Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1395 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη από κοινού, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1, 3 ΠΚ). Αναιρέσεις με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει τις αναιρέσεις.





Αριθμός 1395/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1266/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Ιουλίου 2007, δύο (2) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1586/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 48/4.2.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αρ. 1/23-7-07 και 2/23-7-07 (ενώπιον του Γραμμ. Ειρηνοδικείου Κω με αρ. βιβλ. Αναιρέσεων Εφετείου Αθηνών 170,171/2007 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2, διαμένων λόγω της εργασίας του στην Κω, 2) Χ1, διαμένων λόγω της εργασίας του στην Κω, που ασκήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου των Διον. Τελλή (δυνάμει των από 19-7-07 εξουσιοδοτήσεων) κατά του υπ' αρ.1266/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 249/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τους κατηγορούμενους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων όπως δικασθούν για απάτη κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος υπερέβη τα 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.) από κοινού (αρ. 45, 98, 386 §1 και 3 Π.Κ.). Μετά από εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι εξεδόθη το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι κριθείσες εφέσεις και επεκυρώθη το εκκληθέν. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επεδόθη με θυροκόλληση στον 1ο των αναιρεσειόντων την 10-7-2007 και στον 2ο την 29-8-2007 επίσης με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο τους Ν. Μπομπότη την 12-7-2007 (με θυροκόλληση) οι δε αναιρέσεις ασκήθηκαν την 23-7-2007 ημέρα Δευτέρα είναι δε εμπρόθεσμες (αρ. 473 §1 Κ.Π.Δ.) αφού ως προς τον 1ο η προθεσμία εκκινεί από την τελευταία έγκυρη επίδοση, ήτοι την επίδοση με θυροκόλληση στον αντίκλητο που έλαβε χώρα την 12-7-2007 ενώ ως προς τον 2ο η επίδοση προς αυτόν έλαβε χώρα την 29-8-2007 (μετά την άσκηση της αναιρέσεως) είναι δε και νομότυπες (465 §1, 474 §1, 2, 482 §1, 484 §1 β, δ Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών, το βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση και μνημονεύονται ειδικότεροι λόγοι. II) Λόγοι αναιρέσεως: α) Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι θα έπρεπε να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για παρ. αρ. 79 §1 Ν.5560/33 (περί επιταγής) υφίσταται φαινομένη συρροή όπου ισχύει η αρχή της ειδικότητας έναντι της απάτης. β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές του προσβαλλομένου στην σελ. 10 και επόμενες.

ΙΙΙ) α) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν.Χρ. 1987/5, 07). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β.Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50). IV) Η διάταξη του αρ. 386 §1 Π.Κ. ορίζει ότι: "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών." Κατά δε την παράγραφο 3β ιδίου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Από την διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη (Α.Π. 430/2000 Π.Δ/σύνη 7/2000 σελ. 790, Α.Π. 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, Α.Π. 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ/253). Η βλάβη αποτελεί προϋπόθεση τελέσεως της απάτης (Α.Π. 1924/97 Π.Χρ. ΜΗ/648), ως τέτοια νοείται η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης (Α.Π. 79/2001 Π.Χρ. ΝΑ/891). Ως γεγονότα κατά την έννοια του αρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π. σε Συμβ. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591).
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ουσιαστικά περιστατικά της πράξεως και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει ο δόλος να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν, αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διατάξεως "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής καταστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (Α.Π. 172/2002 Π.Δ/σύνη 2002/844 που αποκλείει τον ενδεχόμενο δόλο, ενώ αντιθέτως Τούσης-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 386 αρ. 26 δέχονται ενδεχόμενο δόλο ως προς όλα τα στοιχεία). Η απάτη και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής προσβάλλουν διαφορετικά έννομα αγαθά (περιουσιακό δίκαιο η πρώτη, την υπόληψη του τίτλου και την πίστη στις συναλλαγές η δεύτερη και συρρέουν αληθώς όταν η ακάλυπτη επιταγή χρησιμοποιήθηκε από τον εκδότη της για διάπραξη απάτης (Α.Π. 1462/05 Π.Δ/σύνη 2006/255).Με την παράγραφο 1 αρ. 14 Ν.2721/1999 προσετέθη δεύτερη παράγραφος στο αρ. 98 Π.Κ. που έχει ως εξής: Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. αν δύο ή περισσότερες τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 1141/2003 Π.Χρ. ΝΔ/353). V) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση της Εισαγγελίας Εφετών με εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων εδέχθη ότι: Από τα στοιχεία της δικογραφίας, τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, την χωρίς όρκο κατάθεση του εγκαλούντα, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ψ1 και ο δεύτερος των εκκαλούντων γνωρίζονταν από ετών. Ο μηνυτής είχε καλή οικονομική επιφάνεια και ρευστότητα χρημάτων, την οποία προφανώς γνώριζε ο Χ1. Τα κεφάλαια του μηνυτή προήρχοντο από τις ενασχολήσεις του με πλοία επί αρκετά έτη, καθώς και από την πώληση ενός οικοπέδου του στην περιοχή της ........, ενώ συνταξιοδοτείτο από το NAT. Ο μηνυτής ενδιαφερόταν να επενδύσει τα κεφάλαια του, σε ασφαλή και αποδοτική επένδυση. Κατά το θέρος του έτους 2002 οι δύο ως άνω άνδρες (μηνυτής και δεύτερος των κατηγορουμένων), συναντήθηκαν τυχαία στο χρυσοχοείο του κοινού γνωστού τους Γ1, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή .... Αττικής και ο Χ1 είπε στο μηνυτή ότι ήταν μέτοχος της ανώνυμης τεχνικής-κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία: "ΚΑΡΔΑΜ ΑΒΕΤΕ", αντικείμενο εργασιών της οποίας ήταν η κατασκευή προκατασκευασμένων ξύλινων κατοικιών. Ο Χ1 είπε ακόμη στο μηνυτή ότι οι εργασίες της εταιρείας πήγαιναν πάρα πολύ καλά και είχε καλή φήμη στην αγορά, μεγάλο πελατολόγιο και ότι είχε εξασφαλίσει την ανάληψη ολυμπιακού έργου 3.200 προκατασκευασμένων κατοικιών στην περιοχή του .... Αττικής, προϋπολογισμού 32.000.000.000 δρχ. και ακόμη ότι ήταν όλα έτοιμα για την ανάληψη έργου κατασκευή 700 προκατασκευασμένων κατοικιών του Συλλόγου Αστυνομικών στην ..... Αττικής και του πρότεινε να συνεργασθούν οικονομικά, ήτοι να διευκολυνθεί η εταιρεία οικονομικά, μέχρις ότου εισπράξει χρήματα από την ανάληψη των ως άνω έργων, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του (του μηνυτή) στην εταιρεία και τη μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου στο όνομα του. Ο Χ1, προς επίτευξη του σκοπού του, πρότεινε στο μηνυτή να συναντηθούν με τον πρώτο των κατηγορουμένων, συνεταίρο του, συνιδιοκτήτη και πρόεδρο της ως άνω εταιρείας. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κατά το μήνα Αύγουστο του 2002, στα γραφεία της εταιρείας, που βρίσκονται στη ....... και ο πρώτος των κατηγορουμένων, επανέλαβε τα όσα είχε πει ο δεύτερος στο μηνυτή, ως προς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, την ανάληψη των έργων κλπ. Προσέτι δε αμφότεροι οι κατηγορούμενοι διαβεβαίωσαν το μηνυτή ότι διέθεταν γνωριμίες σε κυβερνητικό επίπεδο, γνώριζαν διάφορους Υπουργούς, ότι είχαν στενή σχέση με την Δ1 και στελέχη του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και συνεργασία με μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες, όπως τη "....." και ότι η εταιρεία τους είχε μεγάλη δυναμική ανάπτυξης. Οι κατηγορούμενοι ακολούθως προσκάλεσαν το μηνυτή να επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, στο ...... Αττικής, επίσκεψη η οποία πραγματοποιήθηκε και εκεί οι κατηγορούμενοι τον ξενάγησαν και του έδειξαν κάποιες προκατασκευασμένες κατοικίες, η όλη δε εικόνα των εγκαταστάσεων ήταν πολύ καλή. Ο μηνυτής ρώτησε τους κατηγορουμένους το λόγο για τον οποίο επιζητούσαν χρηματοδότηση, αφού η εταιρεία τους, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει, ήταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και με προοπτικές και αυτοί απάντησαν ότι είχαν κάποιες άμεσες οικονομικές ανάγκες, τις οποίες έπρεπε να καλύψουν και ακόμη ότι έπρεπε να προετοιμασθούν υλικοτεχνικά, μέχρις ότου λάβουν προκαταβολή από τα την ανάληψη του δεύτερου των προαναφερθέντων έργων. Ο μηνυτής ρώτησε ακόμη τους κατηγορουμένους για ποιο λόγο δεν απευθύνονταν σε Τράπεζα για να εξασφαλίσουν το δάνειο και αυτοί απάντησαν ότι η εταιρεία αντιμετώπιζε πρόβλημα προσωρινής ρευστότητας, δεν ήθελαν δε να την επιβαρύνουν με τραπεζικά δάνεια και τους κινδύνους που απέρρεαν από αυτά. Με τις παραστάσεις αυτές έπεισαν το μηνυτή να τους χρηματοδοτήσει, αναφέροντας του εκτός των άλλων και κυρίως, ότι ήταν διατεθειμένοι να του μεταβιβάσουν ποσοστό της εταιρείας, μέχρι 30% αυτής. Ακολούθησαν διάφορες συζητήσεις και τελικά οι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής συμφώνησαν να τους καταβάλει ο τελευταίος το χρηματικό ποσόν των 80.000.000 δρχ. τμηματικά, σε χρονικό διάστημα 2-3 μηνών και αυτοί να του μεταβιβάσουν το ποσοστό των 30% των μετοχών της εταιρείας τους. Μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από το μηνυτή να τους καταβάλει το ποσόν των 40.000 ευρώ, υπό τη μορφή της προκαταβολής του συμφωνηθέντος ποσού, ποσόν το οποίο αυτός τους κατέβαλε στις 15-10-2002, στις 30-10-2002 δε τους κατέβαλε άλλες 60.000 ευρώ και έλαβε ως εγγύηση δύο επιταγές της εταιρείας με πληρώτρια την EUROBANK, υπογεγραμμένες από τον πρώτο κατηγορούμενο, ήτοι τις υπ' αριθ. .... και ........, ποσού 40.000 και 60.000 ευρώ και με χρόνο έκδοσης τις 20-3-2003 και 29-3-2003, αντίστοιχα. Στα πλαίσια της συμφωνίας, κατά το μήνα Νοέμβριο του 2002, ο μηνυτής κατέβαλε σταδιακά στους κατηγορουμένους άλλες 80.000 ευρώ, στις 12-12-2002 το ποσόν των 79.400 ευρώ, με έκδοση τριών επιταγών, της CITIBANK, ήτοι των υπ' αριθ.: ....., με χρόνο έκδοσης την 27-1-2003, ποσού 23.400 ευρώ, 2. ......., με χρόνο έκδοσης την 15-3-2003, ποσού 28.000 ευρώ και 3. ....., με χρόνο έκδοσης την 15-4-2003, ποσού 28.000 ευρώ, υπογράφηκε δε και το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου των κατηγορουμένων, στο οποίο αναφέρονται τα ποσά που είχε καταβάλει ο μηνυτής, καθώς επίσης και εγγράφως πλέον διατυπώθηκαν τα εξής: "...για την είσοδο του με ποσοστό 30% της εταιρείας", ενώ στο τέλος του εγγράφου αναφέρονται τα εξής: "Σε περίπτωση μη συμφωνίας η εταιρεία θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα εν ευθέτω χρόνω". Από το κείμενο του εγγράφου αυτού αποδεικνύεται αφενός μεν ο λόγος για τον οποίο χορηγήθηκαν τα ως άνω ποσά στους κατηγορουμένους, αφετέρου δε οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να επιστρέψουν το ως άνω ποσόν, σε περίπτωση αποτυχίας των συμφωνηθέντων, υφισταμένης αναβλητικής αίρεσης (άρθρο 201 του ΑΚ). Οι κατηγορούμενοι όμως παρά τις προφορικές και έγγραφες διαβεβαιώσεις περί μεταβίβασης των ως άνω στο μηνυτή, συνεχώς ανέβαλαν την τήρηση των συμφωνηθέντων, με διάφορες δικαιολογίες. Παρά ταύτα όμως ο μηνυτής και πάλι θέλησε να βοηθήσει την εταιρεία, διότι είχε πεισθεί από τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων και μάλιστα σε κάθε στάδιο καταβολής των χρημάτων, παράδοσης επιταγών κλπ, ότι η οικονομική αδυναμία τους ήταν πρόσκαιρη και με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσει τα ήδη καταβληθέντα ως άνω χρηματικά ποσά, παρέδωσε στους κατηγορουμένους άλλες πέντε επιταγές, ήτοι τις υπ' αριθ.: 1. ...., ποσού 9.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 27-2-2003, 2. ....., ποσού 15.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 27-2-2003, 3. 6..., ποσού 7.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 30-3-2003, 4. ....., ποσού 6.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 1^-2003 και 5. ......, ποσού 2.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 15-4-2003, όλες με πληρώτρια την ALPHA BANK, υπογράφηκε δε έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των αυτών ως άνω προσώπων και με χρόνο την 18-2-2003, στο οποίο αναγραφόταν ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν για ταμειακή εξυπηρέτηση της εταιρείας, ότι οι κατηγορούμενοι θα επέστρεφαν στο μηνυτή τις επιταγές των 28.000 ευρώ που αυτός τους είχε παραδώσει στις 12-12-2002, ενώ ήδη του επέστρεψαν την επιταγή των 23.400 ευρώ που είχε παραδοθεί την ίδια ημέρα, κατά τα προαναφερθέντα. Οι κατηγορούμενοι όμως, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του μηνυτή, δεν του μεταβίβασαν το εταιρικό μερίδιο, κατά τα συμφωνηθέντα, αλλά ούτε του επέστρεψαν τα χρήματα που τους είχε καταβάλει και τις ως άνω επιταγές και ακολούθως, όταν δεν μπορούσαν να πράξουν διαφορετικά, του αποκάλυψαν ότι η εταιρεία τους αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα, ήταν υπερχρεωμένη, δεν είχε αναλάβει κανένα από τα ως άνω έργα και αδυνατούσαν κατόπιν αυτών να του επιστρέψουν τα καταβληθέντα, αποδεχόμενοι με τον τρόπο αυτό ότι είχαν ψευδώς παραστήσει τα ανωτέρω στο μηνυτή, ο οποίος είχε παραπλανηθεί, είχε συμφωνήσει τα προαναφερθέντα και τους είχε καταβάλει τα ανωτέρω ποσά κλπ. Εν τω μεταξύ οι κατηγορούμενοι είχαν κυκλοφορήσει τις δύο επιταγές της CITIBANK, τις οποίες ο μηνυτής είχε παραδώσει στους κατηγορουμένους, καθώς και εκείνες με πληρώτρια την ALPHA BANK, με αποτέλεσμα να έχουν σφραγισθεί λόγω ελλείψεως κεφαλαίων και οι κομιστές να στρέφονται εναντίον του προς ικανοποίηση των απαιτήσεων του, ενώ για κάποιες εξ αυτών έχουν εκδοθεί διαταγές πληρωμής (βλ. σχετικά έγγραφα επισυναφθέντα στην παρούσα από το μηνυτή). Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, αλλά και με το υπόμνημα που υπέβαλαν κατά την άσκηση της έφεσης, ισχυρίζονται ότι είχαν δανεισθεί από τον κατηγορούμενο το ποσόν των 100.000 ευρώ, εκ των οποίων του έχουν επιστρέψει τα 80.000, του έδωσαν ως εγγύηση δύο ισόποσες επιταγές και έκτοτε δεν τους κατέβαλε άλλον χρηματικό ποσόν και αυτός για το ποσόν αυτό τους ζητούσε τόκους και ότι αυτοί του κατέβαλαν ως τόκο το ποσόν των 3.500 ευρώ, σε διάστημα 15 ημερών από τη σύναψη του δανείου. Ότι για το ποσόν του δανείου ο μηνυτής τους ζητούσε υπέρογκους τόκους και μάλιστα αυτό αποδεικνύεται από τις επιταγές, τις οποίες ανανέωνε και επειδή οι κατηγορούμενοι δεν ήθελαν να δημιουργήσουν δυσμενή στοιχεία στην τράπεζα, διότι ήθελαν να αναλάβουν το πρώτο των προαναφερθέντων έργων, υπέκυπταν στους εκβιασμούς του μηνυτή και αναγκάζονταν να του χορηγούν τις αποδείξεις που αυτός ζητούσε, ότι οι τρεις επιταγές της CITIBANK, ήταν επιταγές ευκολίας και αυτή του ποσού των 23.400 ευρώ, την είχε παραλάβει ο ίδιος, ενώ οι άλλες δεν έχουν πληρωθεί. Οι κατηγορούμενοι αναφέρουν ακόμη ότι οι επιταγές της ALPHA BANK, ήταν και αυτές επιταγές ευκολίας και δεν πληρώθηκαν, ότι το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό το υπέγραψε ο πρώτος, υποκύπτοντας στον εκβιασμό του μηνυτή ότι θα σφραγίσει τις επιταγές και ότι τις δύο πρώτες τις είχαν δώσει ως εγγύηση του δανείου που τους είχε χορηγήσει και ακόμη για να έχει μια καλή δικαιολογία για να μην τον κατηγορήσουν για τοκογλυφία, ότι συνεργάζονταν με τη "......" και αυτό προκύπτει από έγγραφα τα οποία επισύναψαν στην παρούσα και τέλος ότι δεν έκαναν λόγο στο μηνυτή για το δεύτερο των προαναφερθέντων έργων.Τα ανωτέρω όμως κρίνονται αναληθή και τούτο διότι: 1.Αποδεικνύεται εξ εγγραφών η αναγνώριση εισόδου του μηνυτή στην εταιρεία, κατά τα προαναφερθέντα. 2.Αποδεικνύεται εκ των ως άνω εγγράφων, αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ότι οι κατηγορούμενοι είχαν παραστήσει ψευδώς στο μηνυτή ότι είχαν ήδη αναλάβει την εκτέλεση των προαναφερθέντων δύο έργων και εξ αιτίας αυτών ο μηνυτής πείσθηκε και κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά στους κατηγορουμένους και συνολικά αυτό των 275.000 ευρώ. Η κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, δεν ήταν άμεση και πρόσκαιρη, διότι, πέραν των άλλων, δεν πληρώθηκαν επιταγές και ασφαλώς δεν ήταν δυνατή η προκαταβολή από την "ανάληψη" των ως άνω έργων, διότι οι κατηγορούμενοι και η εταιρεία τους δεν τα είχαν αναλάβει. 3.Δεν είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι επιχειρηματίες, είναι δυνατόν αφενός μεν να υποκύπτουν στους εκβιασμούς ενός δανειστή, στον οποίο, όπως ισχυρίζονται, τελικά το οφείλουν το ποσόν των 20.000 ευρώ και αφετέρου ότι δεν απαιτούσαν με την καταβολή των ποσών που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν, να μην απαιτούν την έκδοση απόδειξης και εν πάση περιπτώσει να μην ζητούν δικαστική προστασία έναντι του "τοκογλύφου". 4. Δεν είναι δυνατόν να ψεύδονται όλοι οι μάρτυρες, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα έχουν άμεση αντίληψη του τρόπου με τον οποίον συναλλάσσονταν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν ήταν οι άπραγοι και άδολοι επιχειρηματίες, φέρονται να έχουν "εξαπατήσει" και άλλα φυσικά πρόσωπα, στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων (βλ. ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα). 5.Υφίσταται εξάλλου αληθής συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της απάτης και της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, κατά τα ας την αρχή της παρούσης εκτεθέντα. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι ψευδώς και κατ' εξακολούθηση παρέστησαν στον εγκαλούντα τα ανωτέρω γεγονότα, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να τον παραπλανήσουν και να καρπωθούν, όπως και καρπώθηκαν παρανόμως το χρηματικό ποσόν των 275.000 ευρώ, σε μετρητά και από επιταγές, το ποσόν των οποίων κλήθηκε, να πληρώσει ο μηνυτής. Ο εγκαλών παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις και κατέβαλε στους κατηγορούμενους το ως άνω ποσόν, αν δε γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του καθώς και στην έκδοση των προαναφερθεισών επιταγών. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν έσφαλε και ορθώς αποφάνθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, στο οποίο κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος των εκκαλούντων και τους παρέπεμψε στο αρμόδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), για να δικασθούν για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 εδ. στ, 26 παρ. 1σ, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1β,3β του ΠΚ).
Συνεπώς οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ δεν συντρέχει λόγος διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανάκρισης ή αναστολής της παρούσης ποινικής διαδικασίας μέχρι πέρατος εκκρεμούσης πολιτικής δίκης (βλ. σχετικά αιτήματα των εκκαλούντων στο από 9-3-2007 υπόμνημα τους). VI) Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (αρ. 386 §§ 1β και 3β Π.Κ.) για το οποίο εκρίθησαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα περιγράφει την γνωριμία του μηνυτή με τον 2ο των κατηγορουμένων ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν μέτοχος της ΚΑΡΔΑΜ ΑΒΕΤΕ με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή προκατασκευασμένων ξύλινων κατοικιών, ότι οι εργασίες της εταιρείας πήγαιναν πολύ καλά, αυτή είχε εξασφαλίσει την ανάληψη ολυμπιακού έργου 3.200 προκατασκευασμένων κατοικιών στην περιοχή ..... Αττικής προϋπολογισμού 32.000.000.000 δρχ. ως και 700 προκατασκευασμένες κατοικίες του Συλλόγου Αστυνομικών στην ... Αττικής του πρότεινε συνεργασία, τον έφερε σε επαφή με τον 1ο κατηγορούμενο και αμφότεροι του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν γνωριμίες με διάφορους υπουργούς, την Δ1, με στελέχη του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και στενή συνεργασία με μεγάλες με μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες όπως την ...... η εταιρεία τους είχε μεγάλη δυναμική ανάπτυξης, αλλά αντιμετώπιζε άμεσες οικονομικές ανάγκες που έπρεπε να καλυφθούν και υπήρχε πρόβλημα ρευστότητας μέχρι να λάβουν κάποια προκαταβολή για το έργο στον .... ενώ εντωμεταξύ έπρεπε να προετοιμαστούν υλικοτεχνικά, και γι' αυτό πρότειναν στον μηνυτή να τους χρηματοδοτήσει με αντάλλαγμα την μεταβίβαση σ' αυτόν του 30% των μετοχών της εταιρείας τους και έτσι τον έπεισαν να τους καταβάλλει μετρητά την 15-10-2002 40.000 Ευρώ, την 30-10-2002 60.000 Ευρώ, τον Νοέμβριο 2002 ποσό 80.000 Ευρώ και στις 12-12-2002 το ποσό των 79.400 Ευρώ με τρεις επιταγές της Τράπεζας CITIBANK ως ειδικότερα εκτίθεται. Μάλιστα στις ..... υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του μηνυτή και 1ου κατηγορουμένου στο οποίο αναφέρονται τα ποσά που κατεβλήθησαν και η διατύπωση: "... για την είσοδό του με ποσοστό 30% της εταιρείας". Οι κατηγορούμενοι ανέβαλαν την μεταβίβαση και ο μηνυτής θέλησε να βοηθήσει την εταιρεία επειδή είχε πεισθεί από τις διαβεβαιώσεις τους ότι η οικονομική αδυναμία ήταν πρόσκαιρη προέβη και στις επιπλέον καταβολές ως με σαφήνεια εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Προσδιορίζεται ότι παρά τις συνεχείς οχλήσεις του μηνυτή δεν του μετεβίβασαν το εταιρικό μερίδιο, ούτε του επέστρεψαν τα χρήματα (πλην μιας επιταγής 23.400 Ευρώ) και ότι του απεκάλυψαν πως η εταιρεία αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα, ήταν υπερχρεωμένη, δεν είχε αναλάβει κανένα από τα ως άνω έργα και αδυνατούσαν να του επιστρέψουν τα καταβληθέντα. Δηλαδή, το βούλευμα εκθέτει τί παρέστησαν ψευδώς οι κατηγορούμενοι στον μηνυτή (πολύ καλή οικονομική κατάσταση της εταιρείας με παροδική δυσχέρεια στην ρευστότητα, ανάληψη μεγάλων έργων, σκοπός να τον καταστήσουν μέτοχο εις το 30% αυτής, ενώ η εταιρεία ήταν υπερχρεωμένη, δεν είχε αναλάβει κανένα από τα έργα) με συνέπεια να πεισθεί αυτός στις ψευδείς διαβεβαιώσεις αυτών να τους καταβάλει διαδοχικά τα προσδιοριζόμενα ποσά που συνολικά υπερβαίνουν τις 73.000 Ευρώ, τα οποία αυτοί ωφελήθηκαν παράνομα με αντίστοιχη οικονομική ζημία του μηνυτή (Α.Π. 430/2000 Π.Δ/σύνη 7/2000 σελ. 790, Α.Π. 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, Α.Π. 1924/97 Π.Χρ. ΜΗ/648). Η διαβεβαίωση των κατηγορουμένων για συμμετοχή του μηνυτή στην εταιρεία τους κατά ποσοστό 30% ναι μεν συνιστούσε υπόσχεση για το μέλλον, πλην όμως αυτή συνοδεύετο ταυτόχρονα από ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις γεγονότων που αναφέροντο στο παρόν (πολύ καλή οικονομική κατάσταση της εταιρείας με πρόσκαιρη δυσχέρεια στην ρευστότητα, ανάληψη μεγάλων έργων), έτσι ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανισθείσα ψευδή πραγματική κατάσταση (Συμβ. Α.Π. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591). Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα κρισιολόγησε και απέκρουσε αιτιολογημένα με επάλληλους συλλογισμούς τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και έκανε αναφορά στο υποκειμενικό στοιχείο. Τέλος η απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας μέχρι πέρατος εκκρεμούσης πολιτικής δίκης έχει σχέση με εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ανάγεται στην περί πραγμάτων κρίση του, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Συνεπώς ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε (με το προσβαλλόμενο βούλευμα) τις εφέσεις των κατηγορουμένων και επεκύρωσε το εκκληθέν βούλευμα και κατ' ακολουθία τούτων θα πρέπει ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω. 1) Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 1,2/23-7-2007 (ενώπιον του Γραμμ. Ειρηνοδικείου Κω με αρ. βιβλίου αναιρέσεως Εφετείου Αθηνών 170,171/2007) αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2 και 2) Χ1 κατά του υπ' αρ. 1266/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 14-12-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθμό 1/23-7-2007 και 2/23-7-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, των: α) Χ2 και β) Χ1, κατά του υπ' αριθμό 1266/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, κατά του υπ' αριθμό 249/25-1-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι ως άνω αναιρεσείοντες, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, από κοινού, και από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση τη εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξ' άλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, που το εξέδωσε, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τη χωρίς όρκο κατάθεση του εγκαλούντα, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο μηνυτής Ψ1 και ο δεύτερος των εγκαλούντων γνωρίζονταν από ετών. Ο μηνυτής είχε καλή οικονομική επιφάνεια και ρευστότητα χρημάτων, την οποία προφανώς γνώριζε ο Χ1. Τα κεφάλαια του μηνυτή προήρχοντο από τις ενασχολήσεις του με πλοία επί αρκετά έτη, καθώς, και από την πώληση ενός οικοπέδου του στην περιοχή της ....., ενώ συνταξιοδοτείτο από το NAT. Ο μηνυτής ενδιαφερόταν να επενδύσει τα κεφάλαια του, σε ασφαλή και αποδοτική επένδυση.
Κατά το θέρος του έτους 2002, οι δύο ως άνω άνδρες (μηνυτής και δεύτερος των κατηγορουμένων), συναντήθηκαν τυχαία στο χρυσοχοείο του κοινού γνωστού τους Γ1, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή .... Αττικής και ο Χ1 είπε στο μηνυτή ότι ήταν μέτοχος της ανώνυμης τεχνικής-κατασκευαστικής εταιρείας, με την επωνυμία: "ΚΑΡΔΑΜ ΑΒΕΤΕ", αντικείμενο εργασιών της οποίας ήταν η κατασκευή προκατασκευασμένων ξύλινων κατοικιών. Ο Χ1 είπε ακόμη στο μηνυτή, ότι οι εργασίες της εταιρείας πήγαιναν πάρα πολύ καλά και είχε καλή φήμη στην αγορά, μεγάλο πελατολόγιο και ότι είχε εξασφαλίσει την ανάληψη ολυμπιακού έργου 3.200 προκατασκευασμένων κατοικιών στην περιοχή του ..... Αττικής, προϋπολογισμού 32.000.000.000 δρχ. και ακόμη ότι ήταν όλα έτοιμα για την ανάληψη έργου κατασκευή 700 προκατασκευασμένων κατοικιών του Συλλόγου Αστυνομικών στην ..... Αττικής και του πρότεινε να συνεργασθούν οικονομικά, ήτοι να διευκολυνθεί η εταιρεία οικονομικά, μέχρις ότου εισπράξει χρήματα από την ανάληψη των ως άνω έργων, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του (του μηνυτή) στην εταιρεία και τη μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου στο όνομα του. Ο Χ1, προς επίτευξη του σκοπού του, πρότεινε στο μηνυτή να συναντηθούν με τον πρώτο των κατηγορουμένων, συνεταίρο του, συνιδιοκτήτη και Πρόεδρο της ως άνω εταιρείας. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κατά το μήνα Αύγουστο του 2002, στα γραφεία της εταιρείας, που βρίσκονται στη ..... και ο πρώτος των κατηγορουμένων, επανέλαβε τα όσα είχε πει ο δεύτερος στο μηνυτή, ως προς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, την ανάληψη των έργων κλπ. Προσέτι δε, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι διαβεβαίωσαν το μηνυτή, ότι διέθεταν γνωριμίες σε κυβερνητικό επίπεδο, γνώριζαν διάφορους Υπουργούς, ότι είχαν στενή σχέση με την Δ1 και στελέχη του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και συνεργασία με μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες, όπως τη "....." και ότι η εταιρεία τους είχε μεγάλη δυναμική ανάπτυξης. Οι κατηγορούμενοι, ακολούθως, προσκάλεσαν το μηνυτή να επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, στο ...... Αττικής, επίσκεψη η οποία πραγματοποιήθηκε και εκεί οι κατηγορούμενοι τον ξενάγησαν και του έδειξαν κάποιες προκατασκευασμένες κατοικίες, η όλη δε εικόνα των εγκαταστάσεων ήταν πολύ καλή. Ο μηνυτής ρώτησε τους κατηγορουμένους το λόγο, για τον οποίο επιζητούσαν χρηματοδότηση, αφού η εταιρεία τους, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει, ήταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και με προοπτικές και αυτοί απάντησαν ότι είχαν κάποιες άμεσες οικονομικές ανάγκες, τις οποίες έπρεπε να καλύψουν και ακόμη ότι έπρεπε να προετοιμασθούν υλικοτεχνικά, μέχρις ότου λάβουν προκαταβολή από τα την ανάληψη του δεύτερου των προαναφερθέντων έργων. Ο μηνυτής ρώτησε ακόμη τους κατηγορουμένους για ποιο λόγο δεν απευθύνονταν σε Τράπεζα για να εξασφαλίσουν το δάνειο και αυτοί απάντησαν ότι η εταιρεία αντιμετώπιζε πρόβλημα προσωρινής ρευστότητας, δεν ήθελαν δε να την επιβαρύνουν με τραπεζικά δάνεια και τους κινδύνους που απέρρεαν από αυτά. Με τις παραστάσεις αυτές, έπεισαν το μηνυτή να τους χρηματοδοτήσει, αναφέροντάς του, εκτός των άλλων και κυρίως, ότι ήταν διατεθειμένοι να του μεταβιβάσουν ποσοστό της εταιρείας, μέχρι 30% αυτής. Ακολούθησαν διάφορες συζητήσεις και, τελικά, οι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής συμφώνησαν να τους καταβάλει ο τελευταίος το χρηματικό ποσόν των 80.000.000 δρχ. τμηματικά, σε χρονικό διάστημα 2-3 μηνών και αυτοί να του μεταβιβάσουν το ποσοστό των 30% των μετοχών της εταιρείας τους. Μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από το μηνυτή, να τους καταβάλει το ποσόν των 40.000 ευρώ, υπό τη μορφή της προκαταβολής του συμφωνηθέντος ποσού, ποσόν το οποίο αυτός τους κατέβαλε στις 15-10-2002, στις 30-10-2002 δε τους κατέβαλε άλλες 60.000 ευρώ και έλαβε ως εγγύηση δύο επιταγές της εταιρείας με πληρώτρια την EUROBANK, υπογεγραμμένες από τον πρώτο κατηγορούμενο, ήτοι τις υπ' αριθ. .... και ....., ποσού 40.000 και 60.000 ευρώ και με χρόνο έκδοσης τις 20-3-2003 και 29-3-2003, αντίστοιχα. Στα πλαίσια της συμφωνίας, κατά το μήνα Νοέμβριο του 2002, ο μηνυτής κατέβαλε σταδιακά στους κατηγορουμένους άλλες 80.000 ευρώ, στις 12-12-2002 το ποσόν των 79.400 ευρώ, με έκδοση τριών επιταγών, της CITIBANK, ήτοι των υπ' αριθ.: 1......, με χρόνο έκδοσης την 27-1-2003, ποσού 23.400 ευρώ, 2. ....., με χρόνο έκδοσης την 15-3-2003, ποσού 28.000 ευρώ και 3. ......, με χρόνο έκδοσης την 15-4-2003, ποσού 28.000 ευρώ, υπογράφηκε δε και το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου των κατηγορουμένων, στο οποίο αναφέρονται τα ποσά, που είχε καταβάλει ο μηνυτής, καθώς επίσης και εγγράφως πλέον διατυπώθηκαν τα εξής: "...για την είσοδο του με ποσοστό 30% της εταιρείας", ενώ στο τέλος του εγγράφου αναφέρονται τα εξής: "Σε περίπτωση μη συμφωνίας η εταιρεία θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα εν ευθέτω χρόνω". Από το κείμενο του εγγράφου αυτού, αποδεικνύεται, αφενός μεν, ο λόγος για τον οποίο χορηγήθηκαν τα ως άνω ποσά στους κατηγορουμένους, αφετέρου δε, οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να επιστρέψουν το ως άνω ποσόν, σε περίπτωση αποτυχίας των συμφωνηθέντων, υφισταμένης αναβλητικής αίρεσης (άρθρο 201 του ΑΚ).
Οι κατηγορούμενοι, όμως, παρά τις προφορικές και έγγραφες διαβεβαιώσεις, περί μεταβίβασης των ως άνω στο μηνυτή, συνεχώς ανέβαλαν την τήρηση των συμφωνηθέντων, με διάφορες δικαιολογίες. Παρά ταύτα, όμως, ο μηνυτής και πάλι θέλησε να βοηθήσει την εταιρεία, διότι είχε πεισθεί από τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων και μάλιστα σε κάθε στάδιο καταβολής των χρημάτων, παράδοσης επιταγών κλπ, ότι η οικονομική αδυναμία τους, ήταν πρόσκαιρη και με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσει τα ήδη καταβληθέντα ως άνω χρηματικά ποσά, παρέδωσε στους κατηγορουμένους άλλες πέντε επιταγές, ήτοι τις υπ' αριθ.: 1. ...., ποσού 9.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 27-2-2003, 2. ...., ποσού 15.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 27-2-2003, 3. ....., ποσού 7.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 30-3-2003, 4. ....., ποσού 6.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 1-2003 και 5. ....., ποσού 2.000 ευρώ, με χρόνο έκδοσης την 15-4-2003, όλες με πληρώτρια την ALPHA BANK, υπογράφηκε δε έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των αυτών ως άνω προσώπων και με χρόνο την ......, στο οποίο αναγραφόταν ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν για ταμειακή εξυπηρέτηση της εταιρείας, ότι οι κατηγορούμενοι θα επέστρεφαν στο μηνυτή τις επιταγές των 28.000 ευρώ, που αυτός τους είχε παραδώσει στις 12-12-2002, ενώ ήδη του επέστρεψαν την επιταγή των 23.400 ευρώ που είχε παραδοθεί την ίδια ημέρα, κατά τα προαναφερθέντα. Οι κατηγορούμενοι, όμως, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του μηνυτή, δεν του μεταβίβασαν το εταιρικό μερίδιο, κατά τα συμφωνηθέντα, αλλά ούτε του επέστρεψαν τα χρήματα, που τους είχε καταβάλει και τις ως άνω επιταγές και ακολούθως, όταν δεν μπορούσαν να πράξουν διαφορετικά, του αποκάλυψαν ότι η εταιρεία τους αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα, ήταν υπερχρεωμένη, δεν είχε αναλάβει κανένα από τα ως άνω έργα και αδυνατούσαν κατόπιν αυτών να του επιστρέψουν τα καταβληθέντα, αποδεχόμενοι με τον τρόπο αυτό ότι είχαν ψευδώς παραστήσει τα ανωτέρω στο μηνυτή, ο οποίος είχε παραπλανηθεί, είχε συμφωνήσει τα προαναφερθέντα και τους είχε καταβάλει τα ανωτέρω ποσά κλπ. Εν τω μεταξύ, οι κατηγορούμενοι είχαν κυκλοφορήσει τις δύο επιταγές της CITIBANK, τις οποίες ο μηνυτής είχε παραδώσει στους κατηγορουμένους, καθώς και εκείνες με πληρώτρια την ALPHA BANK, με αποτέλεσμα να έχουν σφραγισθεί, λόγω ελλείψεως κεφαλαίων και οι κομιστές να στρέφονται εναντίον του προς ικανοποίηση των απαιτήσεων του, ενώ για κάποιες εξ αυτών έχουν εκδοθεί διαταγές πληρωμής (βλ. σχετικά έγγραφα επισυναφθέντα στην παρούσα από το μηνυτή).
Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, αλλά και με το υπόμνημα που υπέβαλαν κατά την άσκηση της έφεσης, ισχυρίζονται ότι είχαν δανεισθεί από τον κατηγορούμενο το ποσόν των 100.000 ευρώ, εκ των οποίων του έχουν επιστρέψει τα 80.000, του έδωσαν, ως εγγύηση, δύο ισόποσες επιταγές και έκτοτε δεν τους κατέβαλε άλλον χρηματικό ποσόν και αυτός για το ποσόν αυτό τους ζητούσε τόκους και ότι αυτοί του κατέβαλαν ως τόκο το ποσόν των 3.500 ευρώ, σε διάστημα 15 ημερών από τη σύναψη του δανείου. Ότι για το ποσόν του δανείου ο μηνυτής τους ζητούσε υπέρογκους τόκους και μάλιστα αυτό αποδεικνύεται από τις επιταγές, τις οποίες ανανέωνε και επειδή οι κατηγορούμενοι δεν ήθελαν να δημιουργήσουν δυσμενή στοιχεία στην τράπεζα, διότι ήθελαν να αναλάβουν το πρώτο των προαναφερθέντων έργων, υπέκυπταν στους εκβιασμούς του μηνυτή και αναγκάζονταν να του χορηγούν τις αποδείξεις που αυτός ζητούσε, ότι οι τρεις επιταγές της CITIBANK, ήταν επιταγές ευκολίας και αυτή του ποσού των 23.400 ευρώ, την είχε παραλάβει ο ίδιος, ενώ οι άλλες δεν έχουν πληρωθεί. Οι κατηγορούμενοι, αναφέρουν ακόμη ότι οι επιταγές της ALPHA BANK, ήταν και αυτές επιταγές ευκολίας και δεν πληρώθηκαν, ότι το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό το υπέγραψε ο πρώτος, υποκύπτοντας στον εκβιασμό του μηνυτή ότι θα σφραγίσει τις επιταγές και ότι τις δύο πρώτες τις είχαν δώσει ως εγγύηση του δανείου που τους είχε χορηγήσει και ακόμη για να έχει μια καλή δικαιολογία για να μην τον κατηγορήσουν για τοκογλυφία, ότι συνεργάζονταν με τη "....." και αυτό προκύπτει από έγγραφα τα οποία επισύναψαν στην παρούσα και τέλος ότι δεν έκαναν λόγο στο μηνυτή για το δεύτερο των προαναφερθέντων έργων.
Τα ανωτέρω όμως κρίνονται αναληθή και τούτο διότι: 1.Αποδεικνύεται εξ' εγγραφών, η αναγνώριση εισόδου του μηνυτή στην εταιρεία, κατά τα προαναφερθέντα. 2.Αποδεικνύεται εκ των ως άνω εγγράφων, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ότι οι κατηγορούμενοι είχαν παραστήσει ψευδώς στο μηνυτή, ότι είχαν ήδη αναλάβει την εκτέλεση των προαναφερθέντων δύο έργων και, εξ'αιτίας αυτών, ο μηνυτής πείσθηκε και κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά στους κατηγορουμένους και συνολικά αυτό των 275.000 ευρώ. Η κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, όπως, εκ των υστέρων, αποδείχθηκε, δεν ήταν άμεση και πρόσκαιρη, διότι, πέραν των άλλων, δεν πληρώθηκαν επιταγές και ασφαλώς, δεν ήταν δυνατή η προκαταβολή από την "ανάληψη" των ως άνω έργων, διότι οι κατηγορούμενοι και η εταιρεία τους δεν τα είχαν αναλάβει. 3.Δεν είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι επιχειρηματίες, είναι δυνατόν, αφενός μεν, να υποκύπτουν στους εκβιασμούς ενός δανειστή, στον οποίο, όπως ισχυρίζονται, τελικά το οφείλουν το ποσόν των 20.000 ευρώ και, αφετέρου, ότι δεν απαιτούσαν με την καταβολή των ποσών που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν, να μην απαιτούν την έκδοση απόδειξης και εν πάση περιπτώσει να μην ζητούν δικαστική προστασία έναντι του "τοκογλύφου". 4. Δεν είναι δυνατόν να ψεύδονται όλοι οι μάρτυρες, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα έχουν άμεση αντίληψη του τρόπου με τον οποίον συναλλάσσονταν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν ήταν οι άπραγοι και άδολοι επιχειρηματίες, φέρονται να έχουν "εξαπατήσει" και άλλα φυσικά πρόσωπα, στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων (βλ. ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα). 5.Υφίσταται, εξάλλου, αληθής συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της απάτης και της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, κατά τα ας την αρχή της παρούσης εκτεθέντα.
Από τα προεκτεθέντα, συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι ψευδώς και κατ' εξακολούθηση παρέστησαν στον εγκαλούντα τα ανωτέρω γεγονότα, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να τον παραπλανήσουν και να καρπωθούν, όπως και καρπώθηκαν παρανόμως το χρηματικό ποσόν των 275.000 ευρώ, σε μετρητά και από επιταγές, το ποσόν των οποίων κλήθηκε, να πληρώσει ο μηνυτής. Ο εγκαλών παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις και κατέβαλε στους κατηγορούμενους το ως άνω ποσόν, αν δε γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του καθώς και στην έκδοση των προαναφερθεισών επιταγών. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν έσφαλε και ορθώς αποφάνθηκε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, στο οποίο κατά τα λοιπά, αναφερόμεθα, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος των εκκαλούντων και τους παρέπεμψε στο αρμόδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), για να δικασθούν για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 εδ. στ, 26 παρ. 1σ, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1β,3β του ΠΚ).
Συνεπώς, οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ δεν συντρέχει λόγος διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανάκρισης ή αναστολής της παρούσης ποινικής διαδικασίας μέχρι πέρατος εκκρεμούσης πολιτικής δίκης (βλ. σχετικά αιτήματα των εκκαλούντων στο από 9-3-2007 υπόμνημά τους).
Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις τους, που άσκησαν κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν, ως υπαίτιοι απάτης κατ' εξακολούθηση, από κοινού και κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος πλέον των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε σ' αυτό την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο, επίσης τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρεται αναλυτικά και με λεπτομέρεια με ποιο τρόπο οι αναιρεσείοντες, δρώντες από κοινού, παρέστησαν ψευδώς στους εγκαλούντες και σε γνώση της αναληθείας, συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι διατηρούν ισχυρές γνωριμίες με πρόσωπα που μπορούν να επηρεάσουν τη ευνοϊκή γι' αυτούς εξέλιξη, της ανάθεσης σημαντικού αριθμού προκατασκευασμένων κατοικιών, προϋπολογισμού 32.000.000.000 δρχ, όπως, με την Δ1, υπεύθυνη κατά τον κρίσιμο χρόνο των Ολυμπιακών έργων, καθώς και με υπουργούς και με στελέχη του ΥΠΕΧΩΔΕ, χωρίς, όμως, αυτό να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να παραπειστεί στις ψευδείς διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων, και να τους καταβάλει σε μετρητά και σε επιταγές, το συνολικό ποσό των 259.400 ευρώ, διαβεβαιώνοντάς τον παράλληλα, προς εξασφάλισή του, με τη μεταβίβαση προς αυτόν, ποσοστού από 30% επί του συνόλου των μετοχών της εταιρείας των. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες, παρέπεισαν ψευδώς τον εγκαλούντα, ότι η εταιρεία τους βρισκόταν σε ικανοποιητική οικονομική κατάσταση, παρά την πρόσκαιρη ρευστότητα, που αυτή αντιμετώπιζε, ενώ, στην πραγματικότητα αυτή, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό στον εγκαλούντα, την εντύπωση, ότι οι αξιώσεις του δεν είναι επισφαλείς και ότι δεν διατρέχουν πλέον κανένα κίνδυνο. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται ο κοινός δόλος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι πέτυχαν, με τον τρόπο αυτό, οι ίδιοι μεν, παρανόμως, να επωφεληθούν το ως άνω ποσό των 259.400 ευρώ, ο δε εγκαλών να υποστεί περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη στο ως άνω χρηματικό ποσό. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με την, κατ' επίφαση, επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα, ότι έναντι του ως άνω ποσού που ισχυρίζεται ο εγκαλών, ότι τους κατέβαλε, αυτοί (αναιρεσείοντες), ισχυρίζονται, ότι, λόγω δανείου έλαβαν από τον εγκαλούντα το ποσό των 100.000 ευρώ, από το οποίο, του έχουν ήδη καταβάλει, το ποσό των 80.000 ευρώ, και ότι στην υπογραφή του, από ........, ιδιωτικού συμφωνητικού, που φέρει την υπογραφή του πρώτου των αναιρεσειόντων και αυτή, του εγκαλούντος, για τη μεταβίβαση στον τελευταίο του ποσοστού 30% του συνόλου των μετοχών, προέβη, κατόπιν εκβιαστικών ενεργειών του εγκαλούντος, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετική, περί τα πράγματα, ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι των αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και οι αιτήσεις στο σύνολό τους. Απορριπτομένων των αιτήσεων, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν, στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, από 23 Ιουλίου 2007 και με αριθμούς 1 και 2 αιτήσεις του Χ2 και Χ1για αναίρεση του υπ' αριθμό 1266/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα τους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2008 και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή