Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1732 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Δόλος.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Έννοια αυτών. Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί μέθης γιατί η μέθη αν είναι ανυπαίτια ασκεί επιρροή επί του καταλογισμού ενώ αν είναι υπαίτια ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση (αρθρ. 34, 36, 71, 123 ΠΚ). Η μέθη είναι υπαίτια όταν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη, ενώ ανυπαίτια όταν οφείλεται σε τυχηρό γεγονός ή σε ανώτερη βία. Η υπαίτια μη πλήρης μέθη δεν ασκεί επιρροή στον καταλογισμό. Η μέθη ως απότοκος χρονίου νοσήματος δεν είναι υπαίτια. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.





Αριθμός 1732/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Παπαζαφειροπούλου, περί αναιρέσεως της 79-83/2008 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρεται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1566/08.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 8/9/2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές ..., κατά της 79-83/ 2008 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα πέντε (15) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο), και ως δράστης μειωμένου καταλογισμού, ασκήθηκε νομότυπα με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) την 10/9/ 2008 κατά τη σχετική σημείωση επί του δικογράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και εμπρόθεσμα καθόσον η καταχώριση της απόφασης αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο της Γραμματείας του άνω ποινικού Δικαστηρίου έγινε στις 4/8/2008, ήτοι εντός είκοσι ημερών αφού η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων αναστέλλεται για το διάστημα του Αυγούστου (άρθρο 473 παρ. 2 και 4 ΚΠΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.Α.Π. 1716/1990). Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί μέθης του δράστη κατά το χρόνο της πράξεως γιατί η μέθη αν είναι ανυπαίτια ασκεί επιρροή επί του καταλογισμού ενώ αν είναι υπαίτια ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση (αρθρ. 34, 36, 71, 193 ΠΚ- ΑΠ 1599/1986). Η μέθη δεν είναι υπαίτια όταν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη, ενώ ανυπαίτια όταν οφείλεται σε τυχερό γεγονός ή σε ανώτερη βία (Ολ.ΑΠ 1198/1990, Ολ.ΑΠ 1716/1990). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στο ..., από το 1997 διέμενε στην Ελλάδα μαζί με στη σύζυγό του (θύμα), Ρωσικής καταγωγής. Αυτοί διέμεναν σε ένα παράπηγμα στο ..., αρχικά με τα παιδιά τους, ... και ..., 16 και 9 ετών αντίστοιχα, τα οποία όμως (παιδιά τους), λόγω της στενότητας του χώρου του παραπήγματος και των άθλιων οικονομικών συνθηκών, στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην οικία της μάμμης από τον πατέρα του κατηγορούμενου και απλώς έκτοτε επισκέπτοντο τους γονείς τους. Ότι ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του τα τελευταία πριν από το συμβάν χρόνια κατανάλωναν καθημερινά ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών, αιτία που δημιουργούνταν συχνά μεταξύ τους φραστικά επεισόδια με συνέπεια να επεμβαίνει η αστυνομία της περιοχής κατά την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ... μετά από τηλεφωνικές κλήσεις τρίτων. Στις 24/03/2005 και περί ώρα 18.00, ενώ ο κατηγορούμενος με τη σύζυγό του βρίσκονταν στην από λαμαρίνες περιφραγμένη σε τρεις πλευρές αυλή του παραπήγματος δημιουργήθηκε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους και αντηλλάγησαν υβριστικές λέξεις και φράσεις. Στη δημιουργία του επεισοδίου και κυρίως στην έκταση και την ένταση συνετέλεσε η κατανάλωση ποσότητας οινοπνευματώδους ποτού (ούζου). Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ο κατηγορούμενος έσπρωξε το κάθισμα που καθόταν η σύζυγός του με αποτέλεσμα η τελευταία να επιπέσει στο τσιμέντο της αυλής. Ακολούθως, αυτός, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κινήθηκε προς την πεσμένη στο έδαφος σύζυγό του και άρχισε να την χτυπάει βίαια με τα πόδια του στο δεξιό μέρος της κεφαλής της αλλά και σε άλλα μέρη του σώματός της. Η τελευταία, λόγω της θέσεως που ήταν (πεσμένη ακόμα στο έδαφος), της μέθης που τελούσε και των μικρότερων σωματικών δυνάμεων από τον κατηγορούμενο, δεν μπορούσε να αντιδράσει και να αμυνθεί στα συνεχιζόμενα με βιαιότητα και ένταση αλλεπάλληλα χτυπήματα με τα πόδια του κατηγορουμένου συζύγου της και το μόνο που κατόρθωσε ήταν να φωνάζει μερικές φορές "βοήθεια". Ο κατηγορούμενος αδιαφορώντας στις εκκλήσεις της για βοήθεια συνέχισε να την χτυπά με τα πόδια του επί δεκαπέντε τουλάχιστον λεπτά της ώρας χωρίς κανένα οίκτο στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της. Από τα χτυπήματα, κυρίως στη δεξιά κροταφική και ζυγωματική χώρα προκλήθηκε σε αυτή βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με συνέπεια να υποστεί οξύ πνευμονικό οίδημα, από το οποίο, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε αργότερα ο θάνατος της και δη το ίδιο βράδυ (βλ. την από 25/03/2005 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ...). Τις νυχτερινές ώρες ο κατηγορούμενος προσπάθησε να μεταφέρει τη σύζυγό του μέσα στο παράπηγμα αλλά δεν το κατόρθωσε και την άφησε όπως ήταν στο έδαφος σκεπάζοντας την απλώς με μία κουβέρτα χωρίς να αντιληφθεί λόγω της μέθης του, ότι η σύζυγος του ενδεχομένως να ήταν ακόμη στη ζωή, ότι είχε άμεση ανάγκη για νοσηλεία. Ο ίδιος εισήλθε στο παράπηγμα και κοιμήθηκε. Το πρωί της επομένης ημέρας βρήκε τη σύζυγό του στο ίδιο σημείο που την άφησε μελανιασμένη και με αίματα στο κεφάλι και τότε προφανώς συνειδητοποίησε ότι ήταν πλέον νεκρή. Τη μετέφερε στο κρεβάτι και τη σκέπασε με κουβέρτες. Ακολούθως έπλυνε τις παντούφλες του από τα αίματα όπως και τα ρούχα του θύματος τα οποία προηγουμένως είχε αφαιρέσει. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (25/03/2005) επισκέφθηκε το παράπηγμά του ο ..., με τον οποίο κατανάλωσαν μέχρι την 15.00 ώρα περίπου μεγάλες ποσότητες τσίπουρου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του ..., η θυγατέρα τους επισκέφθηκε τον πατέρα της που καθόταν έξω στην αυλή και τον ρώτησε για τη μητέρα της και της είπε ότι κοιμάται. Επειδή όμως η θυγατέρα τους ... αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη μητέρα της ενώ απομακρύνθηκε προς στιγμή από το παράπηγμα επανήλθε στη συνέχεια και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρή. Ακόμη και ο επισκέπτης ... που είχε προηγουμένως αποχωρήσει από το παράπηγμα, επειδή είχε υπόνοιες για την κατάσταση της θανούσας επανήλθε στο παράπηγμα μαζί με τον ... και διαπίστωσαν τον κατηγορούμενο να κοιμάται πάνω από το σώμα της νεκρής συζύγου του και ακολούθως ειδοποίησαν την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος στη αυτεπάγγελτη προανάκριση (αστυνομική) παραδέχτηκε την πράξη του και συγκεκριμένα ότι έσπρωξε την καρέκλα και έπεσε επί του εδάφους και ότι στη συνέχεια την χτύπησε στο κεφάλι και στην κοιλιακή χώρα. Αλλά και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου παραδέχτηκε ότι χτύπησε τη γυναίκα του αλλά απλά ισχυρίζεται ότι δεν ενθυμείται πόσο τη χτύπησε. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, από το είδος των τραυμάτων που προξένησε στο θύμα και ιδιαίτερα στο κεφάλι προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, χωρίς να επιδιώκει άμεσα το θάνατο της συζύγου του, γνώριζε ότι με τα παραπάνω χτυπήματα που της προξένησε ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος της και αποδέχτηκε αυτό. Επομένως υπό τις παραπάνω συνθήκες η απορρέουσα από κατά τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οδηγεί στην πλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο όμως δόλο κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, επιβαλλόμενο από το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης. Περαιτέρω όμως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά της τέλεση της πράξης αυτής βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό λόγω αναίτιας μέθης κατ' άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ. Στην ένδικη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από χρόνιο αλκοολισμό τουλάχιστον κατά τα τελευταία δύο έτη και κατά τον πιο πάνω χρόνο που διέπραξε την προπεριγραφείσα πράξη, τελούσε σε κατάσταση μέθης η οποία τον είχε οδηγήσει σε μερική διατάραξη της συνείδησης και των πνευματικών του λειτουργιών, εξαιτίας της οποίας κατάστασης, ναι μεν δεν είχε εκλείψει εντελώς η ικανότητά του προς καταλογισμό της παραπάνω πράξης, ήτοι η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο αυτής για να τύχει εφαρμογής έτσι η διάταξη του άρθρου 34 ΠΚ και εν συνεχεία η διάταξη του άρθρου 193 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, μειώθηκε όμως αυτή σημαντικά και για το λόγο αυτό πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ελαττωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Και ναι μεν σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ... έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του τμήματος χημικών εξετάσεων της Δ/νσης Εγκλημ/κών Ερευνών Β. Ελλάδος, ανιχνεύθηκε περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα να είναι 4,46%ο που οδηγεί σε πλήρη μέθη, πλην όμως κατά τα σαφώς ως άνω αποδεικνυόμενα ο κατηγορούμενος μετά την πράξη του και από ώρα 11.00 έως και 14.30 της επόμενης ημέρας της πράξης (25/03/2005) κατανάλωσε μαζί με τον ... αρκετή ποσότητα τσίπουρου και ούζου. Μάλιστα δε σύμφωνα με την από 25/03/2005 έκθεση αυτοψίας του αστυνόμου Β' ... βρέθηκε στον αύλειο χώρο του παραπήγματος ένα γυάλινο μπουκάλι ούζου. Επομένως το ανιχνευθέν πολύ μεγάλο ως άνω ποσοστό οφείλεται στην πολύ μεγάλη χρήση τσίπουρου και ούζου που έλαβε ο κατηγορούμενος την επόμενη ημέρα (μετά την πράξη του) κατά την οποίαν έγινε και η εξέταση. Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός για πλήρη μέθη κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τέλος, ναι μεν σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 36 ΠΚ η υπαίτια μη πλήρης μέθη δεν ασκεί ουδεμία επίδραση στον καταλογισμό του δράστη, πλην όμως στην περίπτωση αυτή πρόκειται περί της συνήθους της κανονικής μέθης ενός υγιούς ανθρώπου, ήτοι της μέθης η οποία δεν είναι απότοκος ψυχικού νοσήματος ή δεν έχει οδηγήσει σε ψυχικό νόσημα, διότι τότε πρόκειται για ψυχικά ανώμαλο άτομο, δηλαδή άτομο που πάσχει από χρόνιο αλκοολισμό, όπως εν προκειμένω ήταν ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, η μέθη του οποίου ως απότοκος του χρόνιου νοσήματος από το οποίο έπασχε και ακριβώς λόγω τούτου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπαίτια, πράγμα που θα οδηγούσε στον αποκλεισμό της εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 36 ΠΚ αλλά ως ανυπαίτια οφειλομένη σε ανώτερη βία που συνίσταται στο εν λόγω χρόνιο νόσημα του. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Μ.Ο.Ε. διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση από δράστη μειωμένου καταλογισμού λόγω ανυπαίτιας μέθης με αλκοόλ, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίου έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ.1 και 36 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην αιτιολογία διαλαμβάνονται τα γεγονότα εκείνα, με βάση τα οποία το άνω Δικαστήριο έκρινε τον αναιρεσείοντα ως δράστη μειωμένου καταλογισμού, αφού δέχθηκε, ότι συνεπεία της μέθης του είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του προς καταλογισμό αλλά δεν είχε εκλείψει εντελώς, η δε μέθη του οφείλεται σε ανωτέρα βία ως απότοκος του χρόνιου αλκοολισμού του και συνεπώς ορθώς την έκρινε ως ανυπαίτια και τον οδήγησε σε μερική διατάραξη της συνειδήσεως και των πνευματικών λειτουργιών του κατά τον άνω χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, ενώ περαιτέρω διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι τέλεσε το έγκλημα αυτό σε πλήρη μέθη η οποία, τον είχε καταστήσει κατά το χρόνο της πράξεως ανίκανο να αντιληφθεί το άδικο αυτής ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Ειδικότερα, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του αυτό περί πλήρους μέθης, που είχε ως συνέπεια την ανικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του κατά το χρόνο τέλεσης της, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε πλήρη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του αφού δέχτηκε ότι, ναι μεν την επόμενη του εγκλήματος ημέρα (25/03/2005) ανιχνεύτηκε περιεκτικότητα στο αίμα του σε ποσοστό 4,46%ο, γεγονός που καταδεικνύει πλήρη μέθη, πλην τούτου οφείλεται στο ότι μετά την πράξη του και δη από τις 11.00 έως και της 14.30 ώρας της επομένης ημέρας (25/03/2005) ο αναιρεσείων κατανάλωσε με άλλον (...) αρκετή ποσότητα τσίπουρου και ούζου στην αυλή του παραπήγματος, που τέλεσε το άνω έγκλημα, όπου μάλιστα κατά την αυτοψία του αστυνόμου ..., που έγινε την 25/03/2005 μετά την κατανάλωση του ούζου από τους δύο (αναιρεσείοντα-...) βρέθηκε στο χώρο της αυλής αυτής γυάλινο μπουκάλι ούζου, που αυτοί είχαν καταναλώσει, μετά δηλαδή από το χρόνο του εγκλήματος (24/03/2005). Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις, ότι ο κατηγορούμενος κατά την ημέρα του εγκλήματος είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ούζου και δεν τελούσε κατά το χρόνο του εγκλήματος σε κατάσταση μερικής αλλά πλήρους μέθης γι' αυτό και δε μπόρεσε να μεταφέρει τη σύζυγό του από την αυλή εντός του παραπήγματος, ενώ αν είχε αντιληφθεί την πραγματική κατάσταση θα την είχε μεταφέρει αμέσως προς νοσηλεία, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08-09-2008 αίτηση του Χ για την αναίρεση της 79-83/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ