Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2225 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Απορρίπτεται η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου, για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2225/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Δήμα, περί αναιρέσεως της 5558/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1526/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ1 αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 5558/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος -κατηγορούμενου, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, κατά της 18336/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας), σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική. Από τη σχετική 3352/4-5-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλλει δια του συνηγόρου του, ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, μολονότι αυτός είχε, από του έτους 2002 γνωστή διαμονή, επί της οδού ... στον ... και δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου που του κοινοποιήθηκε στην οδό ..., όπου διέμενε εκεί μέχρι το έτος 2002 και είναι η κατοικία του πατέρα του, ο οποίος το περισσότερο χρονικό διάστημα ζει στην .... Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και από το γεγονός τούτο μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεση του αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει καθ1 οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως και περιορίζεται στην αόριστη αναφορά ότι δεν συνέτρεχε λόγος να γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία την αλλαγή διευθύνσεως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 5558/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ1 είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, η οποία έχει αριθμό 18.336/14.3.2006. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 11.4.2007, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα ... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 4.5.2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Περαιτέρω, από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, δεν αποδείχθηκε ότι εσφαλμένως επιδόθηκε με θυροκόλληση στις 11.4.2007 η εκκαλούμενη απόφαση στην οδό ... στον ..., όπου η πατρική οικία του κατηγορουμένου και στην οποία κατά τους ισχυρισμούς του και ο ίδιος διέμενε μέχρι το έτος 2002, αντί της οδού ... στον ..., αφού η ανωτέρω διεύθυνση (...) όπου μέχρι σήμερα εξακολουθεί να διαμένει ο πατέρας του κατηγορουμένου, ήταν η μοναδική διεύθυνση, η οποία ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση αρχή, κατά τον χρόνο της επιδόσεως, προέκυπτε δε από την σφραγίδα του ιδίου του κατηγορουμένου, υπό την υπογραφή του στο από 31.5.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό έργου, μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος, που αναγνώσθηκε, η δε απουσία του πατέρα του κατηγορουμένου σε διακοπές στην ... δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας (σχετ. Α.Π. 110/04 ΠΧρ. ΝΔ' 875).
Συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε τη ν έφεση, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα έξοδα (άρθρο 476 ΚΠΔ). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση ως εκπρόθεσμη, περιέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τους δύο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Αν και δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής ή τους λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, αφού ο ισχυρισμός του εκκαλούντος με την έφεση του, για γνωστή στις Αρχές διαμονή του, χωρίς όμως αναφορά ότι αυτός είχε δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, στην αναφερόμενη διεύθυνση της κατοικίας του, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος, στον ισχυρισμό δε αυτό, δεν διαλαμβανόταν όπως αναφέρθηκε και επίκληση λόγων ανωτέρας βίας, αλλ' απλώς ότι ο πατέρας του δεν μπόρεσε να παραλάβει την επιδοθείσα απόφαση λόγω απουσίας του στην ..., γεγονός που δεν αποτελεί ανώτερη βία, ώστε να είναι αναγκαία η αιτιολογία και επί του ζητήματος αυτού, εν τούτοις το Δικαστήριο αιτιολογημένα απάντησε και επ' αυτών. Η αιτίαση του κατηγορουμένου, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην ως άνω κρίση λαμβάνοντας μόνον ορισμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το αναφερόμενο συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος και όχι όλα όσα εκείνος προσκόμισε είναι αβάσιμη, αφού το Εφετείο αναφέρεται σε όλα τα αποδεικτικά μέσα ήτοι στα αναγραφόμενα στα πρακτικά έγγραφα και στην εξέταση του μάρτυρος, η δε ειδική αναφορά στο ως άνω συμφωνητικό δε σημαίνει, σύμφωνα με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Περαιτέρω και η αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι δεν περιγράφεται επαρκώς στο αιτιολογικό ο τρόπος της επιδόσεως με ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού επιδόσεως είναι αβάσιμη, αφού όπως προαναφέρεται στο αιτιολογικό περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για το έγκυρο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως (ο αριθμός της αποφάσεως, ο χρόνος της επιδόσεως, το αποδεικτικό επιδόσεως και το όργανο που επέδωσε την απόφαση). Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν εκτίμησε το Δικαστήριο ορθώς τα αποδεικτικά μέσα είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται έτσι η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17ης Μαΐου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 5558/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή