Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2278 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Πολιτική αγωγή.




Περίληψη:
Πλαστογραφία εγγράφου και χρήση πλαστού εγγράφου. Δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή και έγινε χρήση του πλαστού εγγράφου. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την παράστασή του. Γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διενεργηθείσα κατά τα άρθρα 183 επ. ΚΠΔ και ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που είναι απλό έγγραφο και εκτιμάται ελεύθερα. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 2278/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, περί αναιρέσεως της 1103/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 653.2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη 1103/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπώντας την εταιρία με την επωνυμία " Χ1, Ανώνυμη Μεταλλευτική- Εμπορική- Βιομηχανική και Ναυτιλιακή Εταιρία" και η μηνύτρια Ψ1 ως Πρόεδρος της εταιρίας με την επωνυμία " ΙΝΤΕR-ΜΙΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΑΕ", συμφώνησαν η πρώτη εταιρία και ο κατηγορούμενος να αναλάβει την εξόρρυξη μεταλλεύματος από το μεταλλείο του .... (περιοχής ....) έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής και να το μεταφέρουν στη ...και συγκεκριμένα στην πλατεία του εκεί ευρισκομένου εργοστασίου παραγωγής συμπυκνώματος μολύβδου και ψευδαργύρου. Την σχετική συμφωνία ανέλαβε ο κατηγορούμενος να την αποτυπώσει εγγράφως, πράγμα το οποίο και έπραξε. Έτσι η μηνύτρια πρώτη στο από 29/10/1996 ιδιωτικό συμφωνητικό έθεσε ως συμβαλλόμενη (εκπροσωπώντας την ως άνω εταιρία) και ως εγγυήτρια την υπογραφή της επί του ως άνω συμφωνητικού και αυτή συνέχεια από την ...το απέστειλε μέσω κούριερ στην ....(έδρα της πρώτης εταιρίας) προκειμένου να υπογραφεί από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του εκπροσώπου της τελευταίας. Και ενώ η σύμβαση άρχισε να λειτουργεί (εκτελείται) ο κατηγορούμενος δεν απέστειλε στην μηνύτρια το ως άνω συμφωνητικό υπογεγραμμένο, ως μεταξύ τους είχε συμφωνηθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, σε δίκες που ανοίχθηκαν με την μηνύτρια με αφορμή την ως άνω σύμβαση, και συγκεκριμένα στις 30/5/2002 ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 49764/2002 απόφασή του, στις 19/7/2002 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 191/2002 απόφαση του και στις 29/5/2003 στο ίδιο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την 7202/2003 απόφαση του, προσκόμισε και χρησιμοποίησε το από 29/10/1996 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, ως αναφερόμενο δήθεν στην προμνησθείσα σύμβαση που οι ως άνω κατήρτισαν, ως υπογραφόμενο από την μηνύτρια, στο οποίο ο κατηγορούμενος είχε προσθέσει ή αφαιρέσει μέρος των συμφωνηθέντων με την μηνύτρια, τα οποία περιλαμβάνοντο στο υπογραφέν ως άνω μόνον από την μηνύτρια από 29/10/1996 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα, στο ως άνω προσκομισθέν στα δικαστήρια ιδιωτικό συμφωνητικό από τον κατηγορούμενο με ημερομηνία επίσης 29/10/1996, πρόσθεσε την φράση "100-150 μέτρα", που δεν υπάρχει στο γνήσιο συμφωνητικό, αφαίρεσε την φράση "και πάντοτε ανάλογα με την δυναμικότητα του εργοστασίου εις την επεξεργασία του μεταλλεύματος", που υπήρχε στο γνήσιο και έθεσε την φράση "εντός τριμήνου", διέγραψε τη λέξη "μεταλλεύματος", που υπήρχε στο γνήσιο συμφωνητικό και έθεσε την φράση "συμπυκνώματος (CONCENTRATE)", αφαίρεσε από το γνήσιο τη λέξη "υποχρεούνται" και πρόσθεσε την φράση "εξαιρουμένης ανωτέρας βίας και καιρικών συνθηκών", πρόσθεσε παράγραφο που αναφέρει ότι "εάν οι εργασίες σταματήσουν υπαιτιότητα της INTER- MIN προ της εξορύξεως και της μεταφοράς 10.000 κυβικών μέτρων ο κ. Χ1 έχει το δικαίωμα να εισπράξει επιταγές των 15.000.000 ως αποζημίωση", η οποία παράγραφος δεν υπήρχε στο γνήσιο συμφωνητικό, και τέλος ο κατηγορούμενος κάτω από την ένδειξη "οι συμβαλλόμενοι" και η "εγγυήτρια" έθεσε αυθαίρετα, χωρίς την συναίνεση ή την έγκριση της μηνύτριας την υπογραφή της. Σκοπός δε του κατηγορουμένου με την αυθαίρετη και χωρίς την συναίνεση ή έγκριση της μηνύτριας πρόσθεση και αφαίρεση των προαναφερομένων φράσεων, στο ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί από την μηνύτρια- κατά τα συμφωνηθέντα- ήταν να παραπλανήσει τα δικαστήρια στα οποία αυτό "συμφωνητικό" προσκομίσθηκε και χρησιμοποιήθηκε για το ότι αυτό ήταν το γνήσιο και που διαλάμβανε τα πράγματι μεταξύ τους συμφωνηθέντα και όχι εκείνο που δεν περιείχε τις προαναφερθείσες προσθήκες και απαλείψεις. Περί της πλαστότητας δε του ως άνω συμφωνητικού που ο κατηγορούμενος ως άνω έκανε χρήση αυτού, ρητώς απεφάνθη και ο γραφολόγος- πραγματογνώμονας Γ1, ο οποίος διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου ότι οι ως άνω προσθήκες, απαλείψεις και υπογραφές της μηνύτριας έγιναν από τον πατέρα της μετά από συνεννόηση, είναι απορριπτέος ως παντελώς αβάσιμος. Οι ως άνω επεμβάσεις στο συμφωνητικό που η μηνύτρια είχε υπογράψει και απέστειλε στον κατηγορούμενο για υπογραφή, ήσαν λίαν επαχθείς γι' αυτή, και αντιστοίχως ήταν επωφελείς για τον κατηγορούμενο, και αντιβαίνει στη στοιχειώδη λογική ο πατέρας της μηνύτριας, επιστήμων (καθηγητής ΑΕΙ) και με άριστες σχέσεις με αυτή, να προβαίνει σε ρυθμίσεις καταστρεπτικές των οικονομικών και όχι μόνον συμφερόντων της θυγατέρας του. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου(άρθρο 216 παρ. 2 του ΠΚ). Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν οι επί μέρους παραδοχές της απόφασης, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, ήτοι αυτή του άρθρου 216 παρ.2 του ΠΚ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, και που συνίστανται ειδικότερα στο ότι αυτή στηρίχθηκε μόνο στην γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Γ1, την οποία μάλιστα, όπως ισχυρίζεται, δέχθηκε αποσπασματικά, δεν έλαβε δε υπόψη της τις άλλες δύο πραγματογνωμοσύνες που έγιναν από τους γραφολόγους Γ3 και την Γ2, που επισημαίνουν, όπως διατείνεται, ότι πρόκειται για πλαστό μεν συμφωνητικό, αλλά δεν αποδίδουν την πλαστότητα των υπογραφών στον κατηγορούμενο, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Και τούτο διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας- υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει ειδικότερα τι προέκυψε από το καθένα), έλαβε δε υπόψη του, όχι μόνο την πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού γραφολόγου Γ1 (την οποία ρητά εξαίρει ,γιατί έδωσε σε αυτή ιδιαίτερη βαρύτητα, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διενεργηθείσα κατά τα άρθρα 183 επ. του ΚΠΔ,) αλλά και τα άλλα έγγραφα τα οποία ανέγνωσε, μεταξύ δε αυτών και τις εκθέσεις γραφολογικής εξέτασης των δικαστικών γραφολόγων Γ2 και Γ3 που διενεργήθηκαν κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, οι οποίες σημειωτέον δεν φέρουν τον χαρακτήρα πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 επ. του ΚΠΔ, και είναι απλά έγγραφα που εκτιμώνται ελεύθερα, και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέχετο το συμπέρασμά τους, ούτε να αιτιολογήσει γιατί δεν εξαίρονται. Ρητά δε η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι "περί της πλαστότητας" του ιδιωτικού συμφωνητικού απεφάνθη και ο πραγματογνώμων Γ1 και όχι ποιος έκανε αυτή (πλαστογραφία). Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κηρύχθηκε ένοχος για χρήση πλαστού εγγράφου (άρθρο 216 παρ.2 του ΠΚ), και όχι για πλαστογραφία μετά χρήσεως, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην πρώτη σελίδα της προσβαλλομένης απόφασης στη στήλη όπου χαρακτηρίζεται η πράξη.
Κατά την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλομένη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής.
Κατά τα άρθρα 63 και 64 του ΚΠΔ η πολιτική αγωγή μπορεί να ασκηθεί στο Ποινικό Δικαστήριο από τον δικαιούμενο σε αποζημίωση κατά τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή από τον ζημιωθέντα αμέσως από το έγκλημα, σύμφωνα με το άρθρο 914 επ. του Α.Κ., δυνάμενο να ζητήσει επίσης, εκτός από αποζημίωση, και χρηματική ικανοποίηση, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. Επί της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστού εγγράφου αμέσως ζημιωθείς είναι και αυτός που πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του και έγινε χρήση του πλαστού εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε στην μηνύτρια Φ1 που παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα για την εις βάρος της διαπραχθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου (και όχι της πλαστογραφίας, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση) χρηματική ικανοποίηση 40 ευρώ, σε βάρος του κατηγορουμένου, κατά παραδοχή της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά τούτου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Προς τούτο νομιμοποιείτο η πολιτικώς ενάγουσα ως αμέσως παθούσα από την ως άνω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου σε βάρος της και δεν ήταν παράνομη η παράστασή της στη διαδικασία του ακροατηρίου για να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Α' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/3/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1103/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή