Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 608 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 608/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννης Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νεφέλη Παγίδα, για αναίρεση της με αριθμό 5.695/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομέρεια την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεως του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την υπ' αριθ.144416/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησε ο αναιρεσείων έφεση με την υπ' αριθ. 13257/22.11.2005 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα έκθεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων μόνον, ενώ δεν αναφέρθηκε καθόλου σε εσφαλμένη απόρριψη της άνω ενστάσεως του. Την εν λόγω δε ένσταση πρότεινε αυτός και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και το οποίο την απέρριψε κατ' ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 5695/2008 ομοίως καταδικαστική απόφαση του. Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον δεν είχε περιληφθεί στην έκθεση εφέσεως λόγος (εφέσεως), αναφορικά με την ειρημένη ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α1' και Β1' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τη μη απαγγελία ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο που δημιουργήθηκε από τις ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Για τον ίδιο λόγο πρέπει ν' απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος και ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, για έλλειψη ακρόασης με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν απήντησε στον ισχυρισμό του, που είχε προβάλει πρωτοδίκως περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με το λόγο ότι δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ο πίνακας των χρεών, αφού στην παραπάνω έκθεση έφεσής του δεν διαλαμβάνεται τέτοιο παράπονο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείταιαυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησης της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1' λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του τελευταίου εγερθείσας ποινικής δίωξης για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο εκ του λόγου ότι η πράξη επιβολής προστίμου δεν είχε νομίμως κοινοποιηθεί προς αυτόν, φερόμενο ως Πρόεδρο της οφειλέτριας εταιρείας "COMPUTER CENTER A.E.", δεδομένου ότι η προς τον ... ως σύνδικο της εταιρίας "COMPUTER CENTER A.E.", κατά την 4.2.2002 γενόμενη κοινοποίηση της πράξης αυτής δεν είχε πλέον ο τελευταίος την ιδιότητα αυτή, λόγω του ότι με την 729/28.3.2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ορισθεί σύνδικος της εν λόγω πτωχεύσεως η δικηγόρος Μαρία Κώνστα - Κτενά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την παρακάτω επαρκή αιτιολογία: "Είναι μεν γεγονός ότι τυχόν μη κοινοποίηση της πράξεως επιβολής προστίμου έχει ως συνέπεια έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατ' αυτής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, για τη νομότυπη δίωξη της πράξης της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται η προηγουμένη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, ούτε η προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης επί ασκηθείσας προσφυγής αποφάσεως του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Επομένως, αφού η μη προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως ή η μη έκδοση αποφάσεως επί ασκηθείσας προσφυγής δεν καθιστά απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, πρέπει ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός να απορριφθεί ως αβάσιμος". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σημείο τούτο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 §§1γ', 2, 3 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο αποφάνθηκε αορίστως περί του παραπάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντα, χωρίς να εξειδικεύσει τί συνέτρεχε εν προκειμένω στη δικαζόμενη υπόθεση σε σχέση με το πρόσωπο αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το παραπάνω περιεχόμενο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε αλυσιτελώς προβληθεί εν όψει των από αυτό γενομένων δεκτών, ότι για την νομότυπη δίωξη της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβιάσεως, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 11.3.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 5.695/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή