Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 789 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα.




Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου που σε δεύτερο βαθμό καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από το ότι ανεγνώσθη στην κατ' έφεση δίκη κατάθεση μάρτυρα που είχε δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό σε συνεδρίαση κατά την οποία εκδόθηκε η αναβλητική απόφαση για κρείσσονες αποδείξεις μετά την βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ότι ήταν αδύνατη η εμφάνιση της εν λόγω μάρτυρα στο ακροατήριό του και παρά τη δηλωθείσα από τον συνήγορο που εκπροσωπούσε στην κατ' έφεση δίκη τον ήδη αναιρεσείοντα, αντίρρηση αναφορικά με την ανάγνωση της καταθέσεως αυτής της αγνώστου διαμονής άνω μάρτυρα, καθόσον η ανάγνωση αυτής της καταθέσεως της εν λόγω μάρτυρα είχε αναγνωσθεί και στην δίκη στον πρώτο βαθμό κατά την οποία είχε εκδοθεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία είχε καταδικασθεί ο ήδη αναιρεσείων και δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματά του διότι μπορούσε ο δικηγόρος που είχε εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο στη δίκη στον πρώτο βαθμό κατά την οποία είχε εξετασθεί η μάρτυρας αυτή, να την εξετάσει και να ελέγξει και αμφισβητήσει την αξιοπιστία της σχολιάζοντας την κατάθεσή της, και έτσι δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου από το άρθρο 333 § 2 ΚΠΔ ή εκείνα από το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητός του προς καταλογισμό (άρθρο 36 § 1 ΠΚ) και επιβολή μειωμένης ποινής καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός όπως προβλήθηκε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δεν ήταν σαφής και ορισμένος από το ότι δεν εξετέθησαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνεται διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών του κατηγορουμένου ή διατάραξη της συνειδήσεώς του για να είναι δυνατό να αναγνωρισθεί ότι είχε μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του και να μπορεί να συμμορφωθεί προς την περί αδίκου αντίληψη και δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει σε τέτοιο αόριστο ισχυρισμό, εκ περισσού δε διέλαβε σκέψη περί απόρριψής του ως αβασίμου.




ΑΡΙΘΜΟΣ 789/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφάλα περί αναιρέσεως της 5670/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Παύλο Καζαντζίδη του Νικολάου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1612/09.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, παρά την αίτηση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα δεν αναγνώσει στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία, όταν αυτός για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο. Δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη, εφ' όσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Αντίθετα, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης καταθέσεως μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία, αν έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παραβιάζει δικαίωμα του τελευταίου να υποβάλλει ο ίδιος ή δια του συνηγόρου υπεράσπισης του ερωτήσεις στο μάρτυρα παρεχόμενο από το άρθρο 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ και επίσης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 καθώς και από το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά δικαιώματα που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997 και αποτελούν εσωτερικό δίκαιο με υπέρτερη του νόμου ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Ποιν.Δ εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5670/2009 απόφαση του κατ' έφεση δικάζοντος Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας με χρήση ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, μετά την παραδοχή ως παραδεκτής της εφέσεως του κατά της ερήμην του 70641/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εξέτασε του παρόντες από τους μάρτυρες κατηγορίας και όταν εν συνεχεία προτάθηκε από τον Εισαγγελέα να αναγνωσθούν τα αναγνωστέα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση της μάρτυρα Β, από τον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που τον εκπροσωπούσε προβλήθηκε αντίρρηση αναφορικά με την ανάγνωση του αγνώστου διαμονής άνω μάρτυρα. Από το Δικαστήριο δεν έγιναν δεκτές οι πιο πάνω αντιρρήσεις του συνηγόρου που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα αλλά έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα του Εισαγγελέα με την αιτιολογία ότι συντρέχει περίπτωση κατά τι άρθρο 365 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ να αναγνωσθεί η μοναδική δοθείσα κατάθεση της μάρτυρα Β που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της υπ' αριθ, 26751/2007 αποφάσεως του τριμελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως είχε αναγνωσθεί και κατά την διαδικασία στον πρώτο βαθμό καθόσον από την από 17-5-2009 βεβαίωση της επιμελήτριας δικαστηρίων ... προκύπτει ότι η εν λόγω μάρτυς τυγχάνει άγνωστη στην υπάρχουσα στη δικογραφία διεύθυνση ... και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η εμφάνιση της μάρτυρα αυτής στο ακροατήριο προκειμένου να καταθέσει. Ακολούθως με εντολή της προεδρεύουσας ανεγνώσθησαν τα εξής έγγραφα: Η υπ' αριθ. ... επιταγή, 2) η υπ'αριθ. ... επιταγή, 3)η από 5-3-2003 ένορκη εξέταση ..., 4) Το υπ'αριθ. ... έγγραφο ΕΤΕ, 5) το υπ' αριθ. ... έγγραφο ΕΤΕ, 6) το υπ' αριθ. 1185 έγγραφο ΕΤΕ, 7) αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, 8) η από 26-1-2005 ένορκη εξέταση ..., 9) Η από 27-4-2007 ένορκη εξέταση Β, η οποία περιλαμβάνεται στην 26751/07 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 10) Η υπ' αριθ. 2396/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 11) Η με αριθ. 10-9-1998 μήνυση του ... κατά του Χ, 12) Η από 24-1-2004 γνωμάτευση του ιατρού ..., 13) Το με αρ. πρωτ. 14187 πιστοποιητικό Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ..., 14) Αντίγραφο εγγράφου της Υγειονομικής Επιτροπής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ, 15) Το από 11-11-2002 έγγραφο της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομ. Δυτικής Αττικής, 16) Η υπ' αριθ. 70641/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (εκκκαλουμένη), ενώ στο εισαγωγικό του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο αυτό, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Παρά το ότι αντιτάχθηκε ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος ορθώς το Τριμελές Εφετείο, μετά την βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση της εν λόγω μάρτυρα στο ακροατήριο του, ως άγνωστης διαμονής, προχώρησε στην ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα Β που περιλαμβανόταν στην 26751/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η οποία ένορκη κατάθεση περιλαμβανόταν και στα έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποίαν εξεδόθη 70641/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Πέραν από το ότι η βεβαίωση στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης συνεπάγεται ότι εκτός από την ανάγνωση αυτών αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο των μνημονευομένων στα πρακτικά της δίκης εκείνης εγγράφων, δεν ήταν κατάθεση που να είχε δοθεί στην προδικασία η παρά την εναντίωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου αναγνωσθείσα ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Β. Από την παραδεκτή επισκόπηση, στα πλαίσια ερεύνης της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, του περιεχομένου στο φάκελλο της δικογραφίας αντιγράφου της υπ' αριθ. 26751/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μετά των πρακτικών ότι κατά τη συνεδρίαση του άνω Δικαστηρίου της 27-4-2007 όταν εκδικάζονταν σε πρώτο βαθμό (χωρίς να εκδοθεί οριστική απόφαση τότε αλλά αναβλητική για κρείσσονες αποδείξεις εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος που είχε και τότε εκπροσωπηθεί δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, η κατηγορία για την ίδια πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, είχε εξετασθεί ενόρκως μεταξύ άλλων μαρτύρων και η άνω μάρτυρας Β, η κατάθεση της οποίας είναι η επίμαχη που αναγνώσθηκε και κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου από το άρθρο 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε'του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα από το ότι η ένορκη κατάθεση της άνω μάρτυρα σε προγενέστερο στάδιο της κύριας διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ανεγνώσθη και στη δίκη κατ' έφεση κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μπορούσε ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την οποία εξετάσθηκε η μάρτυρας αυτή να την εξετάσει και να ελέγξει και να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της με σχόλια και παρατηρήσεις επί της καταθέσεως της κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Ούτε παραβιάσθηκαν οι θεμελιώδεις αρχές της αμεσότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και να εκδικασθεί η υπόθεση του αναιρεσείοντος δημοσίως και κατ' αντιδικία και κατά τρόπο ώστε να έχει αποτελεσματική υπεράσπιση.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από την ανάγνωση από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση της ενόρκου καταθέσεως της άνω μάρτυρα σε προηγούμενο στάδιο της κύριας διαδικασίας για την οποία δέχθηκε ότι η εμφάνιση της στο ακροατήριο του δεν ήταν δυνατή και η εναντίωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δια του συνηγόρου υπεράσπισης που τον εκπροσωπούσε, στην ανάγνωση τέτοιας καταθέσεως αντιβαίνει στιας διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης που πρέπει να κατατείνει στην εξακρίβωση της αληθείας. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής του της άνω καταθέσεως της μάρτυρα αυτής είναι αβάσιμος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματις και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά χωρίς να είναι αναγκαία η αναλυτική παράθεση τους και η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας του έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής, όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στο άρθρο 36 παρ. 1 Π.Κ Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, αν εξαιτίας κάποιες από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν έχει εκλείψει εντελώς αλλά μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται από το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Για την πληρότητα αυτού του ισχυρισμού δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί μόνο τις σχετικές διατάξεις του Π.Κ αλλά πρέπει να προβάλει κατά τρόπο ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνει τη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργικών ή τις παροδικές ψυχικές διαταραχές, ώστε ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών να κρίνει αν ο δράστης είναι ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό ως έχων εν μέρει μόνον ικανότητα για διάκριση του αδίκου και δυνατότητα συμμορφώσεώς του σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό μέχρι ενός ορισμένου βαθμού και να οδηγηθεί στην κρίση περί επιβολής μειωμένης ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε δια του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι επρόκειτο για άτομο με ελαττωμένο καταλογισμό προκειμένου να του επιβληθεί το ελάχιστο της ποινής. Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, δεν ήταν σαφής και ορισμένος, καθόσον δεν έγινε κατά την ανάπτυξη του επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών επί των οποίων να θεμελιωνόταν νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργών του κατηγορουμένου αυτού ή παροδικές ψυχικές διαταραχές ή διατάραξη της συνειδήσεως του ώστε να δύναται να αναγνωρισθεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως είχε μειωθεί η ικανότητα του να αντιληφθεί του άδικο χαρακτήρα της πράξεως και να μπορεί να συμμορφωθεί προς την περί αδίκου αντίληψη και επομένως ότι ήταν ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό. Επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του άνω αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά τις παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου γίνεται λόγος ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ήδη αναιρεσείων με πρόθεση κατάρτισε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες πλαστό έγγραφο του οποίου στη συνέχεια έκανε χρήση με την κατάρτιση εξ υπαρχής εντύπου επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με την μέθοδο σκάνερ, στο οποίο έθεσε τον αριθμό ..., σε χρέωση του λογαριασμού ... και συμπλήρωσε το έντυπο αυτό με την αντιγραφή ως τόπο εκδόσεως ..., ως ημερομηνία 14-12-2002, ως πληρωτέο ποσό ολογράφως και αριθμητικώς αυτό των ευρώ 7.800, ως πρόσωπο λήπτη τις λέξεις σε διαταγή εμού του ιδίου, και στη συνέχεια υπέγραψε στη θέση του εκδότη με την υπογραφή της μηνύτριας Ν κατ' απομίμηση άνευ γνώσεως της και προσθέτοντας το αριθμό ΑΦΜ αυτής και τους αριθμούς σταθερού και κινητού τηλεφώνου σκοπεύοντας με το έγγραφο που παρέδωσε στη συναλλαγείσα μετ' αυτού Β να παραπλανήσει αυτήν και μετέπειτα κομιστές του πλαστού αυτού τίτλου ότι είναι γνήσια η επιταγή και έχει εκδοθεί νομίμως. Εκ περισσού δέχθηκε το Εφετείο στο σκεπτικό περαιτέρω ότι από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που τέλεσε την άνω πράξη δεν είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό αλλά ότι αποδείχθηκε ότι αυτός ενήργησε εν πλήρει συνειδήσει και ότι η ενέργεια του απαιτεί ικανότητα στη σκέψη που υπάρχει όταν υφίσταται καλή ψυχική κατάσταση και δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαταραχή αυτής προκειμένου να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της υπεράσπισης του ως αβάσιμο. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ότι χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απερρίφθη ο άνω αυτοτελής ισχυρισμός του περί μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και του ότι οι λοιποί του αναιρεσείοντος για την απόδοση σ' αυτόν της άνω αξιοποίνου πράξεως παρά την έλλειψη οποιασδήποτε σχέσεως του με την φερόμενη ως εκδότρια και με την τελευταία κομίστρια της επίμαχης επιταγής, καθώς και την ελλιπή μόρφωση του, δεν είναι παραδεκτοί, καθόσον υπό την επίκληση των άνω λόγων διατυπώνει παράπονα σε σχέση με την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 5670/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ