Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1977 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1977/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σπαλιάρα, για αναίρεση της με αριθμό 62394/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της με αριθμό 805/2001 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1898/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν.2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτό αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεώς αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, για τον οποίο απωλέστηκε η προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποιν. Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, όπως εκτιμάται, 62394/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η με αριθμό 476/15.1.2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 805/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του, και με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του νόμου περί επιταγών. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προέβαλε ότι ουδέποτε έλαβε κλήση από το δικαστήριο και ότι το πρώτον έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης στις 14.1.2008. Ως αιτιολογία, για την απόρριψη της παραπάνω έφεσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε, μετά από έγκληση που υπέβαλε η εταιρεία "... ΟΕ", από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, την οποία φέρεται να εξέδωσε τούτος ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην οδό ... εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το οποίο η υπόθεση εκδικάστηκε στη συνεδρίαση του της 8-1-2001. Η μόνη γνωστή διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επελήφθη της ασκήσεως ποινικής κατ' αυτού διώξεως και παρήγγειλε και επιμελήθηκε κάθε συναφούς, με την ποινική διαδικασία επιδόσεως, ήταν αυτή στην οδό ..., όπου και η έδρα της παραπάνω εταιρείας, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος εκδώσει την επίμαχη, εν προκειμένω, επιταγή, διεύθυνση η οποία προέκυπτε και από τη σφραγίδα αυτής της εταιρείας που είχε τεθεί στη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του σώματος της επίδικης επιταγής. Στη διεύθυνση αυτή επιχειρήθηκε να γίνει η προς αυτόν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά της παρά πόδας αυτού κλήσεως όπως εμφανισθεί στην κατά τα άνω δικάσιμο, πλην όμως το επιφορτισμένο με την επίδοση όργανο διαπίστωσε ότι ο εκκαλών -κατηγορούμενος απουσίαζε από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του και η διαμονή του ήταν πλέον άγνωστη, ενώ εκεί δεν ανευρέθη άλλο πρόσωπο εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η προς αυτόν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε κατά τους όρους της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, .... Τελικά, ο εκκαλών -κατηγορούμενος δικάσθηκε και καταδικάσθηκε ερήμην, στην παραπάνω δικάσιμο, με την υπ' αριθμ. 805/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, αφού ακολουθήθηκε η αυτή, ως άνω διαδικασία και για τους παραπάνω αναφερομένους λόγους, επιδόθηκε σε αυτόν στις ..., ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα .... Ο εκκαλών όμως άσκησε την ένδικη έφεση του κατά της προαναφερθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως εκπροθέσμως, πολύ πέραν της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας των τριάντα ημερών και δη σας 15-1-2008, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 476/15-1-2008 έκθεση εφέσεως, επικαλούμενος ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της εις βάρος του προκειμένης ποινικής δικογραφίας. Όμως, ο εκκαλών -κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι η επαγγελματική του κατοικία ήταν, κατά το χρόνο εκδόσεως των επιδίκων επιταγών, η προαναφερθείσα στην οδό ..., που ήταν και η μόνη γνωστή διεύθυνση του στην ασκήσασα την κατά τα άνω κατ' αυτού ποινική δίωξη, Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας -θυγατέρα του κατέθεσε ότι από το έτος 2002 μέχρι σήμερα ο εκκαλών κατοικεί στην οδό ... . Πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι τη διεύθυνση αυτή ο εκκαλών τη γνωστοποίησε νομίμως στις αρχές, έτσι ώστε να αναζητείται έκτοτε στη διεύθυνση αυτή για την επίδοση των προς αυτόν προοριζόμενων εγγράφων. Ειδικότερα, μολονότι ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε, υπό την ως άνω ιδιότητα του, εκδώσει ακάλυπτη επιταγή και ήταν εκ των πραγμάτων αναμενόμενη η εις βάρος του κίνηση ποινικής διώξεως, εν τούτοις, επί μακρά σειρά ετών, δεν γνωστοποίησε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην εγκαλούσα εταιρεία, ούτε και στην Τράπεζα, παρά της οποίας είχε ληφθεί το σώμα της επιταγής, αλλαγή στη διεύθυνση εργασίας του, αδιαφορώντας πλήρως, για τις συνέπειες της πράξεως του να εκδώσει ακάλυπτη επιταγή. Ενόψει τούτων, νομίμως επιδόθηκε σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής η εκκαλούμενη απόφαση, αφενός γιατί, ειδικότερα, δεν ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών άλλη διεύθυνση κατοικίας του, ή εργασίας του, πλην αυτής που προέκυπτε από το σώμα της επίδικης τραπεζική επιταγής και αφετέρου γιατί τα αρμόδια όργανα της επιδόσεως δεν μπορούσαν να τον ανεύρουν στη διεύθυνση αυτή, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της". Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως την απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφασης ο χρόνος της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, που είχε προσβληθεί με την έφεση, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή και ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω, σε σχέση με την προσβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα αμφισβήτηση της διεύθυνσης όπου φέρεται ότι είχε την έδρα της η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ..., της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο αναιρεσείων, στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή διαμονή του, καθώς και την ιδιότητά του ως άγνωστης διαμονής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς του αυτούς, με αιτιολογία επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει στην απόφασή του ότι η μόνη γνωστή πιο πάνω πάνω διεύθυνση προέκυπτε από τη σφραγίδα της εταιρείας που είχε τεθεί στη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του σώματος της επίδικης επιταγής, και, περαιτέρω, ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 8.1.2001 του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, κλητευθείς ως αγνώστου διαμονής στην προαναφερόμενη διεύθυνση, ενώ, τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνωστοποίησε νομίμως στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών τη νέα του διεύθυνση ..., έτσι ώστε να αναζητείται έκτοτε στη διεύθυνση αυτή για την επίδοση των προς αυτόν προοριζομένων εγγράφων.
Συνεπώς τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 120/17.11.2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 62394/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή