Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 911 / 2015    (Β2, Civil Cases)

Θέμα
Αποδοχές υπερημερίας.




Περίληψη:
Επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Έννοια αυτών. Προϋποθέσεις νόμιμης λειτουργίας τους. Προσωπικό ασφαλείας. Έννοια αυτού. Απαιτείται να έχει σχετική άδεια εργασίας. Διάκριση αυτής από την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης. Η ίδια άδεια απαιτείται και για το προσωπικό οποιασδήποτε ιδιωτικής επιχείρησης, στο οποίο ανατίθεται η φύλαξη και η προστασία των ιδίων αυτής χώρων, αγαθών και εγκαταστάσεων. Κύρος συμβάσεως εργασίας μισθωτού που δεν κατέχει σχετική άδεια εργασίας. Συνέπειες. Υπερημερία εργοδότη. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλοντας την σύμβαση, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, δεν καθίσταται υπερήμερος.
(Αναιρεί εν μέρει την 2311/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου
Θεσσαλονίκης).




Αριθμός 911/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε.Γενικού Εμπορίου" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. Δ. Κ. του Α., έως και 20. Γ. Τ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χάρη Βεργούλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7188/2013 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2311/2014 Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 9-12-2014 αίτησή της και τους από 9-2-2015 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθούν οι τρίτος, τέταρτος πέμπτος του κυρίου δικογράφου και ο πρόσθετος λόγοι της από 9-12-2014 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 254/9-12-2014 αίτησης της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε.Γενικού Εμπορίου" κατά των Δ. Κ. κλπ περί αναιρέσεως της 2311/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων επ' αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 2518/1997, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή η φύλαξη κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων. Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του αυτού νόμου, επιχειρήσεις, που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες, απαιτείται να κατέχουν ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες προϋποθέσεις. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω νόμου, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού. Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων (άρθρ. 2 παρ. 3 του ίδιου νόμου), είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε χρόνια και ανανεώνονται για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αρχικών χορηγήσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας εργασίας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 1016/109/149-α/2009 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β' 1967/2009) καθορίσθηκαν τα δικαιολογητικά και η διαδικασία εκδόσεως της άδειας εργασίας του προσωπικού ασφαλείας. Για τη χορήγηση της τελευταίας άδειας (άρθρ. 3 παρ. 1 του ν.2518/1997) ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει, στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του τα αναφερόμενα λεπτομερώς δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων, εκτός από την αίτηση, περιλαμβάνονται: α) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο εγγράφου με το οποίο να αποδεικνύονται τα στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος, ειδικότερα δε για τους Έλληνες πολίτες τα στοιχεία ταυτότητας να αποδεικνύονται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ή τη σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ή το διαβατήριο ή την άδεια οδήγησης ή το ατομικό βιβλιάριο υγείας όλων των ασφαλιστικών φορέων. β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται από τον ενδιαφερόμενο ότι: ι. δεν στερείται των προϋποθέσεων που αναφέρονται στις περ. στ', η' και θ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2518/1997, ιι. δεν κρατείται προσωρινά, ιιι. δεν έχει καταδικασθεί έστω και με οριστική απόφαση ούτε έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα σε δίκη για κακούργημα ή για αδίκημα της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2518/1997, ιv. δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι (6) μηνών για έγκλημα του άρθρου 8 του ν. 2518/1997 και για κάθε έγκλημα που τελέσθηκε με δόλο. γ) Πιστοποιητικό ψυχιάτρου σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3418/2005 από το οποίο να προκύπτει, ότι δεν πάσχει από οποιασδήποτε μορφής ψυχική νόσο και δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Επί πλέον η Υπηρεσία παραλαβής των ανωτέρω δικαιολογητικών αναζητά αυτεπαγγέλτως για τον αιτούντα αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης και πιστοποιητικό Πρωτοδικείου ότι δεν τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση. Τα εν λόγω δικαιολογητικά μετά τον έλεγχό τους από τις δεχόμενες αυτά Υπηρεσίες υποβάλλονται στην προϊσταμένη τους Αστυνομική Διεύθυνση ή στη Διεύθυνση Ασφαλείας, κατά περίπτωση, ο δε Διευθυντής αυτών των Υπηρεσιών ελέγχει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του ν. 2518/1997 και ακολούθως εκδίδει απόφαση για τη χορήγηση της αιτουμένης άδειας ή την απόρριψη της αιτήσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ', στ', ζ' και 2 του ν. 2518/1997 το προσωπικό ασφαλείας οφείλει να χρησιμοποιεί την προβλεπόμενη στολή, εφόσον γίνεται χρήση στολής, να μην θίγει, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του, τα κάθε είδους συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών και να μην χρησιμοποιεί μέσα και μεθόδους που μπορούν να προκαλέσουν ζημία, βλάβη, ενόχληση σε τρίτους ή να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Τα ανωτέρω έχουν, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν. 2518/1997, εφαρμογή και για το προσωπικό οποιασδήποτε ιδιωτικής επιχείρησης, στο οποίο ανατίθεται η φύλαξη και η προστασία των ιδίων αυτής χώρων, αγαθών και εγκαταστάσεων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η άδεια εργασίας του προσωπικού ασφαλείας εντάσσεται στον προληπτικό έλεγχο του υπαλληλικού προσωπικού από τις αρμόδιες αστυνομικές Αρχές και ανάγεται στην εύρυθμη ανάθεση και εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών, που άπτονται των προστατευομένων συνταγματικά δικαιωμάτων της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης μετακινήσεως και δεν μπορούν να εκτελούνται κατ' απόκλιση από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων του ως άνω νόμου χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων κατά τόπο αστυνομικών Αρχών. Το προσωπικό ασφαλείας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των εν λόγω Αρχών και να παρέχει σ' αυτές τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, σε περίπτωση εκδηλώσεως εγκληματικής ενέργειας, ενόψει και του ότι η άσκηση των προβλεπομένων δραστηριοτήτων των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής ασφαλείας, δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατικών Αρχών στους τομείς αυτούς (άρθρ. 1 παρ. 4 και 7 του ν. 2518/1997). Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη, σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίον ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 του ν. 2518/1997, να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά το νόμο ως άνω άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1320/2008). Εξ άλλου σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλοντας την σύμβαση, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται, ως εκ τούτου, στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στην συνέχιση της σχέσεως εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς την θέλησή του (ΑΠ 131/2015, 24/2014, 622/1991). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (oλ.ΑΠ 36/1988, oλ.ΑΠ 7/2006, oλ.ΑΠ 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου αρχικά, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου, που κατήρτισαν δια των νομίμων εκπροσώπων τους με τους ενάγοντες, η μεν αρχική δικαιοπάροχος της εναγομένης, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "CΟΝΤΙΝΕΝΤ ΗELLAS Α.Ε." προσέλαβε τους 1ο, 12ο, 15ο, 16ο, 18ο και 19ο από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους), στις 1.4.1994, 29.1.1996, 16.1.1996, 11.11.1997, 11.8.2000 και 4.11.1992, αντίστοιχα, η δε μετέπειτα δικαιοπάροχός της, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "CARREFOUR Μ. Α.Ε.", προσέλαβε τους λοιπούς ενάγοντες, δηλαδή τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 13ο, 14ο, 17ο και 20ο , στις 12.7.2007, 20.9.2004, 6.6.2001, 4.2.2008, 18.8.2008, 13.4.2000, 3.4.2006, 7.8.2004, 1.4.2000, 10.4.2007, 13.12.2000, 7.7. 2004, 4.7.2005 και 15.7.2004, αντίστοιχα, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με την ειδικότητα του υπαλλήλου ασφαλείας, στο τμήμα ασφάλειας των υποκαταστημάτων τους. Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους από την πρόσληψή τους στα διάφορα υποκαταστήματα των δικαιοπαρόχων της και στη συνέχεια και της ίδιας της εναγομένης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες την ημέρα και ειδικότερα από τη Δευτέρα μέχρι και την Κυριακή, με δύο όμως ημέρες ανάπαυσης κάθε εβδομάδα, σε τρεις κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες (από 06.00 έως 14.00 η πρώτη, από 14.00 έως 22.00 η δεύτερη και από 22.00 έως 06.00 της επομένης η τρίτη), σύμφωνα με το πρόγραμμα της εναγομένης. Oι ενάγοντες εκτελούσαν, πάντοτε υπό τις εντολές και τις οδηγίες της εναγομένης, τα "καθαρά" καθήκοντα φύλαξης, όπως οι "περιπολίες" στο κατάστημα, το άνοιγμα και το κλείσιμο του καταστήματος (με τους κωδικούς και τις μαγνητικές κάρτες πρόσβασης που τους είχαν χορηγηθεί), ο χειρισμός του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του καταστήματος, ο έλεγχος της καταμέτρησης των χρηματαποστολών, η πυρασφάλεια, το "scanning" των εμπορευμάτων και η τοποθέτηση αντικλεπτικών συστημάτων σ' αυτά ... Θα πρέπει, να σημειωθεί ότι όλα τα παραπάνω καθήκοντά τους οι ενάγοντες τα εκτελούσαν χωρίς να φέρουν κανενός είδους οπλισμό και εξάρτυση, ενώ δεν διέθεταν άδεια εργασίας σύμφωνα με το ν. 2518/1997, που είναι απαραίτητη για το προσωπικό των εταιριών παροχής υπηρεσιών φύλαξης, ούτε βέβαια και τη σχετική επαγγελματική κατάρτιση". Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι "... όσον αφορά στο κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας των μεταξύ της εναγομένης και των εναγόντων συμβάσεων, η ειδική αυτή άδεια δεν είναι απαραίτητη για την απασχόληση των εναγόντων στην εναγομένη, αφού αυτή δεν έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας, οπότε και μόνον θα έπρεπε το προσωπικό της να διαθέτει τέτοια άδεια, πέραν βέβαια του ότι οι ενάγοντες δεν παρείχαν σ' αυτήν μόνον υπηρεσίες φύλαξης". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο εκφραζόταν κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης το παράπονο ότι παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας των συμβάσεων των εναγόντων, επειδή δεν ήταν εφοδιασμένοι με την ειδική άδεια του ν. 2518/1997 και, αφού εν τω μεταξύ απέρριψε και τους λοιπούς λόγους εφέσεως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει, κατά την κυρία βάση της, η αγωγή των λοιπών, εκτός των πρώτου (1ου), δωδέκατου (12ου) και δέκατου ένατου (19ου) των αναιρεσιβλήτων, είχε αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την αναιρεσείουσα, είχαν επιδικασθεί σ' αυτούς αποδοχές υπερημερίας για το αναφερόμενο σ' αυτή διάστημα και είχε αναγνωριστεί ότι οφείλονται τέτοιες (αποδοχές υπερημερίας) για το υπόλοιπο ένδικο χρονικό διάστημα και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, με απειλή χρηματικής ποινής τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της, να αποδέχεται την εργασία των αναιρεσιβλήτων αυτών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του ν. 2518/1997, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ως άνω υπ' αριθ. 1016/109/149-α/2009 Απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ, αφού, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, λόγω ελλείψεως της σχετικής άδειας, που επιβάλουν οι προαναφερόμενες διατάξεις σε όσους ασχολούνται με καθήκοντα φύλαξης, προσώπων ή πραγμάτων, όπως οι αναιρεσίβλητοι εν προκειμένω, ανεξάρτητα αν αυτοί προσέφεραν και πρόσθετες εργασίες για τις οποίες δεν απαιτείτο η σχετική άδεια, είναι άκυρες, συνεπεία δε της ακυρότητας αυτής δεν είχε υποχρέωση η αναιρεσείουσα ως εργοδότρια να διατηρεί τους αναιρεσίβλητους στην εργασία της ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας δε την σχέση εργασίας τους, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως και μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες τους, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούτο, ως εκ τούτου, στην καταβολή αποδοχών υπερημερία. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Στην ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εξέθεταν, ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν, ορισμένοι από την αναφερόμενη στην αγωγή αρχική δικαιοπάροχο της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε. Γενικού Εμπορίου" και το διακριτικό τίτλο "Μ. Α.Ε." (που διατηρεί και εκμεταλλεύεται, όπως και οι δικαιοπάροχοι της, γνωστή αλυσίδα "σούπερ - μάρκετ") και ορισμένοι από τη μετέπειτα δικαιοπάροχο της, προκειμένου να απασχοληθούν στα υποκαταστήματα των παραπάνω εταιριών ως υπάλληλοι ασφαλείας, με τα αναλυτικά περιγραφόμενα στην αγωγή καθήκοντα. Ότι σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων οι ίδιοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα υποκαταστήματα των δικαιοπαρόχων της εναγομένης αρχικά και της ίδιας της εναγομένης στη συνέχεια μέχρι τις 28.8.2012, οπότε η εναγομένη τους ανακοίνωσε ότι μεταβίβασε τις υπηρεσίες φύλαξης στην αναφερόμενη στην αγωγή εταιρία φύλαξης και γι' αυτό θα έπαυε να αποδέχεται από την 1.9.2012 τις υπηρεσίες τους. Ότι οι ενάγοντες με την από 29.8.2012 εξώδικη δήλωση, που επέδωσαν στην εναγομένη, της δήλωσαν ότι αποκρούουν αυτή τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και εμμένουν στις αρχικές τους συμβάσεις, υπό τους όρους των οποίων θα εξακολουθούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Ότι η εναγομένη την 31.8.2012 τους απάντησε ότι εμμένει στη θέση της και τους ζήτησε να της παραδώσουν τα κλειδιά και τις μαγνητικές κάρτες πρόσβασης στους χώρους των καταστημάτων, στα οποία προσέφεραν την εργασία τους και από 1.9.2012 αρνήθηκε να δεχθεί τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι άτυπα και χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση τις συμβάσεις τους. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, λόγω της ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεών τους, που έγινε ατύπως και χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως και της, συνεπεία αυτής της ακυρότητος, υπερημερίας της εναγομένης, κυρίως μεν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα που ανέφεραν και να υποχρεωθεί με απειλή χρηματικής ποινής να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, επικουρικά δε στην περίπτωση που η καταγγελία των συμβάσεών τους θεωρηθεί έγκυρη ή οι συμβάσεις τους θεωρηθούν άκυρες να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει το αναφερόμενο στον καθένα τους ποσό, ως αποζημίωση απόλυσης. Με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε εκτενώς στις προτάσεις, τις οποίες κατέθεσαν κατά τη συζήτηση, οι πρώτος (1ος), δωδέκατος (12ος) και δέκατος ένατος (19ος) των εναγόντων, δήλωσαν ότι θεωρούν την από 31.8.2012 καταγγελία των συμβάσεών τους έγκυρη, περιόρισαν την αγωγή στο επικουρικό αίτημα της και ζήτησαν να καταδικασθεί η αναγομένη να καταβάλει στον καθένα τους το αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση απόλυσης. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ως προς τους τρεις αυτούς ενάγοντες, ότι με την από 31.8.2012 δήλωση της εναγομένης, πως από 1.9.2012 έπαυε να δέχεται τις υπηρεσίες τους και την απαίτηση να της παραδώσουν τα κλειδιά και τις μαγνητικές κάρτες πρόσβασης στους χώρους των καταστημάτων, στα οποία προσέφεραν την εργασία τους, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε επιδικάσει στους τρεις ως άνω ενάγοντες, ως αποζημίωση απόλυσης, τα αναφερόμενα στον καθένα τους ποσά. Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, το μοναδικό της αιτήσεως αναιρέσεως που αναφέρεται στους τρεις αυτούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους (πρώτο, δωδέκατο και δέκατο ένατο ), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί, πως κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, η αναιρεσείουσα επέφερε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων αυτών, με τη μεταβίβαση των υπηρεσιών ασφαλείας στην αναφερόμενη στην αγωγή τρίτη εταιρία και την χωρίς τη συναίνεσή τους υποχρέωσή αυτών (αναιρεσιβλήτων) να εργασθούν στην νέα αυτή εταιρία υπό διαφορετικές συνθήκες εργασίας, μισθολογικές παροχές και εξέλιξη, υπό καθεστώς ανασφάλειας ως προς τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους και να απορρίψει την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων αυτών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 648, 652 και 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αναφέρεται στους πρώτο (1ο), δωδέκατο (12ο) και δέκατο ένατο (19ο) των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η λύση των συμβάσεων εργασίας των τριών αυτών αναιρεσιβλήτων επήλθε με την πλασματική καταγγελία του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, ενώ αληθώς το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η λύση των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων αυτών επήλθε με γνήσια, εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία, κατά τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των πρώτου, δωδέκατου και δέκατου ένατου των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, κατά παραδοχή δε του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αναφέρεται στους λοιπούς, πλην των ανωτέρω τριών, αναιρεσιβλήτους παρελκούσης, της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Μονομελές Εφετείο (Θεσσαλονίκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αυτών αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.12.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 254/9.12.2014, αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε. Γενικού Εμπορίου" και το διακριτικό τίτλο "Μ. Α.Ε." , περί αναιρέσεως της 2311/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των Δ. Κ. του Α., Κ. Π. του Ι. και Ι. Π. του Δ., εκ των αναιρεσιβλήτων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ως άνω τριών αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2311/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που αφορά τους λοιπούς δέκα επτά αναιρεσιβλήτους.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό που αναιρείται, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους αυτούς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ