Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1191 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.




Περίληψη:
Θανατηφόρα σωματική βλάβη (άρθρο 311 ΠΚ). Καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απορρίπτονται οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως διότι αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα δελτία αδικημάτων συμβάντων του Α.Τ. και εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το βασικό έγκλημα της σωματικής βλάβης από πρόθεση του αναιρεσείοντος και οι θλάσεις και τα αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου που υπέστη από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που τον ώθησε βίαια και έπεσε στο οδόστρωμα και προκάλεσε τον τραυματισμό του και από αυτές τις σωματικές κακώσεις ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε, μετά πάροδο έξι ημερών από τον τραυματισμό του, ο θάνατος του θύματος. Επίσης αιτιολογείται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος για την επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος. Αιτιολογημένη υπό τα γενόμενα δεκτά ότι αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα περιστατικά. Απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν ήθελε να προκαλέσει σωματική βλάβη στον παθόντα και ότι ο θάνατος του θύματος οφείλεται σε αμέλεια του δράστη με συνέπεια να έπρεπε να ερευνηθεί αν τελέστηκε ανθρωποκτονία από αμέλεια. Οι δε αιτιάσεις του κατηγορουμένου για το ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά κατ' επιλογή ορισμένα μόνον από αυτά και για διαφορετική αξιολόγηση όσων κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες και αυτών που προέκυπταν από ορισμένα από τα δελτία αδικημάτων και συμβάντων πλήττουν την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η εσφαλμένη ενδεχομένως εκτίμηση των οποίων δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως. Δεν εχώρησε εξάλλου απόλυτη ακυρότητα διότι εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση η ανάγνωση προσδιοριζομένων χωρίς αμφιβολία ως προς την ταυτότητά των εγγράφων και επισκόπηση των φωτογραφιών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις για το περιεχόμενό τους κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1191/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 75-76/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ χήρα Ζ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαχρήστο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 29/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 311 ΠΚ, αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε τη βαρειά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη". Το έγκλημα αυτό χαρακτηρίζεται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος, αφού για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτού, απαιτείται η πρόθεση του δράστη να επιφέρει στο θύμα σωματική ή διανοητική βλάβη οποιασδήποτε διαβάθμισης και η επέλευση, συνεπεία της σωματικής βλάβης, του θανάτου του θύματος, ο οποίος όμως θάνατος αποδίδεται σε αμέλεια του δράστου, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 28 ΠΚ, οπότε έχει ως συνέπεια τη βαρύτερη τιμωρία της σωματικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Κώδικα.
Συνεπώς στοιχεία του εγκλήματος που αναφέρεται στο άρθρο 311 ΠΚ, ήτοι της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, είναι α) η πρόκληση σωματικής βλάβης στον παθόντα οποιασδήποτε διαβάθμισης και από οποιαδήποτε αιτία και αφορμή, β) η σωματική βλάβη να είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος και γ) η υποκειμενική υπαιτιότητα του δράστη (δόλος) να κατευθύνεται στην επαγωγή της σωματικής βλάβης (όλως ελαφράς απλής ή βαρείας) ενώ το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος να αποδίδεται σε αμέλεια του δράστη για τη θεμελίωση της οποίας, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας, ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε, είτε το προέβλεψε μεν, πίστευε όμως ότι θα απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. Ο λόγος αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 75-76/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία, του ότι στο... και επί της οδού ... την 29/6/2004 περί ώρα 13:00, τέλεσε αξιόποινη πράξη τιμωρούμενη από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή, ήτοι με πρόθεση, προξένησε σε άλλον απλή σωματική κάκωση, η οποία είχε ως επακόλουθο το θάνατό του, συγκεκριμένα δε κατόπιν διαπληκτισμού που είχε με τον ηλικίας 70 ετών πατέρα της εν διαστάσει συζύγου του ..., Ζ. Με πρόθεση, προκάλεσε στον τελευταίο απλή σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, σπρώχνοντάς τον βίαια, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, να καταπέσει στο πεζοδρόμιο και στο οδόστρωμα και να κτυπήσει το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, να υποστεί πολλαπλές αιμμοραγικές θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου του, από την οποία σωματική βλάβη ως μόνη αιτία επακολούθησε ο θάνατος του προαναφερομένου, μη προβλέποντας ο κατηγορούμενος από αμέλειά του ότι συνεπεία αυτής (της βιαίας ωθήσεως και πτώσεως του ανωτέρω και της εξ αυτών απλής σωματικής κακώσεως και βλάβης της υγείας του), θα επακολουθούσε ο θάνατος του θύματος στις 5/7/2004 από την κρανιοεγκεφαλική κάκωση και το εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα που του προκλήθηκαν από την πτώση του. Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία. Για να καταλήξει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, στην άνω καταδικαστική κρίση του, δέχθηκε κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά τις κρίσιμες παραδοχές της, αναιρετικώς ανέλεγκτα ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ήτοι από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο αυτό, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και απ' όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος, πολλά χρόνια πριν, είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την Χ με την οποία είχε αποκτήσει τρία τέκνα. Μεταξύ των συζύγων υπήρχαν πολλά προβλήματα τα οποία το έτος 2004 είχαν οξυνθεί και η παραπάνω σύζυγος του το Μάιο του 2004 άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία ζητούσε τη μετοίκηση του κατηγορουμένου από τη συζυγική οικία, την ανάθεση σ' αυτή της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων και την υποχρέωση καταβολής διατροφής σ' αυτήν για λογαριασμό της και για τα ανήλικα τέκνα της. Η αίτηση συζητήθηκε στις 16-6-2004 και εξετάστηκε ως μάρτυρας απόδειξης ο πατέρας της αιτούσας, Ζ. Σημειώνεται ότι ο τελευταίος, λόγω του ότι κατοικούσε στην ίδια πόλη (...) με την κόρη του, ήταν γνώστης των οικογενειακών προβλημάτων που αυτή αντιμετώπιζε και υφίστατο τις συνέπειες (οικονομικές κ.λ.π.) της συζυγικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Την 29-6-2004, ο κατηγορούμενος και ο προαναφερόμενος πεθερός του Ζ, συναντήθηκαν τυχαία στην οδό ... και στο ύψος του αριθμού 26-28 αυτής, όπου ο κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του. Εκεί οι δύο άντρες άρχισαν να διαπληκτίζονται δίπλα από το σταθμευμένο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Μετά από αρκετή ώρα λεκτικών διαπληκτισμών και ενώ είχε ήδη συγκεντρωθεί αρκετός περαστικός κόσμος, ο κατηγορούμενος άρπαξε τον πεθερό του, βάζοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση του, αγκαλιάζοντας τον, με τρόπο που να μη μπορεί ο πεθερός του να κινήσει τα χέρια του, ευρισκόμενοι πρόσωπο με πρόσωπο και τον έσπρωχνε βίαια προς τα πίσω προς το απέναντι πεζοδρόμιο σχεδόν σηκώνοντας αυτόν στον αέρα, εφόσον τα πόδια του Ζ δεν ακουμπούσαν στο έδαφος. Όταν έφθασε πλησίον του ρύθρου του πεζοδρομίου τον άφησε και τον έσπρωξε βίαια και με μεγάλη δύναμη προς το πεζοδρόμιο της οδού ..., με αποτέλεσμα ο Ζ να πέσει ανάσκελα στο οδόστρωμα, να κτυπήσει με δύναμη το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και να υποστεί αιμορραγικές θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου, η οποία απλή σωματική βλάβη ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε την 5-4-2004 τον θάνατό του, από κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Το παραπάνω αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πράξη του κατηγορουμένου να προκαλέσει σωματική βλάβη στον πεθερό του. Ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει απλή σωματική βλάβη στον παθόντα, γνωρίζοντας ότι ο τρόπος που ενήργησε ήτοι η βίαιη ώθηση του θύματος, όπως προπεριγράφεται, θα επέφερε οπωσδήποτε την πτώση του στο έδαφος και τον εντεύθεν τραυματισμό του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έσπρωξε καθόλου τον παθόντα αλλά τον άφησε στην άλλη άκρη του οδοστρώματος και αυτός έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα και ιδία την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Φ πλήρως αποδείχθηκε ότι αυτός τον έσπρωξε με βιαιότητα πριν ακόμα το θύμα ισορροπήσει στο οδόστρωμα, μετά την προπεριγραφόμενη "μεταφορά" του στο αντίθετο μέρος του οδοστρώματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του θύματος επήλθε από αμέλεια του κατηγορουμένου καθόσον αυτός λόγω έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς Κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, φυσιολογικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, δεν προέβλεψε ότι από την προπεριγραφόμενη πράξη του, μπορούσε να επέλθει ο θάνατος του παραπάνω και δεν τον απέφυγε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι αυτός ωθώντας με πρόθεση σωματικής βλάβης με την μεγάλη μυϊκή δύναμη που είχε κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο τον παθόντα, ο οποίος ήταν ηλικίας 70 ετών μικρότερης σωματικής διάπλασης απ' αυτόν και με διάφορα προβλήματα υγείας, θα προκαλούσε τον θάνατό του, συνεπεία της σωματικής βλάβης που θα είχε υποστεί από την πτώση του στο οδόστρωμα και στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, το οποίο όμως δεν προέβλεψε, μολονότι ηδύνατο λόγω της προαναφερομένης έλλειψης προσοχής του. Ο κατηγορούμενος ομολογεί τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αρνούμενος όμως ότι είχε πρόθεση να προκαλέσει οποιαδήποτε σωματική βλάβη στο θύμα ή ότι επέδειξε αμέλεια στον επελθόντα θάνατό του. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα και ιδία την κατάθεση του μάρτυρα Φ πλήρως αποδείχθηκαν τα προπεριγραφόμενα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα ο μάρτυρα αυτός, οποίος κρίνεται αξιόπιστος από το δικαστήριο, και ο οποίος ήταν παρών, με ενάργεια περιέγραψε στο δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έσπρωξε ("πέταξε") το θύμα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος επικουρικά ισχυρίζεται ότι η παραπάνω πράξη του φέρει το χαρακτήρα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος αυτής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου αυτός είχε πρόθεση τέλεσης απλής σωματικής βλάβης και αμέλεια ως προς τον επελθόντα θάνατο του θύματος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξης και να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ., εφόσον αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, αφού δεν διέπραξε άλλο αδίκημα και επανήλθε στην οικογένειά του, με την οποία συμβιώνει αρμονικά μέχρι σήμερα, όπως κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η σύζυγος του και θυγατέρα του θύματος Χ. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και δ' πρέπει ν' απορριφθούν εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτός, μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης του, δεν έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει ζωή, εφόσον, πλην των αναφερομένων στο ποινικό του μητρώο παραβάσεων, όντας παντρεμένος είχε πολύχρονες σχέσεις με άλλες γυναίκες και έδερνε τη σύζυγό του (βλ. ιδία υπ' αριθμ. 877/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην παραπάνω πράξη του ωθήθηκε από αίτια ταπεινά, καθόσον έτρεφε μίσος κατά του θύματος - πεθερού του, αφού ο τελευταίος, λίγες ημέρες προ του συμβάντος, είχε καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του εφόσον δεν αρκεί μόνον η έκφραση συγγνώμης για το θάνατο του θύματος ενώπιον του δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε καθ' οιονδήποτε τρόπο (οικονομικά κλπ) ιδιαίτερα τη σύζυγο του θύματος, η οποία υπέστη τις μεγαλύτερες συνέπειες από το θάνατό του".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27 §1, 28, 29 308 §1α και 311 εδάφ. α' ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με αντιφατικές ή ελλιπείς ή ασαφείς παραδοχές. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το βασικό έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, για την τέλεση του οποίου εκ προθέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο αυτόν, με αυτά που δέχθηκε, ότι δηλαδή άρπαξε ο κατηγορούμενος τον υπερήλικα πεθερό του, αγκαλιάζοντάς τον με τα χέρια του από τη μέση του κατά τρόπο που να μην μπορεί ο πεθερός του να κινήσει τα χέρια του, όπως ήταν ο ένας απέναντι στον άλλον και τον έσπρωχνε βίαια προς τα πίσω προς το απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς τα πόδια του πεθερού του να πατούν στο έδαφος και ότι όταν έφθασε πλησίον του πεζοδρομίου εκείνου της οδού ..., τον άφησε και τον έσπρωξε βίαια με μεγάλη δύναμη προς το πεζοδρόμιο, με αποτέλεσμα ο Ζ, να πέσει στο οδόστρωμα και να κτυπήσει με δύναμη το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και να υποστεί τις αναφερόμενες θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου και να επιφέρει αυτή η απλή σωματική βλάβη, ως μόνη ενεργός αιτία, τον θάνατο του άνω παθόντος. Επίσης, αιτιολογείται με πληρότητα ότι ο επελθών θάνατος του παθόντος, συνδέεται στενά και αιτιωδώς με την σωματική βλάβη που του προκάλεσε ο ήδη αναιρεσείων, καθόσον ναι μεν ο θάνατός του επήλθε μετά έξι ημέρες από τον, υπό τις άνω περιστάσεις, τραυματισμό του από κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα, αλλά δεν θα είχε επέλθει αν προηγουμένως δεν τραυματισθεί από την πτώση του στο οδόστρωμα και το κτύπημα με δύναμη της κεφαλής του παθόντος στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και τις αιμορραγικές θλάσεις και αιματώματα στην περιοχή του εγκεφάλου του θύματος από αυτήν την πτώση του εξ αιτίας της βίαιης ωθήσεώς του από τον κατηγορούμενο. Ακόμη, στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκφέρεται κρίση - υπό τα γενόμενα δεκτά -για το επελθόν από αυτήν την απλή σωματική βλάβη βαρύτερο αποτέλεσμα ήτοι το θάνατο του παθόντος ότι συνέτρεξε αμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος και προσδιορίζεται το είδος αυτής ως μη συνειδητής από έλλειψη της προσοχής που αυτός ώφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που τελεί υπό την ίδια κατάσταση και τις αυτές συνθήκες με βάση τους νομικούς κανόνες και όσα επικρατούν στις συναλλαγές καθώς και την συνήθη πορεία των πραγμάτων, την κοινή πείρα και τη λογική, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και περιστάσεις και παρατίθενται ακόμη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την προς στοιχειοθέτηση της θανατηφόρου σωματικής βλάβης απαιτουμένη αμέλεια ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε από έλλειψη της προσοχής του αν και ηδύνατο και ώφειλε να το προΐδει, ότι ωθώντας με πρόθεση σωματικής βλάβης και με την μεγάλη μυϊκή δύναμη που είχε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο τον παθόντα, που ήταν ηλικίας 70 ετών και μικρότερης σωματικής διαπλάσεως από εκείνον και με διάφορα προβλήματα υγείας, θα προκαλούσε τον θάνατό του συνεπεία της σωματικής του βλάβης από την πτώση στο οδόστρωμα και στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Αιτιολογημένα, με βάση τις άνω παραδοχές και τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό, ότι προέκυψαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, απερρίφθη ως αβάσιμος από το Δικαστήριο της ουσίας και ο επικουρικός προβληθείς από την υπεράσπιση του ήδη αναιρεσείοντος ισχυρισμός ότι δεν ήθελε αυτός να προκαλέσει στον παθόντα καμία σωματική βλάβη και ότι ο θάνατος τούτου οφείλεται σε αμέλεια του δράστη με συνέπεια να έπρεπε κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας να ερευνηθεί αν τέλεσε το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Επί πλέον, εφόσον στο προεισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο που την εξέδωσε μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων Α1, Α2 και Α3, καθώς και τα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα υπ' αριθμό ... δελτίο αδικημάτων συμβάντων της 21-6-2004 του Α' Αστυνομικού Τμήματος ..., όπως και υπ' αριθμό ... του ιδίου ως άνω Αστυνομικού Τμήματος .... Δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τι ακριβώς προέκυπτε από τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων και από το περιεχόμενο των άνω δελτίων αδικημάτων και συμβάντων του Α' Αστυνομικού Τμήματος ... για διαδραματισθέντα τις προηγούμενες ημέρες από εκείνην κατά την οποία τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη σε βάρος του Ζ, εφόσον αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο πείσθηκε για την τέλεση από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις της πράξεως της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος του άνω παθόντος και ότι σε αμέλειά του είναι αποδοτέο το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εξαίρεται ιδιαίτερα η κατάθεση ως αυτόπτη του μάρτυρα Φ. Δεν συνάγεται από τα παραπάνω ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά κατ' επιλογή ορισμένα μόνον από αυτά. Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ενώ οι λοιποί ισχυρισμοί του σχετικά με την αξιολόγηση όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας Α1 και Α2 και ο μάρτυρας υπερασπίσεως Α3, καθώς και όσων προέκυπταν από τα άνω δελτία αδικημάτων και συμβάντων της 21-6-2004 και της 18-6-2004 του Α' Αστυνομικού Τμήματος ... αφορούν υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου, σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που έγινε δεκτό ότι αποδείχθησαν και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων ούτε η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 §2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επάγεται αφενός απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 §1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ., που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και αφετέρου παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Γ' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε ούτε ακόμη ως στοιχείο προσδιορισμού της ταυτότητας αυτού αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πράγματι αναγνωσθεί - και - να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προκύπτει με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εν όψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν ή δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Προκειμένου περί φωτογραφιών αρκεί να αναφέρεται στα πρακτικά ότι επιδείχθησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς οπότε ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. άνω δικαιώματά του. Εφόσον στην πραγματικότητα έγινε η ανάγνωση των εγγράφων ή η επισκόπηση των φωτογραφιών παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτής λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά από τον εάν αναγνώσθηκαν ή όχι.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την πράξη της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, έλαβε υπόψη του και όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περιλαμβάνονται σε αυτά εννέα φωτογραφίες για τις οποίες γίνεται λόγος στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ότι επισκοπήθηκαν. Ο αναιρεσείων διατείνεται ότι δεν προκύπτει εάν αυτές οι φωτογραφίες επισκοπήθηκαν από όλα τα μέλη του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, ούτε γίνεται στα πρακτικά της δίκης περιγραφή στοιχειώδης του απεικονιζόμενου περιεχομένου των ούτε αν επιδείχθηκαν στον ίδιο τον κατηγορούμενο προκειμένου να προβεί σε σχολιασμό των και σε δηλώσεις και εξηγήσεις περί αυτών κατ' ενάσκηση των δικαιωμάτων υπερασπίσεώς του. Εφόσον γίνεται μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι στήριξε την κρίση του το δικαστήριο και στα αναγνωσθέντα έγγραφα και κατά τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων αυτών και οι εννέα φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά των και με την αναφερόμενη επισκόπηση των, εννοείται ότι έγινε γνωστό το περιεχόμενό τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί ο ίδιος ή δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάτο από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητάς των στα πρακτικά της δίκης και δεν εδημιουργήθει αμφιβολία για την ταυτότητά των αφού δεν προέκυψε ότι υπήρχαν και επεδείχθηκαν και άλλες φωτογραφίες κατά την αποδεικτική διαδικασία στη δίκη εκείνη. Επομένως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τις άνω φωτογραφίες, όπως επισκοπήθηκαν, κατά την ακροαματική διαδικασία στην κατ' έφεση δίκη, δεν παραβίασε την άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος του ήδη αναιρεσείοντος να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις φωτογραφίες αυτές ούτε τις αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο, της δημοσιότητας και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.) και η δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 75-76/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ χήρας Ζ, που ανέρχεται σε ευρώ πεντακόσια (500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ