Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 262 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 262/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Πετρίχου, για αναίρεση της με αριθμό 18.142/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 285/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και η σύγκριση διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει εις την διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία πράγματι έχει αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφηρμόσθη καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, της ικανότητος προς καταλογισμόν, την μείωση της ικανότητος αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή κατά περίπτωση να αναφέρονται, κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση της νομικής εννοίας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρ. 141 παρ. 2 και 331 Κ.Π.Δ.) ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και, εις περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Ούτως αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημά του, το οποίον εδόθη στον διευθύνοντα τη συζήτηση και κατεχωρίσθη στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφ' όσον από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού και μάλιστα αιτιολογημένως (Ολ.Α.Π. 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα προέβαλε, με έγγραφο υπόμνημά της, που κατεχωρίσθη αυτούσιο στα πρακτικά, ισχυρισμόν περί πραγματικής πλάνης, δια τους εις αυτόν λόγους, και το δικαστήριο τον απέρριψε (με τους λοιπούς εις το άνω υπόμνημα τοιούτους) και εκήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη των πράξεων για τις οποίες εκατηγορήθη (παράβαση άρθρων 280 παρ. 1 ΝΔ 86/1969, όπως αντικατεστάθη με ΝΔ 996/1971 και 71 παρ. 1 και 3 Ν. 998/1979, όπως αντικατεστάθησαν με τον Ν.2145/1993). Εντεύθεν παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον συναφή λόγον αναιρέσεως, όπως εκτιμάται ούτος ότι (κακώς) απερρίφθη ο ισχυρισμός της περί πραγματικής πλάνης χωρίς αιτιολογία. Ο λόγος ούτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως προκύπτει και πάλιν από τα οικεία πρακτικά, ο κατά τον άνω τρόπον υποβληθείς ισχυρισμός, δεν ανεπτύχθη και προφορικώς, κατά τ'ανωτέρω εκτεθέντα, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 331 και 141 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έτερος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ως εκτιμάται, διότι κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα "χωρίς να κληθεί προηγουμένως σε ακρόαση από την αρμοδία δασική αρχή", αφού τοιούτον τι δεν απαιτείται υπό των ανωτέρω διατάξεων των προβλεπουσών τα αδικήματα δια τα οποία, ως άνω, κατεδικάσθη αύτη. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, υπό την επίκληση του αυτού λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπό την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18.142/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή