Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 995 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία. Ο παθών μοτοποδηλάτης εξερχόμενος από στροφή ανετράπη και συρόμενος διαγωνίως προσέκρουσε στο ταξί που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος καταδικάστηκε με την αιτιολογία ότι είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εισέλθει εξ’ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στο συρόμενο ανελέγκτως επί του οδοστρώματος σώμα του παθόντος να διέλθει από δεξιά του. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί: α) δεν αναφέρει αν ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προβλέψει τη διαγώνια κίνηση του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του, αφού δέχεται ότι σύρονταν ανελέγκτως και β) δεν διευκρινίζεται και σε πόση απόσταση ο κατηγορούμενος μπορούσε να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας ενόψει της στροφής ώστε να κριθεί αν ήταν ασφαλής η κατάληψη από αυτόν του αντίθετου ρεύματος.




Αριθμός 995/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη, περί αναιρέσεως της 22/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.8.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1397/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, κατά δε την διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα συνερχόταν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση κατά τις περιστάσεις προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεις του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος σ' αυτήν αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά πλειοψηφίαν τα εξής: "Την 1.7.2003 και περί ώρα 18.55 ο Ψ1 οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση το ... . Το εν λόγω μοτοποδήλατο τη δεδομένη χρονική στιγμή έβαινε επί κατωφερικής κλίσεως τμήματος της ανωτέρω επαρχιακής οδού, με πλάτος οδοστρώματος 5,40μ και 2,70μ ανά ρεύμα κυκλοφορίας και η οποία (οδός) εμφάνιζε κατά την ανωτέρω πορεία του μοτοποδηλάτου δεξιά στροφή. Κατά την ίδια χρονική στιγμή και επί της ως άνω επαρχιακής οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς ... εκινείτο το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΕ (ταξί), οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο. Ενώ το δίκυκλο μοτοποδήλατο εξέρχονταν της επί του ρεύματος κυκλοφορίας του στροφής με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 36 χλμ/ώρα, απώλεσε για άγνωστη αιτία τον έλεγχό του, με αποτέλεσμα την ανατροπή του και την πτώση του οδηγού του στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια, τόσο το μοτοποδήλατο όσο και ο οδηγός του, συρόμενοι βιαίως και ανελέγκτως επί της ασφάλτου, αφού διήνυσαν σε διαγώνια γραμμή απόσταση 12,70μ, προσέκρουσαν με σφοδρότητα στο επί του κάτω εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου (ταξί). Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι το υπ' αριθ. κυκλ.... ΔΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, κατά την ως άνω χρονική στιγμή είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αν ληφθεί υπόψη ότι το εμπρόσθιο άκρο δεξιό τμήμα του εν λόγω οχήματος απείχε περί τα 1,54μ από το παρακείμενο του ασφάλτινου ρεύματος κυκλοφορίας έρεισμα, το συνολικό του οχήματος πλάτος είναι 1,90μ, το δε συνολικό πλάτος του οδοστρώματος στο συγκεκριμένο του ατυχήματος σημείο ανέρχεται σε 5,40μ. Επομένως το υπόψη όχημα (ταξί) είχε εισέλθει κατά την στιγμή της επί τούτου πτώσεως του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του περί τα 0,24μ [5,40-(1,54+1,90=)3,44μ], στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενο με ταχύτητα περίπου 40 χλμ/ώρα. Δηλαδή, με ταχύτητα κατά πολύ μικρότερη του ως προς τη πορεία του επισημασμένου ανώτερου ορίου των 90 χλμ/ώρα. Το προπεριγραφόμενο τροχαίο συμβάν, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του οδηγού του μοτοποδηλάτου Ψ1, εξαιτίας της συνθλίψεως του σώματος του (κορμού) από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και των συνεπακόλουθων εκτεταμένων κακώσεων στον θώρακα (πνεύμονες) και στην σπλαχνική κοιλότητα, που επέφεραν ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία, οφείλεται και στην αμέλεια του κατηγορούμενου οδηγού του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΕ (ταξί). Αυτός δεν επέδειξε στην κρινόμενη ατομική περίπτωση, την επιβαλλόμενη εξ αντικειμένου επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, η οποία κατ' αντικειμενική κρίση επιβάλλονταν με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις σε συνδυασμό με τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, τη κοινή λογική και πείρα και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του κατηγορούμενου θα κατέβαλε και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) ώφειλε και μπορούσε κατά τα αμέσως στη συνέχεια εκτιθέμενα να καταβάλει, σύμφωνα με τους ακόλουθους συλλογισμούς. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή το ανωτέρω ΔΧΕ αυτοκίνητο και προσθέτως δεν προέβη στους ενδεδειγμένους ελιγμούς για την αποφυγή του συγκεκριμένου ατυχήματος (βλ. άρθρα 12§1, 19§§ 1-3 ν. 2696/99 περί ΚΟΚ), αν και είχε τη σχετική δυνατότητα εν όψει των προσωπικών Ιδιοτήτων του, γνώσεων και ικανοτήτων, λόγω του επαγγέλματος του και της εντεύθεν κτηθείσας εμπειρίας. Και τούτο, διότι την προαναφερόμενη πτώση του Ψ1 επί του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΕ αυτοκινήτου ο κατηγορούμενος οδηγός του μπορούσε να αποφύγει. Ειδικότερα ο εν λόγω οδηγός, όπως σαφώς επί της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας τοποθετήθηκε, διευκρινίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε το υπόψη τροχαίο ατύχημα, με την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του, είχε πλήρη και ανεμπόδιστη οπτική εικόνα της οδού εφ' όλου του πλάτους της και σε ευθεία μάλιστα γραμμή και έως της στροφής επί της οποίας έβαινε το δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ψ1. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το δίκυκλο μοτοποδήλατο να εξέρχεται της στροφής "τρέχοντας πλάγια" και με "το τιμόνι του να τρέμει". Λαμβανομένου υπόψη ότι η μεταξύ των δυο οχημάτων απόσταση όταν ο κατηγορούμενος το πρώτον είχε οπτική επαφή με το αντιθέτως της πορείας του κινούμενο μοτοποδήλατο υπερέβαινε οπωσδήποτε τα 25 μέτρα, εφ' όσον μόνον η απόσταση από του σημείου ανατροπής του έως την πρόσκρουσή του μετά του σώματος του οδηγού του στο υπ' αριθ.... ΔΧΕ αυτοκίνητο ανέρχονταν σε 12,70μ (βλ. την από 1.7.03 έκθεση αυτοψίας μετά του συνημμένου πρόχειρου σχεδιαγράμματος του Α.Τ. ...), σε συνδυασμό με τη μικρή ταχύτητα που είχε το όχημα τούτο, ο κατηγορούμενος οδηγός είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει προς τ' αριστερά ελαφρό ελιγμό (πρβλ. ΑΠ 1525/87 Π.Χ. ΛΗ.218) και οδηγώντας το όχημά του εν όλω στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από το οποίο δεν διέρχονταν κάποιο άλλο όχημα να "δώσει χώρο" στο ανελέγκτως επί του οδοστρώματος συρόμενο σώμα του Ψ1, ώστε τούτο να διέλθει από την δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου. Στην εν λόγω παράλειψη του κατηγορούμενου, η οποία κατά τα προαναφερόμενα στοιχειοθετεί ευθέως και εκ του πράγματος ενεργό αιτία του θανάτου του Ψ1, δεν συνετέλεσε και η αμέσως πριν το ατύχημα θέση του αυτοκινήτου που οδηγούσε (ο κατηγορούμενος) στο μέσον του οδοστρώματος και εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, δεδομένου ότι η πτώση του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του Ψ1 (ειδικότερα με το σημείο του θώρακα και της κοιλιάς του) επί του εμπροσθίου μέρους του ΔΧΕ αυτοκινήτου χωροταξικά τοποθετείται στο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του τελευταίου και σε απόσταση 1,54μ από την άκρη του οδοστρώματος, ώστε συνυπολογιζόμενου του πλάτους του οχήματος σε 1,90μ να μην αποφεύγονταν οι θανάσιμες επί των παραπάνω σημείων του σώματός του κακώσεις και ο κατηγορούμενος οδηγούσε όπως επιπροσθέτως ώφειλε στο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του (ΚΟΚ 16 παρ. 1 και 4). Επισημαίνεται άλλωστε ότι η διάταξη του άρθρου 16 του ΚΟΚ έχει θεσπισθεί για να διευκολύνει την κίνηση των οχημάτων που ακολουθούν στο ίδιο ρεύμα πορείας και όχι για την αποφυγή συγκρούσεων αντίθετα κινούμενων οχημάτων, αφού ο οδηγός που κινείται στο προοριζόμενο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας δεν είναι δυνατόν να θεωρήσει έστω και πιθανή την τόσο αντικανονική κίνηση εκείνου, ο οποίος οδηγεί το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (βλ. ΑΠ 923/85 ΕΣΔ 1985.29, ΑΠ 787/85 ΕΣΔ 15.330, ΕΑ 4494/92 ΕΣΔ 1993.172, ΕΑ 513/85 ΕΣΔ 13.134, ΕφΠειρ 565/94 ΕΣΔ 1994.457). Απότοκη συνέπεια της εκ μέρους του κατηγορούμενου οδηγού Χ1 μη επιδείξεως της οφειλόμενης ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής (βλ. άρθρα 12 παρ.1, 19 παρ. 1-3 ν. 2696/99 περί ΚΟΚ), την οποία όπως προαναφέρθηκε αυτός ώφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ήταν να μην προβλέψει το επελθόν θανατηφόρο για τον Ψ1 συμβάν και για τον ίδιο (κατηγορούμενο) αξιόποινο αποτέλεσμα (ΠΚ 28) (ΑΠ 230/98 ΠΧ ΜΗ.808, ΑΠ 136/98 ΠΧ ΜΗ.773, ΑΠ 550/97 ΠΧ ΜΗ.125), ανεξαρτήτως της συντρέχουσας εν προκειμένω συμπεριφοράς και συνυπαιτιότητας του παθόντος οδηγού, ως όρου επίσης παραγωγικού του θανατηφόρου για τον ίδιο αποτελέσματος, συνιστάμενης στην για λόγους που τον αφορούσαν απώλεια του ελέγχου του δικύκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε, της ανατροπής του επί του οδοστρώματος και της μετέπειτα ανέλεγκτης κινήσεώς του".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε κατά πλειοψηφίαν ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά όμως που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει αν ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προβλέψει τη διαγώνια κίνηση του μοτοποδηλάτου, μετά την ανατροπή του και την πορεία του σώματος του οδηγού του, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα δέχεται, το μοτοποδήλατο μαζί με τον οδηγό του σύρονταν "βιαίως και ανελέγκτως επί της ασφάλτου". Επιπλέον, δέχεται ότι είχε τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος, ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, να εισέλθει εν όλω στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να διευκρινίζει σε πόση απόσταση μπορούσε να ελέγξει την κίνηση επί του αντιθέτου ρεύματος, ενόψει της στροφής, προκειμένου να κριθεί αν ήταν ασφαλής η κατάληψη του αντιθέτου ρεύματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αμέλειας του κατηγορουμένου, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 22/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή