Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2165 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Απαράδεκτο ποινικής δίωξης.




Περίληψη:
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ο ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του. Γίνεται δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, διότι η έγκληση υποβλήθηκε από την ενεχυρούχο δανείστρια.




Αριθμός 2165/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 80947/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που δεν παρέστη και με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/4.07.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αγγελικής Ανυφαντή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1216/2007

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 1251 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία", ενώ με το άρθρο 1255 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής - κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ενώ ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαιτήσεως από αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του (Ολ.Α.Π. 18/2004). Από τα προαναφερόμενα και σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του Ν. 5960/1933, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 2408/1996, με τις οποίες ορίζεται ότι "παρ. 1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού, παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών... και παρ. 5. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως για την από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσίβλητος κατηγορούμενος Χ1 εξέδωσε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2004, 6 Νοεμβρίου 2004 και 13 Νοεμβρίου 2004 τις με αριθμούς ..., ... και ...επιταγές αντίστοιχα, ποσών 40.000 ευρώ η καθεμία σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας "ΘΡΑΚΗ ΑΕ", πληρωτέες από την "Γενική Τράπεζα ΑΕ", Οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, προς την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ". Έτσι, η ενεχυρούχος δανείστρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος απέκτησε με την ως άνω οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της οπισθογράφου εταιρείας "ΘΡΑΚΗ ΑΕ", η οποία ενεχύρασε τις επιταγές, συνιστάμενη, με βάση το ενέχυρο, στο δικαίωμα εισπράξεως των εν λόγω επιταγών και μάλιστα στο όνομά της. Γι' αυτό, η ενεχυρούχος δανείστρια Τράπεζα, ως νόμιμη κομίστρια των εν λόγω επιταγών εμφάνισε αυτές αντιστοίχως στις 18 Οκτωβρίου 2004, 8 Νοεμβρίου 2004 και 15 Νοεμβρίου 2004, ήτοι εμπροθέσμως στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν στην τελευταία αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Μετά από αυτά η ενεχυρούχος δανείστρια Εθνική Τράπεζα, ως νόμιμη κομίστρια των προαναφερόμενων επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής των, δικαιούνταν σε υποβολή εγκλήσεως για παράβαση από τον αναιρεσίβλητο κατηγορούμενο Χ1 του ως άνω άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, την οποία και υπέβαλε αυτή νομοτύπως και με την οποία δήλωσε νομοτύπως επίσης, παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την παραπάνω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 80.947/2006 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, με το ακόλουθο αιτιολογικό: "Με το άρθρο 4 παρ. 1 α' Ν. 2408/96, προσετέθη στο άρθρο 79 ν. 5960/33 η παρ. 5, σύμφωνα με την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Βάσει αυτής της διατάξεως, καθιερώθηκε το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ως κατ' έγκληση διωκόμενο, υπαγόμενο στις διατάξεις των άρθρων 117 παρ. 1 και 118 παρ. 1 του Π.Κ., σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη. Όπως έχει κριθεί σε νομολογιακό επίπεδο (Α.Π. 1427/2003, Πραξ. Λογ. ΠΔ 2003, 450) όταν επιταγές μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση προς ενεχύραση απαιτήσεως δανείστριας Τράπεζας ("λόγω ενεχύρου") η Τράπεζα αποκτά ενέχυρο στις ενσωματωμένες στις επιταγές απαιτήσεις και συγχρόνως και οιονεί νομή επ' αυτών, ενώ ο ενεχυράσας εξακολουθεί να έχει την κυριότητα τους και το δικαίωμα στις απαιτήσεις από τις επιταγές, με αποτέλεσμα αυτός να θεωρείται ότι ζημιώνεται από τη μη πληρωμή τους και είναι ο δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως και όχι η Τράπεζα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 1251 είναι δυνατή η ενεχύραση επιταγής σε δανείστρια Τράπεζα δι' οπισθογραφήσεώς της. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα δεν αποκτά την κυριότητα επί του τίτλου και τα απορρέοντα από αυτόν δικαιώματα. Η ρήτρα "λόγω ενεχύρου" επιβάλλεται προκειμένου να προστατευθεί ο ενεχυραστής - οπισθογράφος από τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι η οπισθογράφηση μεταβιβάζει τον τίτλο κατά πλήρες δικαίωμα. Αυτός Παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικά δικαιούχος της εξ αυτού απαιτήσεως (βλ. Δελούκα Αξιόγραφα παρ. 72). Στην κρινόμενη υπόθεση ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση σε βάρος του κατηγορουμένου συνεπεία της εγκλήσεως της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Της ΕΛΛΑΔΟΣ", στην οποία μεταβιβάσθηκαν λόγω ενεχύρου.
Συνεπώς, εφ' όσον στην εγκαλούσα Τράπεζα οι άνω επιταγές, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σωμάτων των επιταγών, περιήλθαν ως ενεχυρούχου δανείστριας χωρίς αυτή να έχει εκ τού λόγου τούτου αποκτήσει κυριότητα επ' αυτών και δικαίωμα στις εξ αυτών πηγάζουσες απαιτήσεις.
Συνεπώς είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη ως προς το κατ' έγκληση διωκόμενο αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, εφόσον δεν υποβλήθηκε νομότυπα έγκληση και παρήλθε το τρίμηνο από την γνώση για την τέλεση της πράξεως και για το πρόσωπο που φέρεται ότι την τέλεσε (άρθρο 117 παρ. 1 Π.Κ. - ΑΠ 1427/2003). Με τις παραδοχές του αυτές το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, και πρέπει κατά παραδοχή του βάσιμου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.-

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 80.947/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή