Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 295 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινής αναστολή, Ποινής μετατροπή, Πρακτικά απόφασης, Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο της κατηγορουμένης, ως εγγυήτριας εταιρίας. Το Δικαστήριο, ως εκ περισσού, απέρριψε αιτιολογημένα αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Τα πρακτικά, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά ούτε έχουν διορθωθεί, αποδεικνύουν ότι έγιναν όλα όσα έχουν καταχωρηθεί σ" αυτά. Όχι απόλυτη ακυρότητα από τη μη καταχώρηση εγγράφων και μη λήψη αυτών υπόψη, τα οποία δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για την αναγνώριση ελαφρυντικών άρθρου 84 παρ. 2 α και β ΠΚ. Πώς στοιχειοθετούνται. Αιτιολογημένη απόρριψή τους. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναστολής της ποινής, κατ" άρθρο 100 παρ. 1 ΠΚ, και μετατροπή αυτής. Απόρριψη αιτήσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 295/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Χρυσούλα Παρασκευά (σύμφωνα με την υπ' αριθμό 48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Τουτουντζίδη, περί αναιρέσεως της 92/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2014 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1074/2014.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 92/2014 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Με την υπ' αριθμ. 6853/7-11-2008 πράξη της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης βεβαιώθηκαν σε βάρος της κατηγορουμένης, ως εγγυήτριας για την καταβολή των χρεών της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ ΑΒΕΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΩΝ", της οποίας ήταν μέτοχος και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της, τα αναγραφόμενα σ' αυτήν χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία, σύμφωνα με τον οικείο υπ' αριθ. 191/2010 πίνακα χρεών, ανέρχονται πλέον στο συνολικό ποσό των 5.453.904,64 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι τις 30-11-2010 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα), το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31-12-2008. Τα ανωτέρω χρέη αφορούν τραπεζικά δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ, που είχε λάβει η ανωτέρω εταιρία με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω εταιρία, έχουσα εγκαταστημένη εργοστασιακή μονάδα στη ΒΙΠΕ Κιλκίς, είχε υπαχθεί, για τις δανειακές οφειλές της προς τις τράπεζες (ΕΤΒΑ, ΕΤΕ, Εμπορική, Κεντρικής Ελλάδος, Γενικής, Κρήτης, Μακεδονίας - Θράκης και Societe Generale), για τις οποίες ήταν εγγυήτρια, μεταξύ άλλων, και η κατηγορούμενη, στο καθεστώς της ρύθμισης της υπ' αριθ. 66336/Β1398/14-9-1993 Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 733/21-9-1993) με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (για κεφάλαιο, τόκους και συναφή έξοδα). Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 2227/1994 "α) Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη των ρυθμιζόμενων, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οφειλών από παλιότερα δάνεια επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες, ανεξάρτητα από την έδρα τους, στους νομούς Κιλκίς...., παρέχεται ανεπιφύλακτα έναντι εμπραγμάτων ασφαλειών επί των παγίων στοιχείων των επιχειρήσεων αυτών, εφόσον η αξία τους καλύπτει το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών που βαρύνει τις επιχειρήσεις. Στην περίπτωση αυτή απελευθερώνονται οι υφιστάμενες υπέρ των τραπεζών λοιπές ασφάλειες επί ρευστοποιήσιμων στοιχείων, ενεχύρων, προσωπικών εγγυήσεων τρίτων και εξωεπιχειρηματικών ακινήτων, β) Αν η αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων δεν καλύπτει το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών που βαρύνουν τις επιχειρήσεις, διατηρούνται από τις υφιστάμενες λοιπές ασφάλειες, όσες αρκούν για την κατά εκατό τοις εκατό (100%) κάλυψη των οφειλών αυτών, γ) Από τις διατηρούμενες ασφάλειες, πλην αυτών επί των παγίων στοιχείων των επιχειρήσεων, δύναται, μετά από προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, να αποδεσμευτούν όσες χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά νια την άντληση κεφαλαίων κίνησης, η αναγκαιότητα των οποίων προβλέπεται στη σχετική μελέτη βιωσιμότητας των οφειλετριών επιχειρήσεων". Περαιτέρω, στην υπ' αριθ. 2060876/9613/ 0025/1994 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται ότι "η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που έχει παρασχεθεί με τις αποφάσεις μας αριθ. 2003341/883/17-2-και 2059171/11090/5-10-1993, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί, τροποποιηθεί και διευκρινιστεί, για την κάλυψη οφειλών από δάνεια επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες, ανεξάρτητα από την έδρα τους, στους νομούς ... και Κιλκίς, που ρυθμίστηκαν ή θα ρυθμιστούν με βάση τις διατάξεις των κοινών αποφάσεων Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αριθ. 1648/Γ.Γ.54/Β22/13-1-1994,66336/Β1398/14-9-1993, όπως επίσης έχουν συμπληρωθεί, τροποποιηθεί και διευκρινιστεί, ισχύει -με τον όρο της διατήρησης, από τις υφιστάμενες ασφάλειες, του μέρους αυτών, που η αξία τους καλύπτει κατά 100% το ποσό των οφειλών που βαρύνουν τις επιχειρήσεις μετά τη συμφωνία ρύθμισης. Από τις υφιστάμενες ασφάλειες διατηρούνται πρώτα, μέχρι κάλυψης κατά 100%, οι εμπράγματες επί των παγίων στοιχείων της επιχείρησης. Αν αυτές δεν επαρκούν, διατηρούνται από τις λοιπές εμπράγματες επί των εξωεπιχειρηματικών ακινήτων και μέχρι κάλυψης μαζί με αυτές επί των παγίων στοιχείων της επιχείρησης, του 100% των οφειλών. Αν και αυτές δεν επαρκούν, διατηρούνται, από τις απομένουσες ασφάλειες οι ενοχικές, και μέχρι την κάλυψη, μαζί με όλες τις προηγούμενες εμπράγματες, του 100% των οφειλών και ακολούθως κατά τον ίδιο τρόπο και κατά σειρά αυτές επί των χρεογράφων, αυτές επί εκείνων των αξιόγραφων που μπορεί να εισπραχθούν, αυτές των εκχωρημένων επιδοτήσεων και τέλος αυτές των ενεχύρων επί προϊόντων και εμπορευμάτων. Οι ασφάλειες, πλην αυτών επί των παγίων στοιχείων της επιχείρησης, θα κρίνονται, ως προς την επάρκεια τους νια την εφαρμογή των ανωτέρω, από τις τράπεζες κατά το χρόνο που εξετάζονται τα αιτήματα απελευθέρωσης ασφαλειών. Η εκτίμηση των παγίων στοιχείων, ως ενιαίου συνόλου, θα γίνει από την τράπεζα που έχει χρηματοδοτήσει κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τα πάγια αυτά ή από την τράπεζα που συνέταξε την προβλεπόμενη για τη ρύθμιση μελέτη βιωσιμότητας, κατά επιλογή της ενδιαφερόμενης επιχείρησης. ... Η κάθε τράπεζα που έχει δανειοδοτήσει τα εκτιμηθέντα πάγια, στην περίπτωση που η αξία αυτών είναι μεγαλύτερη από το ποσό των οφειλών που βαρύνουν την επιχείρηση, προβαίνει στον περιορισμό των εμπραγμάτων ασφαλειών με τρόπο ώστε να καλύπτεται κατά 100% το ποσό των οφειλών αυτών. Ακολούθως προβαίνει στην απελευθέρωση όλων των λοιπών ασφαλειών και χορηγεί βεβαίωση στην επιχείρηση, από την οποία πρέπει να προκύπτει το μέρος της αξίας των εκτιμηθέντων παγίων για το οποίο έχει διατηρήσει εμπράγματη ασφάλεια και η οποία προσκομίζεται στις άλλες τράπεζες στις οποίες υπάρχουν οφειλές υπαγόμενες στη ρύθμιση. Οι τράπεζες αυτές προβαίνουν στην εγγραφή εμπραγμάτων ασφαλειών επί των εκτιμηθέντων παγίων και μέχρι συμπλήρωσης της υπόλοιπης αξίας αυτών (αξίας εκτιμηθέντων παγίων - αξία για την οποία διατηρείται εμπράγματη ασφάλεια από την πρώτη τράπεζα). ... Η κάθε μία από τις τράπεζες αυτές θα ενεργήσει περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στη δεύτερη παράγραφο της παρούσας μέχρι κάλυψης και από τις λοιπές ασφάλειες του 100% των οφειλών αυτών, απελευθερώνοντας τις πέραν του ποσοστού αυτού τυχόν απομένουσες ασφάλειες. ... Οι ασφάλειες που θα διατηρηθούν, σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, θα λειτουργήσουν απαράλλακτα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του, το οποίο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα των τραπεζών κατά των οφειλετών από και δια της 3ε3αιώσεως στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), ως εσόδων του Δημοσίου, των εγγυημένων οφειλών. ... Η αντιμετώπιση αιτημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 ν' του άρθρου 16 του Ν.2227/1994, για την αποδέσμευση ασφαλειών που διατηρήθηκαν κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την άντληση κεφαλαίων, θα γίνεται από τη Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ. - Δ25 - Δ'), ύστερα από τη διαβίβαση τους στην Υπηρεσία αυτή από την τράπεζα στην οποία έχουν παραχωρηθεί οι προς αποδέσμευση ασφάλειες. Στη σχετική επιστολή της τράπεζας αυτής θα αναφέρονται όλα τα στοιχεία που αφορούν τις προς αποδέσμευση ασφάλειες και θα επισυνάπτονται: α) η αίτηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, β) αντίγραφο της μελέτης βιωσιμότητας και γ) επιστολή της τράπεζας που πρόκειται να χορηγήσει το δάνειο κεφαλαίου κίνησης, στην οποία θα αναφέρονται και οι όροι του δανείου αυτού". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την αποδέσμευση υφιστάμενων, κατά το χρόνο της ανωτέρω ρύθμισης οφειλών με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ασφαλειών από τις δανείστριες τράπεζες απαιτείται σχετική αίτηση της οφειλέτριας επιχείρησης προς την αντισυμβαλλόμενη της τράπεζα, αξιολόγηση από την τελευταία των ασφαλειών που θα απομείνουν, μετά την αποδέσμευση ορισμένων, συμφωνία τους για αποδέσμευση και, σε περίπτωση υφιστάμενης εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, έγκριση της αρμόδιας Υπηρεσίας (25ης Δ/νσης του Γ.Λ.Κ.) (...). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο υπαγωγής της εταιρίας ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ ΑΕΒΕΕ στην ανωτέρω ρύθμιση (τέλη του 1994), η συνολική οφειλή της στις τράπεζες ανερχόταν στο ποσό των 1.131.233.144 δρχ. και η αξία των παγίων της ανερχόταν στο ποσό των 1.205.701.440 δρχ., σύμφωνα με την εκτίμηση της ΕΤΒΑ ΑΕ, που ήταν η κυριότερη δανειοδοτούσα τα πάγια τράπεζα και η συντάξασα τη μελέτη βιωσιμότητας της εν λόγω εταιρίας. Στη συνέχεια, κατόπιν σχετικών αιτήσεων της οφειλέτριας εταιρίας, οι δανείστριες αυτής τράπεζες προέβησαν σταδιακά σε αποδέσμευση υφιστάμενων, κατά το χρόνο της ρύθμισης, εμπράγματων ασφαλειών επί ακινήτων αυτής και των εγγυητών της (...). Ωστόσο, ουδόλως αποδεικνύεται - ούτε άλλωστε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης - ότι υποβλήθηκε από την ανωτέρω οφειλέτρια εταιρία αίτημα προς τις δανείστριες της τράπεζες αποδέσμευσης, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, των ενοχικών ασφαλειών τους και ιδίως των προσωπικών εγγυήσεων μετόχων και μη μετόχων της .... Σημειώνεται ότι η μοναδική σχετική αίτηση που η ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ ΑΒΕΕ υπέβαλε στις 12-7-1996 στην κύρια δανείστρια της τράπεζα ΕΤΒΑ δεν έγινε δεκτή, διότι, όπως αναφέρεται στην από 30-11-2012 εξώδικη απάντηση της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, καθολικής διαδόχου της ΕΤΒΑ, προς την κατηγορούμενη, κατά την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω αίτησης ο σχετικός με την ρυθμιζόμενη οφειλή της λογαριασμός "παρουσίαζε καθυστέρηση στην αποπληρωμή του και ως εκ τούτου δεν υπήρχε δυνατότητα εξέτασης θέματος αποδέσμευσης της και υποβολής σχετικού αιτήματος προς το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο είχε γνωστοποιηθεί το πλαίσιο της υπογραφείσας ρύθμισης". Πράγματι, δυνάμει της υπ' αριθ. 29034/1-11-1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εταιρία ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ ΑΒΕΕ κηρύχθηκε σε πτώχευση (με χρόνο παύσης πληρωμών τις 14- 8-1997), η οποία εξακολουθούσε τουλάχιστον μέχρι τις 30-1-2011 να είναι ενεργή. Στη συνέχεια, κατέπεσε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ ΑΒΕΕ στις δανείστριες τράπεζες και το ανωτέρω κατέβαλε στις τελευταίες, σε εκτέλεση των οικείων δικαστικών αποφάσεων, τα οφειλόμενα ποσά, για τα οποία, έχοντας υπεισέλθει πλέον στη θέση τους, στράφηκε αναγωγικά κατά της ως άνω εταιρίας και των λοιπών ενεχομένων συνεγγυητών, βεβαιώνοντας νομίμως, με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 6853/7-11-2008 πράξη της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, τα εν λόγω χρέη, μεταξύ άλλων, σε βάρος της κατηγορουμένης υπό την ιδιότητα της εγγυήτριας της πρωτοφειλέτριας εταιρίας. Μολονότι όμως η κατηγορούμενη ειδοποιήθηκε από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ., με την υπ' αριθ. 494/2008 πράξη της, δεν προέβη στην τακτοποίηση των εν λόγω οφειλών της, ούτε προσέφυγε δικαστικά κατά της προαναφερόμενης πράξης βεβαίωσης, παρά αρκέστηκε στην αποστολή επιστολών και εξώδικων δηλώσεών της προς την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών, αιτούμενη την απαλλαγή της από τα εν λόγω βεβαιωμένα χρέη. Ήδη, όμως με την από 10-9-2012 απάντησή της η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών απέρριψε το ανωτέρω αίτημα της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα η κατηγορούμενη από πρόθεση δεν προέβη στην ολική ή μερική εξόφληση των ανωτέρω χρεών της προς το Ελληνικό Δημόσιο και ότι από την 1-5-2009, ήτοι την επομένη της άπρακτης παρέλευσης τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας καταβολής τους (31-12-2008), όπως αναγράφεται στον οικείο πίνακα χρεών, η εν λόγω συμπεριφορά της κατηγορουμένης πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κατηγορείται, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη, όπως κατηγορείται, ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον, αρνητικό της κατηγορίας, ισχυρισμό αυτής ότι, παρά το ότι υπήρχε νόμιμο γραπτό αίτημα της ως άνω εταιρίας "ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ Α.Β.Ε.Ε." για αποδέσμευση των προσωπικών ασφαλειών από τις Τράπεζες, εκείνες παρέβησαν το ν. 2227/1994 και διατήρησαν παρανόμως τις προσωπικές της εγγυήσεις, δυνάμει των οποίων η ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέβη στη βεβαίωση του ενδίκου ποσού. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απάντησε, όπως εκτίθεται ανωτέρω, και τον απέρριψε αιτιολογημένα. β) Το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν ενώπιόν του, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα (στα οποία περιλαμβάνεται, με αύξ. αριθ. 22, φωτοαντίγραφο του υπ` αριθ. πρωτ. 2/37501/0025/26.4.2013 εγγράφου της 25ης ΚΙΝ. ΚΕΦ. ΕΓΓ. ΔΑΝ. ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ του Υπουργείου Οικονομικών), δεν ήταν δε αναγκαίο να προβεί σε συγκριτική αξιολόγηση αυτών μεταξύ τους ούτε να αναφέρει τι προκύπτει από το καθένα από αυτά. γ) Η αντιγραφή του αιτιολογικού της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, και τούτο διότι το τελευταίο αποφασίζει για την ενοχή του κατηγορουμένου μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και, στη συνέχεια, απαγγέλλει προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ.1 του ΚΠοινΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως, σύμφωνα με όσα κατά την κρίση του αποδείχθηκαν, γίνεται μεταγενέστερα, κατά τα άρθρα 142 παρ.2 και 144 παρ.1 του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η, περιλαμβανόμενη στο λόγο αυτό, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (εγγράφων που είχε προσκομίσει η κατηγορουμένη) είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την , αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Από τις διατάξεις δε του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ και συνυφασμένο με τον ανωτέρω, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι το Τριμελές Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τις κατατεθείσες και αναγνωσθείσες από αυτήν, ως σχετικά έγγραφα, επιστολές της εταιρίας ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ ΑΒΕΕ, που της χορηγήθηκαν με το ως άνω υπ` αριθ. πρωτ. 2/37501/0025/26-4-2013 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, και συγκεκριμένα 1) τις από 24.3.1995 και 11/7/1996 επιστολές προς την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, 2) την από 11/7/1996 επιστολή προς την Societe Generate, 3) την από 11.7.1996 επιστολή προς την Εθνική Τράπεζα, 4) την από 11.7.1996 επιστολή προς την Γενική Τράπεζα, 5) την από 11.7.1996 επιστολή προς την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, 6) την από 11.7.1996 επιστολή προς την Τράπεζα Κρήτης, 7) την από 11.7.1996 επιστολή προς την ΕΤΒΑ Α.Ε και 8) την επιστολή προς την Εμπορική Τράπεζα και μη αναγράφοντάς αυτές ως αναγνωστέα έγγραφα, παρά το ότι αναγνώσθηκαν, προσέβαλε τα δικαιώματά της για αντίκρουση της κατηγορίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα ούτε έχουν διορθωθεί κατά τούτο, δεν προκύπτει ότι οι ως άνω επιστολές περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να επεκτείνεται όχι μόνο στα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170§2 και 333§2 του ΚΠοινΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να κάνει δεκτούς ή να απορρίψει αυτούς, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα, υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και β' ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα, με αυτοτελείς ισχυρισμούς, που κατέθεσε ο συνήγορός της εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και β' (το οποίο, από παραδρομή, ανέγραψε ως δ') του ΠΚ. Για τη θεμελίωσή τους, επικαλέστηκε: Α) Ως προς τον πρώτο: "Ζητώ σε περίπτωση καταδίκης μου να μου αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 παρ. 2α ΠΚ, ήτοι ότι μέχρι και της τελέσεως της πράξης, που φέρομαι κατηγορούμενη διήγα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο. Γεννήθηκα το 1953 και έλαβα το πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής αποκτώντας τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είμαι έγγαμη με τον Χ. Σ. από το έτος 1974 και μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων, τα οποία ομοίως ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους ως οικονομολόγοι και εργάζονται σήμερα με επιτυχία στο αντικείμενό τους, ενώ ουδέποτε απασχόλησα τις Αστυνομικές ή Δικαστικές Αρχές, αλλά αντιθέτως σ' όλο μου τον βίο εργάστηκα σκληρά και επίμονα για να διασφαλίσω τα απαραίτητα στην οικογένεια μου και συγκεκριμένα από της ιδρύσεως της επιχείρησης στήριζα τον σύζυγό μου εργαζόμενη σ' αυτήν, ενώ και μετά την κατάρρευση αυτής απασχολήθηκα στον ιδιωτικό τομέα και συγκεκριμένα στην εταιρία SΑΤΟ ως οικονομολόγος μέχρι της συνταξιοδοτήσεως μου από το ΙΚΑ, από όπου και λαμβάνω το ποσό των 513 Ευρώ ως μοναδική πηγή του εισοδήματος. Παράλληλα στον κοινωνικό μου περίγυρο δεν έχω εμπλακεί ουδέποτε σε προστριβές με συμπολίτες μου, αλλά χαίρω εκτιμήσεως και σεβασμού. Μετά ταύτα ζητώ όπως γίνει δεκτός ο παρών αυτοτελής ισχυρισμός μου και ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της σε βάρος μου επιβληθείσας ποινής". Και Β) ως προς τον δεύτερο: "Πέραν τούτου η μη πληρωμή των χρεών μου οφείλεται σε λόγους, που δεν αφορούν το πρόσωπό μου, αλλά την καταχρηστική και παράνομη τακτική των Τραπεζών. Συγκεκριμένα εγώ ουδέποτε εγγυήθηκα την πληρωμή οιουδήποτε ποσού προς το Δημόσιο αλλά προς τις πιστώτριες της εταιρίας ΠΡΟΝΤΑΞΙΟΝ Τράπεζες, οι οποίες εφόσον υπήγαγαν τις απαιτήσεις τους στο καθεστώς της ΥΑ 66335/1993 και του ν. 2227/1994 άρθ. 15 θα έπρεπε να άρουν εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις, που είχαν γι' αυτές εφόσον το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδος εταιρίας κάλυπτε το 100% των οφειλών όπως στην επίδικη περίπτωση. Μάλιστα στην παράνομη διατήρηση των ενοχικών ασφαλειών αντιδράσαμε με τον σύζυγό μου από κοινού αποστέλλοντας άμεσα επιστολές προς τις Τράπεζες για άρση των ενοχικών εξασφαλίσεων ενημερώνοντας σχετικά και το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από την από 28/4/2013 επιστολή, που για πρώτη φορά αναγνωρίζει ότι τέτοιο αίτημα είχε υποβληθεί από πλευράς στις Τράπεζες και σ' αυτό. Μάλιστα το Δημόσιο με την από 19.5.1995 επιστολή του προς τις Τράπεζες έδινε ρητές εντολές για άρση όλων των ενοχικών ασφαλειών, που δυνάμει αυτών φέρομαι εγώ κατηγορούμενη. Οι Τράπεζες κώφευσαν και αμέσως μετά έκλεισαν την χρηματοδότηση της εταιρίας οδηγώντας, σύμφωνα με το Δημόσιο και το από 28-9-1998 έγγραφό του, σε ουσιαστική πτώχευση χρησιμοποιώντας καταχρηστικά την ρύθμιση, που πλέον θεωρούσε και ορθά άκυρη. Παράλληλα οι Τράπεζες ασκώντας τα δικαιώματά τους από την σφράγιση των επιταγών εκπλειστηρίασαν αντί πινακίου φακής το σύνολο της ιδιωτικής μου περιουσίας, όπως την οικία μου στο ..., αλλά και την περιουσία του συζύγου μου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αναγγελίες και τις προσκλήσεις δανειστών υπ' αριθ. 5448, 5451/1998. To Δημόσιο μη αναγνωρίζοντας την εγγύηση του δεν αναγγέλθηκε προνομιακά στους εν λόγω πλειστηριασμούς, των οποίων το πλειστηρίασμα περιήλθε αποκλειστικά στις Τράπεζες. Εν συνεχεία με την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων οι Τράπεζες εισέπραξαν και τα λεφτά από το Δημόσιο, το οποίο είχε βγει εκτός της διαδικασίας των πλειστηριασμών.
Συνεπώς σήμερα εγώ μη έχοντας κανένα περιουσιακό στοιχείο μετά την εκποίηση τους από τις Τράπεζες, την πτώχευση της εταιρίας που δέσμευσε ακίνητη περιουσία άνω των 4.000.000 Ευρώ, βρίσκομαι σε ανυπαίτια αδυναμία να καταβάλω έστω ένα μέρος του οφειλόμενου προς το Δημόσιο ποσού εξαιτίας της τακτικής των Τραπεζών, που αποκόμισαν τα μέγιστα σε βάρος εμού και του Δημοσίου. Σημειώνω ότι μέχρι και το 2008 το Δημόσιο συνηγορούσε με την ορθή νομικά άποψή ότι δεν τηρήθηκε η ρύθμιση και συνεπώς δεν οφείλεται κανένα ποσό από εμένα προς αυτό. Μετά το 2008 όντας πια συνταξιούχος των 513 Ευρώ, με την ακίνητη περιουσία μου εκπλειστηριασμένη, και με διπλή επέμβαση στην καρδιά, αδυνατώ αντικειμενικά να διαθρέψω τον εαυτό μου και μη πληρωμή των οφειλόμενων ποσών έχει να κάνει με αντικειμενική αδυναμία. Για όλους αυτούς τους λόγους ζητώ να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων καθότι η μη πληρωμή των χρεών είναι απότοκο της μεγάλης ένδειας στην οποία περιήλθα, εξαιτίας των Τραπεζών". Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την αιτιολογία ότι: Α) Ως προς τον πρώτο: "Στην προκειμένη περίπτωση δεν προβλήθηκαν ούτε αποδείχτηκαν περιστατικά της προηγούμενης ζωής της κατηγορουμένης, που στοιχειοθετούν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική εν γένει ζωή της, και συνεπώς ο ισχυρισμός της ότι πρέπει να της αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί. Σημειωτέον ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για τη κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ. (...), που δεν αποδείχτηκε εν προκειμένω, και δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το οποίο μάλιστα στην ένδικη περίπτωση δεν είναι λευκό και η κατηγορουμένη, όπως προεκτέθηκε, έχει ήδη καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας". Και Β) ως προς τον δεύτερο: "Από όλη την ανωτέρω συμπεριφορά της καταδεικνύεται ότι γνώριζε (ως συμμετέχουσα ουσιαστικά στη διαχείριση της οφειλέτριας εταιρίας -αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της - η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε ήδη προβεί σε παρόμοιες αιτήσεις αποδέσμευσης άλλων υφιστάμενων ασφαλειών της από τις δανείστριες τράπεζες, ενίοτε και μετά από την αναγκαία έγκριση του Δημοσίου ως εγγυητή) ότι δεν υφίσταται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δικαίωμα απαλλαγής της από την εγγυητική ευθύνη της και για το λόγο αυτό δεν προσέφυγε δικαστικά για την ακύρωση της σχετικής πράξης βεβαίωσης οφειλών, αλλά αρκέστηκε στην αποστολή πλείστων επιστολών της προς τον αρμόδιο Υπουργό, προκειμένου να πετύχει την ευνοϊκή αντιμετώπισή τους, ούτε άλλωστε αποδείχτηκε ότι αυτή προσπάθησε με οποιοδήποτε τρόπο να άρει τις συνέπειες των πράξεών της".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία δεν προέκυπτε ότι ωθήθηκε αυτή στην πράξη της από μη ταπεινά ελατήρια ούτε ότι είχε πρότερο έντιμο βίο. Άλλωστε, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι τέλεσε την πράξη της από μη ταπεινά ελατήρια συνοδεύεται από περιστατικά που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ενώ, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν είχε αυτή λευκό ποινικό μητρώο, αλλά και δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είχε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς. Περαιτέρω αιτιολογία, ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, δεν ήταν αναγκαία. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση των παραπάνω ελαφρυντικών, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη καταδικάσθηκε, όπως αναφέρθηκε, σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ποινής, ο συνήγορός της ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω ποινής φυλακίσεως κατ` άρθρο 100 παρ. 1 του ΠΚ. Η Προεδρεύουσα, αφού έδωσε το λόγο, κατά σειράν, στον Εισαγγελέα και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ότι: "Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα της κατηγορουμένης για αναστολή εκτελέσεως της ποινής υπό όρους και επιτήρηση κατά το άρθρο 100 του ΠΚ πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη, όπως αυτή προέκυψε από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδίως δε αφού ληφθεί υπόψη και το ύψος του μη καταβληθέντος στο Δημόσιο ποσού (5.453.904,64 €), εκτιμωμένου και του χαρακτήρα της, αποδεικνύεται ότι υπάρχει βάσιμος φόβος ότι αν αφεθεί ελεύθερη θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις.
Συνεπώς, η εκτέλεση της ποινής της κρίνεται απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τη συγκεκριμένη κατηγορουμένη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, καθόσον η επιβολή περιοριστικών όρων δεν είναι ικανή προς τούτο (άρθρο 100 Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν 3904/2010)". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε, ως προς το αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης περί αναστολής της ποινής που της επιβλήθηκε, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία, αφού μνημονεύει ειδικώς στοιχεία (περιστάσεις τελέσεως πράξεως, ύψος ποσού που δεν καταβλήθηκε στο Δημόσιο), με βάση τα οποία έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει αυτήν από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. εκθ. 22/24 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της Κ. Σ. του Γ., για αναίρεση της 92/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ