Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1500 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Κατοχή, μεταφορά και πώληση ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής, κατ' επάγγελμα. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 περ. δ΄ και ε΄ (ειλικρινούς μετάνοιας και καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς) καθώς και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 21 § 1 του Ν. 2331/95 (άρθρο 31 § 11 ΚΝΝ), της ολοκλήρωσης θεραπευτικού προγράμματος για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Η απόρριψη αυτών από το Δικαστήριο της ουσίας χρειάζεται ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απόρριψη λόγων αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή όσο και για τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1500/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη, για αναίρεση της 1893-1894/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 223/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1893-1894/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, ενεργώντας από κοινού με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Ψ, κηρύχθηκε ένοχος, κατοχής-μεταφοράς-πώλησης ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή κατ'επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Οι κατηγορούμενοι οι οποίοι κατά τον παρακάτω αναφερθησόμενο χρόνο ήσαν τοξικομανείς κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, αφού είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσαν να αποβάλουν αυτή με τις δικές τους δυνάμεις, στη ... και στην περιοχή του ..., στις 3.2.2006, από κοινού και μετά από συναπόφαση ενεργούντες με περισσότερες πράξεις ετέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και δη: Α)Στη ....και στην περιοχή του ... ενεργώντας από κοινού κατείχαν ποσότητα ηρωϊνης συνολικού βάρους 272 γραμμαρίων την οποία εφύλασαν στην μισθωμένη από τον πρώτο από αυτούς (Χ) οικία που βρίσκεται στη ... και την οποία είχαν από κοινού στη φυσική εξουσίασή τους ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή της και να διαθέτουν πραγματικά κατά τη θέλησή τους, και στη συνέχεια μετέφεραν με το με αριθμό κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εξ αυτών από τη ...στην περιοχή του ... με σκοπό να πωλήσουν αυτή σε ναρκομανείς της περιοχής έχοντας εφοδιαστεί προς τούτο με ηλεκτρονική ζυγαριά την οποία είχαν τοποθετήσει μαζί με την ως άνω ναρκωτική ουσία εντός νάϋλον σακκούλας, β)Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο από κοινού ενεργούντες μετέφεραν οδικώς από τη ... του ... στην περιοχή του ...την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης συνολικού βάρους 272 γραμμαρίων χρησιμοποιήσαντες προς τούτο το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής VOLVO του πρώτου κατηγορουμένου, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και στο οποίο συνεπέβαινε ο δεύτερος κατηγορούμενος Ψ. Και Γ) Στη διασταύρωση των οδών ... κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (3.2.2006) ο πρώτος κατηγορούμενος και ενώ επέβαινε στο ως άνω αυτοκίνητό του στο οποίο συνεπέβαινε ο δεύτερος κατηγορούμενος, επώλησε στον Δ ένα μικρόδεμα ηρωϊνης βάρους 0,5 γραμμαρίου αντί του ποσού των 30 ευρώ, η κατά τα άνω δε πωληθείσα ποσότητα προήρχετο από την μεγαλύτερη ως άνω ποσότητα των 272 γραμμαρίων ηρωΐνης. Οι παραπάνω πράξεις κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας.
Από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ως άνω πράξεως τους και δη τη χρησιμοποίηση αυτοκινήτου προς υλοποίηση των πωλήσεων ώστε να μη είναι ευχερής ο εντοπισμός τους να διευκολύνεται η μετάβασή τους σε τόπους πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών (... κλπ), την κατοχή και χρήση υπ'αυτών ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας προκειμένου να ζυγίζουν επί τόπου την πωλουμένη ποσότητα ναρκωτικών, την κατοχή υπ'αυτών μεγάλης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας κλπ., προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι των ως άνω πράξεών τους, ως κατ'επάγγελμα τελέσαντες αυτές. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους ελαφρυντικών περιστάσεων ειλικρινούς μετάνοιας και μετέπειτα καλής συμπεριφοράς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ'ουσία αφού δεν προέκυψαν περιστατικά που να θεμελιώνουν ειλικρινή μετάνοια η δε επικαλούμενη καλή συμπεριφορά τους δεν επιδείχθη σε καθεστώς ελευθερίας τους." Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο μαζί με τον άνω μη διάδικο, κήρυξε ένοχο ως τοξικομανή και τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της μεταφοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τελέσεως αυτών και ειδικότερα, του ότι: "Όντας τοξικομανείς κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 Ν.1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, 1)Στη ..., την 3-2-2006, ενεργώντας από κοινού, κατείχαν ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1,3 του Ν. 1729/1987), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας από κοινού, τη φυσική εξουσίαση, ώστε καθένας από αυτούς ενεργώντας για λογαριασμό και του άλλου, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούληση τους να διαθέτει πραγματικά, κατείχαν α) ένα (1) μικροδέμα ηρωίνης βάρους (0,5) γραμμαρίου, που πώλησε ο 1ος κατηγορούμενος, Χ, κατά τα κάτωθι εκτιθέμενα προς τον Δ και β) δύο (2) δέματα ηρωίνης, βάρους (216) και (55,5) γραμμαρίων αντίστοιχα,- ήτοι ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους (271,5) γραμμαρίων, που απέκρυπταν εντός του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου εξ αυτών Χ.
2)Την 3-2-2006, ενεργώντας από κοινού, με χρήση χερσαίου οχήματος, μετέφεραν οδικώς εντός της Ελληνικής επικράτειας, ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1,3 του Ν. 1729/1987), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, κατά το προαναφερόμενο χρόνο, ενεργώντας από κοινού και χρησιμοποιώντας το υπ' αρ. ... ΙΧΕ όχημα του πρώτου εξ αυτών Χ, μετέφεραν οδικώς προς πώληση από την χρησιμοποιούμενη ως χώρο αποθήκευσης ναρκωτικών κατοικία του ανωτέρω κατηγορουμένου στη ... στην περιοχή του ... α)ένα (1) μικροδέμα ηρωίνης βάρους (0,5) γραμμαρίου και β)δύο (2) δέματα ηρωίνης συνολικού βάρους (271,5) γραμμαρίων.
3)Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, στη ..., την 3-2-2006, πώλησε ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1,3 του Ν. 1729/1987), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α'περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, και ενώ επέβαινε στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ όχημα ιδιοκτησίας του συνάντησε στη συμβολή των οδών ... τον Δ, προς τον οποίο πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε ένα (1) μικροδέμα ηρωίνης βάρους (0,5) γραμμαρίου, αντί τιμήματος τριάντα (30,00) ευρώ.
Στις ανωτέρω δε πράξεις της κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ και κατοχής και μεταφοράς, για τις οποίες κατηγορείται ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ψ, προέβησαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης· τέλεσης των συγκεκριμένων εγκλημάτων προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από τη διάπραξη αυτών. ενόψει της μεγάλης ποσότητας ηρωίνης, ιδιαίτερα σημαντικής αξίας, την οποία με χαρακτηριστική ευχέρεια προμηθεύτηκαν υπό συνθήκες οργάνωσης, προπαρασκευής και ετοιμότητας που μαρτυρούν την εμπλοκή τους σε ευρύτερο κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, αποθήκευαν δε σε ειδικώς προς τούτο μισθωμένη οικία, όπου σε συνεργασία μεταξύ τους μετέφεραν αδίστακτα σε επιλεγμένες περιοχές συνεύρεσης τοξικομανών και, αφού με τη χρήση ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας που βρέθηκε στην κατοχή τους κατένειμαν μεθοδικά σε επιμέρους μικροδέματα, πωλούσε συστηματικά σε τρίτους, ο πρώτος κατηγορούμενος, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι παραπάνω πράξεις κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, του πρώτου κατηγορούμενου, Χ και κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, του δεύτερου κατηγορουμένου, Ψ, που τελέσθηκαν με τους παραπάνω περιγραφόμενους τρόπους αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 79 ΠΚ και 4 παρ.1 , 3 πιν.Α', αρ.5 παρ.1 στοιχ.β', ζ, 2,8, 13 παρ.1 Ν.1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1893-1894/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Σ1, 2)Σ2, 3)Δ, καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως: 1)Ε1 και 2)Ε2.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των εκ μέρους του προβληθέντων από το συνήγορο του και καταχωρηθέντων στα πρακτικά της δίκης, αυτοτελών ισχυρισμών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 84 παρ.2 περ.δ' ΠΚ (ειλικρινής μετάνοια) και 84 παρ.2 περ.ε'(του αυτού Κώδικα) δηλαδή της επίδειξης καλής διαγωγής μετά την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη, καθώς και της, ως ελαφρυντικής περίστασης, προβλεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Ν.2331/1995 (αρθρ.31 παρ.11 ΚΝΝ) κατά την επιμέτρηση της ποινής, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του εγκεκριμένου, σύμφωνα με το νόμο, θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης. Σημειώνεται ότι κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία δ και ε, ήτοι ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ.δ'), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ.ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεως του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Επίσης, από τη διάταξη της παρ.11 του αρθρ.31 του ΚΝΝ, με την οποία ορίζεται ότι "η επιτυχής ολοκλήρωση το εγκεκριμένου, σύμφωνα με το νόμο, θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης, αναγνωρίζεται ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής", προκύπτει ότι η επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης μπορεί να αναγνωριστεί ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1822/1997). Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ' και ε'του ΠΚ (ειλικρινούς μετάνοιας και επίδειξης μετά την πράξη του καλής διαγωγής), κατ'εκτίμηση δε από το Δικαστήριο αυτό, και της ελαφρυντικής περίστασης από το άρθρο 21 παρ.1 του Ν.2331/95 (αρθρ.31 παρ.11 του ΚΝΝ), της ολοκλήρωσης θεραπευτικού προγράμματος για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψαν περιστατικά που να θεμελιώνουν ειλικρινή μετάνοια η δε επικαλούμενη καλή συμπεριφορά του , δεν επιδείχθηκε σε καθεστώς ελευθερίας του. Η αιτιολογία αυτή είναι η δέουσα, διότι αφενός ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ', δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, που την θεμελιώνουν, αφετέρου ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιπτώσεως του αρθρ.84 παρ.2 περ.ε', πρέπει για την παραδοχή της η καλή διαγωγή να είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού σε καθεστώς φυλάκισης. Περαιτέρω, αναγνώριση του ελαφρυντικού του αρθρ.21 Ν.2331/95 προς μείωση της ποινής, αφενός για το Δικαστήριο είναι δυνητική, αφετέρου προϋποθέτει ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος και όχι μόνο παρακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αίτησή του ισχυρίζεται. Και 2)ότι δεν υπάρχει στη προβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων που καταδικάστηκε, αφού κατά τα άνω εκτεθέντα στο σκεπτικό της αποφάσεως γίνεται λεπτομερής περιγραφή των συντρεχόντων για την επιβαρυντική αυτή περίσταση, περιστατικών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, όσο και ως προς την απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών του, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2010 (υπ'αριθμ.πρωτ.540/26-1-10 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1893-1894/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ