παράνομο όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του παθόντα κατά τα άνω ποσά. Το γεγονός δε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθη αφού έλαβε το ποσό των 4000 ευρώ με προσημειωμένα νομίσματα, δεν συνιστά απόπειρα του άνω εγκλήματος αφού είχε ήδη λάβει και προγενέστερα το ποσό των 5000 ευρώ και είχε επέλθει ήδη η ζημία στον παθόντα και το όφελος σ' αυτόν με την παραλαβή των 4000 ευρώ, κατά την σύλληψή του. Εξάλλου, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προέβη σε κάποια ενέργεια στον υποβληθέντα από τον μηχανικό του παθόντα φάκελο στην αρμόδια επιτροπή, ώστε να δικαιούται κάποιας αμοιβής, αφού τον φάκελο αυτό συμπλήρωσε ο μηχανικός ... το δε άνω ποσό του δόθηκε σε δύο δόσεις πριν και μετά την έγκριση από την άνω επιτροπή της κατεδάφισης της προαναφερθείσας οικίας και αποτελούσε το αντάλλαγμα για την μεσολάβησή του προκειμένου να δοθεί στον παθόντα η άδεια κατεδάφισης. Σε περίπτωση δε που δεν κατέβαλε ο παθών το άνω ποσό δεν θα του δινόταν η άνω άδεια, άλλως θα καθυστερούσε υπέρμετρα, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία από την καθυστέρηση καταβάλλοντας ποινικές ρήτρες, μολονότι για το ίδιο ακίνητο είχε χορηγηθεί άδεια κατεδαφίσεως προγενέστερα με σκοπό την ανοικοδόμηση. Επομένως, πρέπει ο σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορούμενου να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Μετά από αυτά το Δικαστήριο, καταδίκασε τον ανωτέρωκατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.

Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στη εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 γ' του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει την απειλή του κατηγορουμένου προς τον παθόντα ότι αν δεν του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 10.000 Ευρώ δεν θα μεσολαβούσε στην αρμόδια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου ώστε να αποφανθεί ευνοϊκά για το αίτημά του για κατεδάφιση παλαιάς οικίας και ανέγερση πολυόροφης οικοδομής και ότι αν δεν μεσολαβούσε ο κατηγορούμενος, το αίτημα του παθόντος θα απορριπτόταν ή θα καθυστερούσε υπέρμετρα η έγκρισή του. Επίσης αναφέρει ότι ο παθών, επειδή στην περίπτωση που δεν εγκρινόταν ή καθυστερούσε η έγκριση του αιτήματός του θα πάθαινε ζημιά, γιατί θα κατέβαλε ποινικές ρήτρες για καθυστέρηση της ανοικοδόμησης, αναγκάστηκε να υποκύψει στην παράνομη αξίωση του κατηγορουμένου και του κατέβαλε τμηματικά το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο ο τελευταίος ωφελήθηκε παράνομα. Τέλος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ενέργειες με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και αποκόμισε. Το ότι στη συνέχεια η απόφαση δέχεται ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε κάποια ενέργεια στον υποβληθέντα στην αρμόδια επιτροπή φάκελο, ώστε να δικαιούται κάποιος αμοιβής, δεν δημιουργεί ασάφεια για το αν το ποσό αυτό ήταν αποτέλεσμα νόμιμης ή παράνομης αξίωσης, αλλ' αντίθετα αποσαφηνίζει τον παράνομο χαρακτήρα της αξίωσης και απαντά σε σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι του ανατέθηκε από μέρους του παθόντος η συμπλήρωση του σχετικού φακέλου και ότι το ποσό αυτό ήταν η αμοιβή του ως μηχανικού. Περαιτέρω προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ με τις παραδοχές του απάντησε στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, αναφέρει δε και περιστατικά και σκέψεις επιπλέον αυτών που περιέχει το διατακτικό. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του κατηγορουμένου είναι αβάσιμες, ενώ η αιτίασή του ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε με καταθέσεις των μαρτύρων είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της ένδικης αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 23.11.2009) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2009 αίτηση και τους από 23-11-2009 πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2947/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή