Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 94 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Ακυρότητα απόλυτη λόγω κακής συνθέσεως δικαστηρίου (άρθρο 510 § 1α και 171 § 1α ΚΠΔ., άρθρο 17 Β΄ §§ 1, 3 και 4 Ν. 1756/1988. Κλήρωση όπου ο αριθμός των Εφετών είναι μεγαλύτερος των 15 (Εφετών). Δεν απαιτείται να αναγράφεται στην απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον κληρώθηκαν για τη σύνθεση. Ούτε ότι ο προεδρεύων Εφέτης κληρώθηκε, διότι κωλύεται ο κληρωθείς Πρόεδρος Εφετών. Η εκπροσώπηση από συνήγορο δεν περιλαμβάνει και την απολογία του απόντος κατηγορουμένου (άρθρο 227 § 3 ΚΠΔ). Δεν εισάγει λόγο άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, αλλά δυνητικόν λόγον απαλλαγής (προσωπικόν) από πάσης ποινής. Είναι η εφαρμογή του δυνητική από το δικαστήριο και δεν υποχρεούται αυτό να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Στοιχεία ψευδορκίας (άρθρο 224 ΠΚ). Στοιχεία ηθικής αυτουργίας (άρθρο 46 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. «Εν γνώσει» - Πότε αιτιολογία δόλου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 94/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπαλαφούτη, για αναίρεση της 5080/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1199/2009
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1Α' και 171 παρ. 1α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων.... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεώς του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του Ν. 1736/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" προκύπτει ότι προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) εφετών και εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συντίθεται, κατ' άρθρον 8 παρ. 1 γ' Κ.Π.Δ. από τον πρόεδρο εφετών ή του αναπληρωτή του και από δύο εφέτες (και με την συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέως ή αντεισαγγελέως εφετών), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδομένη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5080/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο συνετέθη "από προεδρεύοντα εφέτη και δύο εφέτες", εξού και ο αναιρεσείων αιτιάται ότι υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου, διότι δεν αναφέρεται ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και η αρχαιότεροί του εφέτες, εφ' όσον προήδρευσε εφέτης. Ο σχετικός, συνεπώς, λόγος αναιρέσεως εκ των άρθρων 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. περί απολύτου ακυρότητος, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, προτεινόμενος και υπό των τριών αναιρεσειόντων, αφού, κατά τ' άνω, δεν είναι αναγκαία η αναφορά κωλύματος του προέδρου εφετών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κατά το άρθρο 501 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρ 340 παρ. 2 Κ.Π.Δ. εκπροσώπηση κατά την συζήτηση εφέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του απόντος εκκαλούντος κατηγορουμένου από συνήγορο τον οποίον έχει διορίσει αυτός με έγγραφη δήλωσή του, δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 ιδίου Κώδικος απολογία αυτού, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορό του, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι τότε εκκαλούντες πρώτος Χ1 και δευτέρα Χ2 (νυν πρώτος και δευτέρα αναιρεσείοντες) παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, από τον οποίον και εξεπροσωπήθησαν.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορών αμφοτέρους αυτούς, κατά το εν σκέλος του, περί απολύτου ακυρότητος εκ των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. και 501 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., εκ του ότι "δεν εκλήθησαν προς απολογίαν νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον συνήγορό των" οι ανωτέρω απόντες εκκαλούντες, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Κατ' άρθρον 227 παρ. 3 Π.Κ. "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 225 τις τέλεσε για να αποφύγει ποινική ευθύνη, είτε δική του, είτε κάποιου από τους οικείους του, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή". Η διάταξη αυτή απαιτεί να έχει τελεσθεί η ψευδορκία μάρτυρος (άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ.) και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (άρθρο 225 Π.Κ.), ήτοι προϋποθέτει πάντα ψευδή κατάθεση, εις την οποία περιλαμβάνεται και η απόκρυψη ή άρνηση των αληθών. Δεν εισάγει λόγον άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, ούτε εξαλείψεως του αξιοποίνου, αλλά "δυνητικόν λόγον" απαλλαγής από πάσης ποινής και καλύπτει, κατά τ' άνω, την άρνηση μαρτυρίας, την κατάθεση αναληθών περιστατικών ή την, απόκρυψη των αληθών? αποτελεί, δηλαδή, προσωπικό λόγον απαλλαγής, που στηρίζεται εις την εις τον δράστη, δημιουργουμένη ψυχολογική κατάσταση, η οποία είναι μία οιονεί κατάσταση ανάγκης, η οποία δεν υπάγεται εις το άρθρο 32 Π.Κ., αλλά τυγχάνει ειδικής υπό του νόμου ρυθμίσεως δια του άνω άρθρου 227 παρ. 3 Π.Κ., εις τρόπον ώστε να παρέχεται εις τον δικαστήν η ευχέρεια, προκειμένου να κρίνει αν θα επιβληθεί ή όχι ποινή εις τον μάρτυρα, για τον οποίον έκρινε ότι ετέλεσε την ψευδορκία κ.τλ κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, να σταθμίζει εκάστοτε την εις ήν ευρέθη ο μάρτυς κατάσταση ανάγκης, ήτοι να σταθμίζει το είδος και την σπουδαιότητα της δι' αξιόποινο τινά πράξη ενοχής του μάρτυρος, η οποία ήθελε προκύψει εάν ούτος κατέθετε τα αληθή. Δι' ό και το εάν ο δράστης θα κριθεί ατιμώρητος απόκειται εις την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του περί μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση "ο συνήγορος των κατηγορουμένων αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε την αθώωση αυτών και την εφαρμογή του άρθρου 227 Π.Κ.". Το δικαστήριο απέρριψε τον άνω υποβληθέντα προσωπικό λόγον απαλλαγής των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ως εκ του πράγματος, εφ' όσον τους επέβαλε ποινή ήτοι εις τον Χ1 και την σύζυγό του Χ2, οι οποίοι, άλλωστε, και μόνον νυν, δια της δηλώσεως αναιρέσεώς των, αναφέρουν ότι η δευτέρα αυτών ετέλεσε την πράξη της ψευδορκίας προκειμένου να αποφύγει την ποινική ευθύνη ο πρώτος αυτών σύζυγός της ο οποίος είχε υποβάλλει την έγκληση. Εφ' όσον λοιπόν το μεν δεν εξετέθησαν εις το δικαστήριο της ουσίας περιστατικά, ώστε να σταθμίσει τούτο την κατάσταση εις ήν ευρέθη η Χ2 και κατέθεσεν εν γνώσει της ψευδή περιστατικά, το δε ο άνω λόγος είναι δυνητικός δια το δικαστήριο, το οποίο, κατά τ' άνω, δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόρριψη του εκ του άρθρου 227 παρ. 3 Κ.Π.Δ. λόγου, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο αφορών τους δύο πρώτους κατηγορουμένους -δύο πρώτους αναιρεσείοντες, κατά το έτερον σκέλος του, περί ελλείψεως αιτιολογίας εις την απόρριψή του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο πρώτος κατηγορούμενος - πρώτος αναιρεσείων Χ1 εκηρύχθη ένοχος για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας εις τις ψευδορκίες των Χ2 και Χ3 και κατεδικάσθη εις φυλάκιση 5 μηνών δι' εκάστη των άνω πράξεων, συνολικώς δε εις φυλάκιση ένδεκα (11) μηνών, αποτελουμένη από την ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών δια την πρώτη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, προσαυξανομένη κατά δύο (2) μήνες από την ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών για την δευτέρα πράξη της ψευδορκίας και κατά δύο (2) μήνες από εκάστη των δύο ηθικών αυτουργιών εις τις δύο ψευδορκίες.
Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτον σκέλος του οποίου ο αναιρεσείων αυτός Χ1, εσφαλμένα υπολαμβάνων ότι κατεδικάσθη μία φορά εις φυλάκιση πέντε (5) μηνών και χωρίς να αναφέρεται ότι η φυλάκιση αυτή αφορά κάθε πράξη για την οποία εκηρύχθη ένοχος, παραπονείται ότι το δικαστήριο καθώρισε συνολική ποινή καθ' υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για την κατ' άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 Π.Κ. κατά το οποίον "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλους ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση", προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενομένη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσεν ήσαν επίσης ψευδή. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α' Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση, πειθώ, απειλή, προτροπή, φορτικότητα κτλ β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη, η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5080/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο εδέχθη, μετά από αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του 3ου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκε ότι: "Από τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να εγνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 § 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφ' ενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα αφ' ετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών [ΑΠ 441/2008, ΑΠ 38/2008 δημ/ση Νόμος]. Εξάλλου κατά δε το αρ. 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού [ΑΠ 600/2008, ΑΠ 180/2008] . Στην προκείμενη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Η Θ εκμίσθωσε στις 23-5-1991 στον πρώτο κατηγορούμενο ένα κατάστημα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο τελευταίος για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Όμως από το έτος 1998 δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ τους σε σχέση με τις οφειλές μισθωμάτων. Στα πλαίσια αυτής της σφοδρής αντιδικίας ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε με την από 14-11-2002 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μεταξύ των άλλων και τον εγκαλούντα, δικαστικό επιμελητή, γιατί εξεταζόμενος ενόρκως στις 25-9-2001 και 3-6-2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου κατέθεσε εν γνώσει του τα αναφερόμενα εκεί ψευδή γεγονότα, τα οποία, εν γνώσει της αναληθείας τους τα ισχυρίστηκε και τα διέδωσε σε τρίτους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Κατά δε την κατάθεση της ως άνω μήνυσής του βεβαίωσε ενόρκως, εξεταζόμενος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ότι όσα αναφέρονται σε αυτήν είναι αληθή. Με βάση αυτή τη μήνυση ασκήθηκε κατά και του τώρα εγκαλούντος ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και άμεση συνεργεία σε απάτη στο Δικαστήριο. Κατά την προανάκριση που επακολούθησε με πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου εξετάστηκαν ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών οι δεύτερη και τρίτος από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι κατέθεσαν τα γεγονότα, που αναφέρονται στο διατακτικό. Όμως τα γεγονότα που κατέθεσε τότε [25-9-2001 και 3-6-2002] ο εγκαλών ήταν αληθή. Ειδικότερα όταν ο τελευταίος πήγε στο μίσθιο κατάστημα να επιδώσει στον πρώτο κατηγορούμενο έκθεση κατάσχεσης, μετά από παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της εκμισθώτριας, ο κατηγορούμενος πράγματι πήρε από το εσωτερικό του καταστήματος ένα όπλο [δίκανο] απειλώντας ότι "θα τους σκοτώσει όλους" δηλαδή το δικηγόρο και τον ιδιοκτήτη του ακινήτου. Ο εγκαλών αμέσως ενημέρωσε τα παραπάνω πρόσωπα για τις απειλές του πρώτου κατηγορουμένου. Στο επεισόδιο αυτό παρούσα ήταν η ..., σύζυγος του εγκαλούντα, δικαστική επιμελήτρια και αυτή, που είχε μεταβεί με σκοπό να συμπράξει στην κατάσχεση. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν κατέθεσε ψευδώς ως μάρτυρας, αφού πράγματι είχε όπλο στο μίσθιο κατάστημα και είχε απειλήσει τα παραπάνω πρόσωπα, υπέβαλε όμως τη μήνυση κατ' αυτού με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, πράγμα που έγίνε. Άλλωστε με την απόφαση 5648/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία είναι αμετάκλητη [βλ. το 3535/21-4-2007 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου], ο τώρα εγκαλών κηρύχθηκε αθώος των ως άνω αξιόποινων πράξεων, που του απέδιδε ο κατηγορούμενος, γιατί κρίθηκε ότι τα ως άνω γεγονότα ήταν αληθή. Περαιτέρω τα όσα κατέθεσαν οι δεύτερη και τρίτος από τους κατηγορουμένους ότι δηλαδή ο πρώτος δεν κατείχε όπλο [δίκανο] αλλά ένα "κοντάρν" με το οποίο καθάριζε τα τζάμια του καταστήματος, όταν ο εγκαλών μετέβη στο κατάστημά του και ότι με αυτό το αντικείμενο απείλησε αυτόν και τα υπόλοιπα προαναφερόμενα πρόσωπα, είναι ψευδή. Τα κατέθεσαν δε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αφού δεν ήταν παρόντες, όταν πήγε στο κατάστημα ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής με τη σύζυγο και συνάδελφό του. Μάλιστα ο τρίτος είναι τραπεζικός υπάλληλος και βρισκόταν στην εργασία του. Την απόφαση να καταθέσουν τα παραπάνω ψευδή γεγονότα την προκάλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στους δεύτερη και τρίτο με πειθώ και φορτικότητα, αφού η δεύτερη είναι σύζυγός του και ο τρίτος φίλος του και τους έπεισε προκειμένου να έχει ευμενή υπέρ αυτού έκβαση ο δικαστικός του αγώνας κατά της εκμισθώτριας του καταστήματος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καθώς και κατά του εγκαλούντος. Με βάση τα παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων, που σε καθένα αποδίδεται.".
Μετά ταύτα εκήρυξεν ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντας ως εξής : "Α. Τον κατηγορούμενο Χ1 ότι :
Α1. Την 14.11.2002 εν γνώσει καταταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και πιο συγκεκριμένα κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 14.11.2002 έγκλησή του κατά του ήδη εγκαλούντος Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ), στην οποία ανέφερε, εν γνώσει της αναλήθειας, περί του ανωτέρω ήδη εγκαλούντος μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Στην από 25-9-2001 κατάθεσή του [δηλ του ήδη εγκαλούντος Ζ] αναφέρει: "... Θυμάμαι ότι όταν κοινοποίησα στον α' μηνυτή (εννοεί εμένα) [δηλ. τον κατηγορούμενο Χ1] αντίγραφο της εκθέσεως κατασχέσεως, δεν θυμάμαι όμως πότε, αυτός πήρε ένα όπλο, μάλλον δίκανο, και είπε ότι θα τους σκοτώσει όλους, έπεσα πάνω του καθώς και ένας φίλος του προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε και έτσι ηρέμησε. Εμένα όμως μου ανέβηκε η πίεση εξ αιτίας αυτού τον επεισοδίου και μάλιστα εγχειρίσθηκα στην καρδιά". Στην από 3-6-2002 κατάθεσή του αναφέρει: "αυτά που κατέθεσα στην από 25-9-2001 ένορκη κατάθεσή μου ενώπιον της πταισματοδίκου Αθηνών κ. Καποπούλου βεβαιώνω και πάλι ενόρκως ότι είναι αληθή. Αμέσως μετά το συμβάν τηλεφώνησα στον κ. Καίτσα τον δικηγόρο και εντολέα μου και τον ενημέρωσα. Αυτός μετά τηλεφώνησε στον κ. Ξ. Είχα χρέος να το κάνω διότι φοβήθηκα μήπως πραγματοποιήσει το σκοπό του". Όλα όσα αναφέρει ο πρώτος μηνυόμενος [δηλ. ο εγκαλών Ζ] είναι αναληθή, συκοφαντικά και σκόπιμα διαστρεβλωμένα από αυτόν.... Την 8-3-99, ήλθε μόνος του στο κατάστημά μου, που βρίσκεται στην ..., οδός ..., ο Ζ και μου επέδωσε την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης που προανέφερα. ... Την ώρα που μιλούσαμε, καθάριζα τα τζάμια του καταστήματος μου με ένα κοντάρι ειδικό γα τη δουλειά αυτή και... το σήκωσα στον αέρα και είπα στον Τρίχα, πως θα τους καθαρίσω όλους με αυτά που μου κάνουν, κάνοντας λογοπαίγνιο και σε καμία περίπτωση δεν εννοούσα πως θα τους σκοτώσω. ... Όλα όσα λέει ο πρώτος μηνυόμενος για όπλα, για το φίλο μου, που, δήθεν, με συγκράτησε μαζί με αυτόν να μη σκοτώσω κανέναν από την οικογένεια ..., για το φόβο που του προκάλεσε ...πίεση και τον οδήγησε σε εγχείρηση καρδιάς!!!, είναι όλα αναληθή και πιστεύω πως τα κατέθεσε καθ' υποβολή του ζεύγους ..... .", τα οποία, είναι ψευδή, ενώ η αλήθεια, την οποία καλώς εγνώριζε, είναι ότι τα πραγματικά γεγονότα έλαβαν χώρα σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην από 25.9.2001 και από 3.6.2002 εξέταση του ήδη εγκαλούντος, το περιεχόμενο των οποίων είναι αληθινό. Στην παραπάνω πράξη του προέβη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του ανωτέρω ήδη εγκαλούντος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις.
Α.2. Την 14.11.2002 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και πιο συγκεκριμένα εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση της από 14.11.2002 έγκλησής του κατά του εγκαλούντος· Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ) βεβαίωσε, εν γνώσει της αναληθείας, ως αληθές το ως άνω περιεχόμενό της, ενώ η αλήθεια είναι όπως ανωτέρω υπό στοιχείο "Α.1." αναφέρεται.
Α.3. Την 23.12.2002 και την 5.12.2002 αντίστοιχα με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτοί διέπραξαν και πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να στηρίξει αποδεικτικά την από 14.11.2002 έγκλησή του κατά του εγκαλούντος Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ) και τη σκοπούμενη παραπομπή τους σε ποινική δίκη στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ενεργώντας με πειθώ, συνεχείς παραινέσεις και ιδιαίτερη φορτικότητα έπεισε αντίστοιχα τους συγκατηγορούμενούς του, Χ2 και Χ3, που δεν είχαν ήδη από μόνοι τους αποφασίσει, να εκτελέσουν αντίστοιχα την κατωτέρω αναφερόμενη υπό στοιχεία "Β.1." και "Β.2." άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτοί διέπραξαν αντίστοιχα.
Β. Τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ3 ότι : την 23.12.2002 και την 5.12.2002 αντίστοιχα, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα και πιο συγκεκριμένα εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, που διενεργούσε προανάκριση επί της από 14.11.2002 έγκλησης του Χ1 κατά του εγκαλούντος Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ), κατέθεσαν, εν γνώσει της αναλήθειας : (Β.1.) η κατηγορούμενη Χ2 την 23.12.2002, μεταξύ άλλων, τα εξής ".... εκείνη την ώρα ο σύζυγός μου [δηλ. ο κατηγορούμενος Χ1] καθάριζε τα τζάμια με ένα κοντάρι και γυρίζοντας στον επιμελητή [δηλ. στον εγκαλούντα Ζ] του είπε ότι θα καθαρίσω εγώ με αυτή την υπόθεση, εννοώντας ότι θα τακτοποιήσει την υπόθεση...." και (Β.2.) ο κατηγορούμενος Χ3 την 5.12.2002, μεταξύ άλλων, τα εξής : "...'Ημουν στο μαγαζί του μηνυτή [δηλ. του κατηγορούμενου Χ1], όταν ήλθε ο α' κατηγορούμενος Δικ. Επιμελητής [δηλ. ο εγκαλών Ζ] να του επιδώσει μία έκθεση κατάσχεσης του σπιτιού του.... Εκείνη την ώρα ο μηνυτής καθάριζε τα τζάμια του μαγαζιού του με ένα κοντάρι.... Τότε ο μηνυτής του είπε ότι τέτοιους ανθρώπους πρέπει να πάρεις ένα ξύλο και να τους κυνηγήσεις....", τα οποία είναι ψευδή, ενώ η αλήθεια, την οποία οι κατηγορούμενοι καλώς εγνώριζαν, είναι όπως ανωτέρω υπό στοιχείο "Α.1." αναφέρεται και ότι ο κατηγορούμενος Χ3 δεν ήταν παρών στο παραπάνω μαγαζί".
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας, τελεσθείσης και υπό των τριών κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων και της ηθικής αυτουργίας του πρώτου Χ1 τόσον εις την ψευδορκία της δευτέρας Χ2, όσον και εις την ψευδορκία του τρίτου Χ3, για τις οποίες όλες κατεδικάσθησαν αυτοί, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 224, 46 παρ. 1, 94 Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει. Ειδικότερα αναφέρονται η αρχή ενώπιον της οποίας κατέθεσαν αρμοδίως ενόρκως οι κατηγορούμενοι, τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσε εν γνώσει του ο Χ1 ως και τα αληθή, τα οποία εγνώριζεν, αφού ο ίδιος κατέθεσε την ψευδή μήνυση, τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσαν εν γνώσει των οι Χ2 και Χ3, αφού εμφανίζονται ως παρόντες και αυτόπτες κατά το επεισόδιο, ενώ ήσαν απόντες, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται ειδικώς από πού απεδείχθη η απουσία των και ανεξαρτήτως εάν τονίζεται ιδιαιτέρως η τελευταία αυτή του Χ3 και διατί δεν ήτο δυνατή η παρουσία του εις το μαγαζί του Χ1 χωρίς, εντεύθεν, να υπάρχει ουδεμία αντίφαση, η σχέση εξαρτήσεως των ανωτέρω (Χ2 και Χ3) με τον Χ1, και ο τρόπος, με τον οποίον αυτός προκάλεσε εις έναν έκαστον αυτών την απόφαση να ψευδορκήσουν, αφού η απόφαση τον κατεδίκασε για ηθική αυτουργία κατά συρροή και όχι κατ' εξακολούθηση όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο Χ1. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, τρίτος κατά το έτερον σκέλος, του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, τέταρτος και πέμπτος αφορώντες τους δευτέρα και τρίτον αναιρεσείοντας Χ2 και Χ3 οι τελευταίοι όμοιοι κατά περιεχόμενον, όλοι σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδία ως προς τα στοιχεία της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας υποστηρίζοντες εν εκτάσει ότι δεν αναφέρονται στην αιτιολογία τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος στο σύνολό της, καταδικασθεί δε έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2009 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αρθμ. 5080/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ