Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 379 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Νόθευση εγγράφου. Ψευδής βεβαίωση παρ' υπαλλήλου. Ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές. Έννοια εγγράφου και υπαλλήλου. Ανάγνωση πορίσματος ΕΔΕ στην ποινική δίκη στη θέση ένορκης εξέτασης στο αρχείο της Εισαγγελίας. Λόγοι αναιρέσεων από καταδικασθέντες κατηγορουμένους για νόθευση εγγράφου [βιβλίου πρωτοκόλλου του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) και βιβλίου πρωτοκόλλου του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (ΑΠΣΙ)] για απόλυτη ακυρότητα (ανάγνωσης ένορκης εξέτασης στην ΕΔΕ του μετέπειτα κατηγορουμένου - πορίσματος ΕΔΕ), για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για υπέρβαση εξουσίας ως προς επιμέτρηση της ποινής του καταδικασθέντος για έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτει αιτήσεις.




Αριθμός 379/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ρουμελιώτη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, για αναίρεση της 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ4.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Οκτωβρίου 2009, 15 Οκτωβρίου 2009 και 14 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1501/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά της υπ' αριθμ. 4577/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 άσκησαν με τις από 16-10-2009 ξεχωριστές δηλώσεις τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται, όπως στο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε ή εκδόθηκε από υπάλληλο κατά την έννοια που δίνεται στον όρο υπάλληλος από τα άρθρα 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, βεβαιώνεται από αυτόν με πρόθεση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μέσα στα όρια της υπηρεσίας του ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο που αφορά στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, με συνείδηση της αναλήθειας αυτή του περιστατικού. Εξάλλου, για τη συγκρότηση της έννοιας αυτής της πράξης, η οποία εντάσσεται από το νόμο στα εγκλήματα που αφορούν την υπηρεσία και όχι τα έγγραφα (υπομνήματα), δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο ούτε καθ' ολοκληρία συμπλήρωση και από περάτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσωπογραφή του από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΠΚ, με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση, εκτός άλλων, νοθεύει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή που είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. α' του ΠΚ υπάλληλος είναι εκείνος, στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου. 0 υπάλληλος πρέπει να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση δημοσίων εγγράφων και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Περαιτέρω, κατά το εδ. γ' του άρθρου 13 ΠΚ το έγγραφο πρέπει να είναι δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στο χώρο του ποινικού δικαίου, δηλαδή πρέπει να πρόκειται για έγγραφο που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό καl προορίζεται για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Δεν είναι συνεπώς δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των άνω διατάξεων εκείνο το οποίο αφορά μόνο την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Από την ευρεία διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 εδ. α' του ΠΚ συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης, αποτελεί το είδος και η φύση της ανατιθέμενης σ'αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα, αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή το τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων, που μπορεί να γίνει και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Για την ιδιότητα του υπαλλήλου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η σχέση υποταγής και εξάρτησης του διοικητικού δικαίου. Έτσι περιλαμβάνονται και υπάλληλοι που δεν υπόκεινται σε ιεραρχική εξάρτηση με την έννοια των δημοσίων υπαλλήλων, όπως επίσης και αυτοί που δεν υπόκεινται καν σε ιεραρχική εξάρτηση. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχήν εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Εξάλλου, η ως άνω απαιτουμένη για την απόφαση των ποινικών δικαστηρίων από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο, χωρίς να υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως όχι μόνο μερικά από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού λόγω πραγματικής πλάνης ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4577/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (ως προς τους τρεις αναιρεσείοντες και τον συγκατηγορούμενό τους Χ4, μη όντα διάδικο στην προκειμένη αναιρετική δίκη). Ο 3ος κατηγορούμενος Χ3, ο οποίος ήταν ιατρός του Ε.Σ.Υ, είχε από 31-1-2001 διαγραφεί από τα μητρώα του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών λόγω συνταξιοδότησής του, από μεν το δημόσιο ως ιατρός Ε.Σ.Υ από 31-12-1999, από δε το Ταμείο Ασφάλισης Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ) από 1-6-2000 και ως εκ τούτου είχε απολέσει την ιδιότητα του ενεργού ιατρού . Παρά ταύτα εξακολουθούσε να μετέχει ως Πρόεδρος στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.) μέχρι 12-3-2002, που υπέβαλε την παραίτησή του, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 5 του Ν. 2690/1999, δεν μπορούσε να διατηρεί την ως άνω θέση του στο πειθαρχικό όργανο πέραν του τριμήνου από τη διαγραφή του ως ενεργός ιατρός, δηλαδή μετά την 31-1-2001. Ο 3ος κατηγορούμενος, λόγω της συμμετοχής του στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.), συμμετείχε επιπροσθέτως και ως μέλος στις αμειβόμενες συνεδριάσεις του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (Κ.Π.Σ.Ι) του Ενιαίου Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ). Την παράνομη συμμετοχή του 3ου κατηγορουμένου στα συμβούλια αυτά κατήγγειλε την 19-2-2002 ο μηνυτής Ψ, με την από 19-2-2002 αίτηση του, προς τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Μετά την υποβολή από τον Ψ της αμέσως παραπάνω αίτησης, ο 3ος κατηγορούμενος υπέβαλε την 12-3-2002 την παραίτησή του από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.). Μέχρι όμως 12-3-2002 συμμετείχε, όπως προαναφέρθηκε, στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών, όπως και στις συνεδριάσεις του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (Κ.Π.Σ.Ι). Το αναφερόμενο δε στην Α.Π. Υ7α/Γ.Π.οικ. 10053/28-1-2002 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας (Δ/νση Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας) Ανακαλούμε την με αριθμ. ... άδεια άσκησης επαγγέλματος του ιατρού Χ3, λόγω συνταξιοδότησής του από το ΤΣΑΥ" δεν έχει την έννοια ότι η ανάκληση της άδειας αυτού έγινε την 28-1-2002, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, διότι πρόκειται για διαπιστωτικό έγγραφο. Σε μια προσπάθεια αποφυγής του σκανδάλου και προκειμένου να φανεί ότι δήθεν το πειθαρχικό όργανο (Α.Π.Σ.Ι.) λειτουργούσε με νόμιμη σύνθεση, ο 3ος κατηγορούμενος Χ3 και ο 4ος κατηγορούμενος Χ1, Πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ), στις 13-2-2002, με περισσότερες πράξεις που στοιχειοθετούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση και από κοινού ενεργώντας έπεισαν, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις τους υφισταμένους τους υπαλλήλους 1° και 2η των κατηγορουμένων να προβούν στις παρακάτω πράξεις: Α) Ο 1ος κατηγορούμενος Χ4 στην ... στις 12-3-2002, ενώ ήταν υπάλληλος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ), που αποτελεί ΝΠΔΔ, στα καθήκοντα του οποίου (1ου κατηγορούμενου) ανάγεται και η τήρηση του γενικού πρωτοκόλλου, α) με πρόθεση έθεσε στο έγγραφο παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου Χ3 τη σφραγίδα της υπηρεσίας του βεβαιώνοντας ψευδώς ότι δήθεν παρέλαβε την από 12-3-2002 αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου στις 30-12-2001 και β) με πρόθεση νόθευσε το βιβλίο του γενικού πρωτοκόλλου του Π.Ι.Σ ως προς το χρόνο εγγραφής της παραίτησης του ως άνω κατηγορουμένου Χ3, σβήνοντας με τη χρήση διορθωτικού υγρού το ήδη καταχωρημένο έγγραφο του ΤΕΒΕ και καταχωρώντας στη θέση του την αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου με αύξοντα αριθμό πρωτοκόλλου ... Έτσι εμφανίζονταν ότι δήθεν ο 3ος κατηγορούμενος είχε υποβάλει την παραίτηση του την 30-12-2001, ημέρα Κυριακή, δηλαδή αργία και γιορτινή ημέρα, και όχι μετά την από 19-2-2002 αίτηση του Ψ στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και ότι δήθεν αναμένονταν να γίνει δεκτή η παραίτηση αυτή, η οποία φέρεται ότι δήθεν έγινε δεκτή στις 6-2-2002 από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΙΣ, ενώ σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή 8-3-2002. Β) Η 2η κατηγορούμενη Χ2 στην ... στις 12-3-2002, ενώ ήταν υπάλληλος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (Α.ΠΣ.Ι), που υπάγεται στο αυτό ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., στα καθήκοντα της οποίας είχε προσωρινά ανατεθεί, λόγω απουσίας της υπαλλήλου ..., η τήρηση του πρωτοκόλλου του Α.Π.Σ.Ι, στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταχωρούνται οι εφέσεις των ιατρών που αφορούν την πειθαρχική διαδικασία α) με πρόθεση προέβη αρχικά σε νόθευση του εγγράφου της παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου Χ3, μεταβάλλοντας αυθαίρετα, με την χρήση διορθωτικού υγρού, την εγγραφή στη σφραγίδα που είχε τεθεί στην ως άνω αίτηση και θέτοντας ως ημερομηνία υποβολής της αντί της ορθής 12-3-2002 την 30-12-2001 και β) προέβη στη συνέχεια σε ψευδή βεβαίωση στο βιβλίο πρωτοκόλλου του Α.Π.Σ.Ι ως προς το χρόνο εγγραφής της παραίτησης αυτού, αναγράφοντας την λήψη του εγγράφου αυτού στο βιβλίο πρωτοκόλλου στον αριθμό πρωτοκόλλου ..., αν και οι αμέσως προηγούμενες και επόμενες καταχωρήσεις έφεραν ημερομηνίες Μαρτίου 2002. Με τον τρόπο δε αυτό βεβαίωσε ότι το ως άνω έγγραφο (αίτηση παραίτησης) δήθεν παρελήφθη και πρωτοκολλήθηκε την 30-12-2001 αντί της ορθής ημερομηνίας 12-3-2002. Έτσι εμφανίζονταν ότι δήθεν ο 3ος κατηγορούμενος είχε υποβάλει την παραίτησή του την 30-12-2001, ημέρα Κυριακή, δηλαδή αργία και γιορτινή ημέρα, και όχι μετά την από 19-2-2002 σχετική αίτηση του Ψ στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και ότι δήθεν αναμένονταν να γίνει δεκτή η παραίτηση αυτή, η οποία φέρεται ότι δήθεν έγινε δεκτή στις 6-2-2002 από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΙΣ, ενώ σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή την 8-3-2002. Στις παραπάνω δε πράξεις προέβησαν και οι 1ος και 2η των κατηγορουμένων σε μια προσπάθεια αποφυγής του σκανδάλου και προκειμένου να φανεί ότι δήθεν το πειθαρχικό όργανο (Α.Π.Σ.Ι.) λειτουργούσε με νόμιμη σύνθεση. Ο ισχυρισμός της 2ας κατηγορουμένης περί πραγματικής πλάνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και αυτό διότι, το να προβαίνει αυτή σε καταχώρηση των αιτήσεων στο πρωτόκολλο κατά τη χρονική σειρά λήψης τους και να μην προβαίνει σε διαγραφή υπάρχουσας εγγραφής (που έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο) για να εγγράψει στη θέση της άλλη, που παραλήφθηκε μεταγενέστερα, δεν απαιτεί κάποια ειδική ενημέρωση στην τήρηση του πρωτοκόλλου ώστε να δικαιολογηθεί πραγματική αυτής πλάνη ως προς τη διαγραφή από αυτή (2η κατηγορουμένη) υπάρχουσας ήδη εγγραφής και εγγραφής στη θέση της αίτησης του 3ου κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ο 4ος κατηγορούμενος Χ1, ενώ ήταν Πρόεδρος του Π.Ι.Σ, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, στην Αθήνα στις 15-4-2002 και στις 25-4-2002 συνέταξε και υπέγραψε τα υπ. αρ πρωτ ... και ... έγγραφα του ΠΙΣ, που απευθύνονταν στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, στα οποία με πρόθεση βεβαίωνε ψευδώς ότι δήθεν ο Χ3 υπέβαλε την παραίτησή του στις 30-12-2001 και ότι δήθεν η παραίτηση αυτή έγινε δεκτή από το Δ.Σ της Π.Ι.Σ στις 6-2-2002, ενώ σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή την 8-3-2002. Στις πράξεις δε αυτές, που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβη ο 4ος κατηγορούμενος για να εμφανίζεται ότι δήθεν ο 3ος κατηγορούμενος είχε υποβάλει την παραίτηση του την 30-12-2001, ημέρα Κυριακή, δηλαδή αργία και γιορτινή ημέρα, και όχι μετά την από 19-2-2002 σχετική αίτηση του Ψ στον Ιατρικό Σύλλογο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να αποφευχθεί το σκάνδαλο και να φανεί ότι δήθεν το πειθαρχικό όργανο (Α.Π.Σ.Ι.) λειτουργούσε με νόμιμη σύνθεση. Την παραπάνω απόφαση του να προβεί σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση την προκάλεσε ο 3ος κατηγορούμενος, ο οποίος, με περισσότερες πράξεις που στοιχειοθετούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση τον έπεισε με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις στην Αθήνα στις 15-4-2002 και στις 25-4-2002 να τελέσει ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Το ότι η αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου από τη θέση του Προέδρου του ως άνω πειθαρχικού οργάνου προς τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών υποβλήθηκε την 12-3-2002 φαίνεται στο αποτύπωμα της σφραγίδας του πρωτοκόλλου του Α.Π.Σ.Ι πάνω στο σώμα της δήλωσης παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου Χ3. Πέραν όμως αυτού προκύπτει και από το πόρισμα της ΕΔΕ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το γενικό πρωτόκολλο του ΠΙΣ, που τηρούσε ο 1ος κατηγορούμενος, δεν ήταν θεωρημένο και υπογεγραμμένο και έφερε διαγραφές με τη χρήση διορθωτικού υγρού και άρα δεν αποτελούσε δημόσιο έγγραφο, απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε, για τη συγκρότηση της έννοιας της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου ούτε η καθ' ολοκληρία συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το τηρούμενο από την 2α κατηγορουμένη βιβλίο δεν αποτελούσε βιβλίο πρωτοκόλλου και άρα δεν αποτελούσε δημόσιο έγγραφο, απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, διότι η τήρησή του δεν προβλέπονταν από το νόμο αλλά τηρείτο με πρωτοβουλία της υπαλλήλου ..., την οποία η 2α κατηγορουμένη αντικατέστησε προσωρινά, και τηρείτο προς υποβοήθηση της ιδίας και διευκόλυνση της υπηρεσίας και προορίζονταν για εσωτερική μόνο χρήση. Πρέπει δε να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός, διότι το τηρούμενο βιβλίο πρωτοκόλλου δεν είναι απαραίτητο να προβλέπεται ρητά από το νόμο, αρκεί να απαιτείται η τήρησή του από τη φύση της υπηρεσίας, να τηρείται δε από υπάλληλο που ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, ή και υπάλληλο μη αρμόδιο, στον οποίο όμως είναι εμπιστευμένο ή προσιτό, ως εκ της υπηρεσίας του, να προορίζεται για εξωτερική χρήση και να έχει αποδεικτική δύναμη έναντι πάντων. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, το βιβλίο πρωτοκόλλου του ΑΠΣΙ τηρείτο από την 2α κατηγορουμένη, η οποία ήταν υπάλληλος, αρμόδια, έστω και προσωρινά, για τη σύνταξή του, η δε τήρηση του ήταν απαραίτητη από τη φύση της υπηρεσίας (επρόκειτο για πειθαρχική διαδικασία που απαιτούσε κατάθεση αιτήσεων, τήρηση προθεσμιών κλπ.). Επίσης αυτό, βάσει του υπηρεσιακού του προορισμού, παρείχε δημόσια πίστη και προορίζονταν για εξωτερική χρήση, δεδομένου ότι μπορούσε να λάβει γνώση αυτού και τρίτος (εξάλλου για το λόγο αυτό έλαβε γνώση και ο μηνυτής Ψ) όπως και να αναφερθεί σε αυτό, η δε αναφορά αυτή είχε αποδεικτική ισχύ, εφόσον, αφ' ης στιγμής εξέρχονταν των λειτουργικών ορίων της αρμοδιότητος του συντάκτη υπαλλήλου, ο τελευταίος έχει απολέσει τη δικαιοδοσία διαμόρφωσης του περιεχομένου του εγγράφου και αυτό έχει λάβει την συμφώνως προς τον προορισμό του θέση. Στην κρίση ότι οι 3ος και 4ος κατηγορούμενοι ήταν οι ηθικοί αυτουργοί στην τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων το δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του: 1) το γεγονός ότι έννομο συμφέρον για να προφυλάξουν το κύρος του ΑΠΣΙ και τη νομιμότητα των ληφθεισών αποφάσεων είχαν ο 3ος κατηγορούμενος, ως πρόεδρος του ΑΠΣΙ και μετέχων παράνομα στις συνεδριάσεις του, όπως και ο 4ος κατηγορούμενος, ως πρόεδρος του ΠΙΣ. 2) το γεγονός ότι οι 1ος και 2η κατηγορούμενοι ήταν απλοί υπάλληλοι σε αντίθεση με τους 3° και 4°, που ήταν άνθρωποι με κύρος και εξουσία, 3) το γεγονός ότι οι 1ος και 2η κατηγορούμενοι δεν προέκυψε ότι είχαν κάποιο λόγο (όπως συμφέρον) για να προβούν από μόνοι τους στις ως άνω παράνομες πράξεις αν δεν υπήρχε πίεση και προτροπή από τους 3° και 4° των κατηγορουμένων, 4) το κατατιθέμενο με κατηγορηματικότητα από τον μηνυτή στο παρόν δικαστήριο, ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου ήταν μία μεθόδευση για να μην ακυρωθούν οι αποφάσεις και ότι δύο απλοί υπάλληλοι δεν θα έκαναν μόνοι τους τέτοιες παρεμβάσεις, ότι οι 1ος και 2η ενήργησαν κατόπιν εντολών και υποδείξεων των 3ου και 4ου καθώς και ότι οι 3ος και 4ος είχαν στενή συνεργασία. Επίσης, η γνώση του 4ου κατηγορουμένου για το ψευδές περιεχόμενο των ... και ... εγγράφων του ΠΙΣ, που απηύθυνε στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, στα οποία βεβαίωνε ότι δήθεν ο Χ3 υπέβαλε την παραίτηση του στις 30-12-2001 και ότι αυτή έγινε δεκτή από το ΔΣ της ΠΙΣ την 6-2-2002 κυρίως προκύπτει: α) Από το γεγονός ότι, όταν αυτός εξεταζόταν ενόρκως κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ και του επισημάνθηκε ότι από το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή την 8-3-2002 και όχι την 6-2-2002, όπως βεβαίωνε στο ως άνω έγγραφο του, δεν έδωσε κάποια πειστική απάντηση αλλά τελείως αόριστα απάντησε ότι προφανώς είχε σχηματίσει λανθασμένη εντύπωση πως το θέμα συζητήθηκε την 6-2-2002 (βλ. πόρισμα ΕΔΕ). 2) Από το γεγονός ότι, ενώ η αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου υποβλήθηκε στην πραγματικότητα την 12-3-2002, φαίνεται ότι έγινε αποδεκτή από το ΔΣ του ΠΙΣ την 8-3-2002 δηλαδή πριν την υποβολή της, που φανερώνει πανικό λόγω του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί από την ως άνω αίτηση του Ψ. 3) Από το γεγονός ότι η 30-12-2001, που ο 4ος κατηγορούμενος δηλώνει στα προαναφερόμενα έγγραφα ότι έγινε η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου ήταν ημέρα Κυριακή και άρα αργία, οπότε δεν θα μπορούσε να υποβληθεί αίτηση παραίτησης την ημέρα εκείνη. Κατά συνέπεια πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται, διότι προέκυψαν σε βάρος τους τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση αυτών, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των κατηγορουμένων.
Τέλος αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο και συνεπώς πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ), γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός τους". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο με βάση τις ως άνω παραδοχές κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της νόθευσης εγγράφου και ψευδείς βεβαιώσεις παρ' υπαλλήλου (Χ2), της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση (Χ1) και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις (Χ3) και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της αναιρεσείουσας Χ2 (Χ1) και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο όλων των αναιρεσειόντων της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, επέβαλε σ' αυτούς συνολική ποινή: στην Χ2 τεσσάρων (4) μηνών, στον Χ3 πέντε (5) μηνών και στον Χ1 πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στο αιτιολογικό ή σε συνδυασμό με το διατακτικό της που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ.1, 84 παρ. 1, 94, 98 και 242 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία α)ως προς τη νόθευση του εγγράφου από την αναιρεσείουσα Χ2, αναφέροντας ορθά ότι αυτή είχε την υπαλληλική ιδιότητα και ότι το βιβλίο πρωτοκόλλου του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (ΑΠΣΙ) το οποίο νόθευσε κατά τον ως άνω αναφερόμενο τρόπο ήταν δημόσιο έγγραφα, β) ως προς την τέλεση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης από τον αναιρεσείοντα Χ1 κατ' εξακολούθηση (στις 15-4-2002 και στις 25-4-2002), επιβάλλοντας σ' αυτόν για την πράξη μία ποινή (φυλάκιση 3 μηνών) χωρίς να υπερβεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, γ)ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας των Χ1 και Χ3 από κοινού στην πράξη της νόθευσης εγγράφου που τέλεσαν ξεχωριστά οι συγκατηγορούμενοι τους Χ4 και Χ2, δ) ως προς την ηθική αυτουργία του Χ3 στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του Χ1, αναφέροντας πως οι κατηγορούμενοι ιατρός έπεισαν τους απλούς υπαλλήλους - δύο άλλους συγκατηγορούμενους (Χ4 και Χ2) και πως ο ιατρός Χ3 έπεισε τον συγκατηγορούμενό του ιατρό Χ1 να τελέσουν την αξιόποινη πράξη που τέλεσε καθένας αυτών ως φυσικός αυτουργός (νόθευση εγγράφου και ψευδή βεβαίωση). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η απαξία μιας πράξης με την οποία μεταβάλλεται με πρόθεση η πραγματική χρονολογία της καταχώρισης μιας αίτησης σε ένα δημόσιο βιβλίο, με έννομες συνέπειες από αυτήν τη μεταβολή, όταν προέρχεται από επιστήμονες που έχουν κάποια θέση στο σχετικό με το επάγγελμα-λειτούργημα τους επιστημονικό σύλλογο ή στο πειθαρχικό όργανο αυτών, με επιρροή σε ευρύ κύκλο ανθρώπων, όπως ήταν κατά το κρίσιμο διάστημα και οι δύο αναιρεσείοντες ιατροί, οι οποίοι τέλεσαν τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, είναι μεγαλύτερη εκείνης, αν προέρχεται από τους συμμετόχους στην ίδια πράξη απλούς υπαλλήλους, πειθομένους στην εκτέλεση τους από τους πρώτους. Ακόμη πρέπει να επισημανθεί ότι με την υπ' αριθμ. ΑΠ Υ 7α/Γ.Π οικ. 10053/28-1-2002 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Προνοίας (Διεύθυνσης Επαγγελμάτων Υγείας) ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. ... άδεια άσκησης επαγγέλματος του ιατρού Χ3 λόγω συνταξιοδότησης του από το ΤΣΑΥ. Η εν λόγω απόφαση όμως έχει διαπιστωτικό μόνο χαρακτήρα και ουδαμώς προσδίδει εξουσία στον συνταξιούχο από το ΤΣΑΥ από την 1-6-1999 ιατρό Χ3 να συμμετέχει πέραν του τριμήνου από της ημεροχρονολογίας της συνταξιοδότησης του στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ως να είναι εν ενεργεία ιατρός, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο ουσίας, το οποίο ορθά απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του. Και ε)η αιτιολογία της απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας Χ2 περί πραγματικής της πλάνης, ανεξαρτήτως του ότι αυτή εμπεριέχεται στην παραδοχή της με πρόθεσή της τέλεσης της πράξης της νόθευσης δημοσίου εγγράφου, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (βλ. τέλος 38ης - αρχή 39ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης) και η περί του αντιθέτου αιτίαση της είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι των κρινομένων αιτήσεων (ο υπό στοιχ. Η' της αίτησης μόνο του Χ1), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας [στους οποίους εμπίπτουν οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νόθευσης δημοσίου εγγράφου, β) της σύνταξης ψευδούς βεβαίωσης και γ) της συνδρομής της υπαλληλικής ιδιότητας στα πρόσωπα των κατηγορουμένων Χ4 και Χ2], πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες αυτοί, με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττουν αυτήν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω του ότι έτσι πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης κατάθεσης που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ή της κατάθεσης του επί ενόρκου διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), αν έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά την 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ. Κ.Π.Δ που θεμελιώνει έτσι λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 2/1999 και Ολ. ΑΠ 1/2004). Η παραμονή όμως της έγγραφης εξέτασης του υπόπτου που έλαβε χώρα κατά το στάδιο της προανάκρισης (όχι αυτεπάγγελτης) ή στο πλαίσιο της διενεργηθείσης ένορκης διοικητικής εξέτασης στο φάκελο της δικογραφίας και όχι στο αρχείο της Εισαγγελίας (στην περίπτωση που έχει αποσταλεί και σ' αυτήν από την αρμόδια διοικητική αρχή που διενήργησε την ΕΔΕ), όπως πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι ο κατηγορούμενος δεν στερείται κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων Χ1 πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι εντάχθηκε στον φάκελο της δικογραφίας της απόφασης αυτής η ένορκη εξέτασή του που έγινε στα πλαίσια της διενεργηθείσης ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), είναι μη νόμιμος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη" που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. Στην προκειμένη περίπτωση τόσο ο αναιρεσείων Χ1 με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης του όσο και ο αναιρεσείων Χ3 με το δεύτερο (άρ. 2.2) λόγο της κρινόμενης αίτησης του προβάλλουν αμφότεροι την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στήριξε την καταδικαστική, σε βάρος τους κρίση του και στην ένορκη κατάθεση του πρώτου αυτών κατά τη διενέργεια της προηγηθείσης της προκειμένης ποινικής δίκης ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ) από τους τότε αρμόδιους επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, κατά τον ν. 2920/2001, η οποία περιλαμβάνεται στο σχετικό πόρισμα το οποίο συνέταξαν οι διενεργήσαντες την εν λόγω ένορκη διοικητική εξέταση. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού των δύο ως άνω αναιρεσειόντων. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους κατηγορουμένους κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ και το από Απρίλιο 2004 πόρισμα της ΕΔΕ, μετά την ορθή απόρριψη του περί μη ανάγνωσής του αιτήματος των συνηγόρων των κατηγορουμένων (βλ. 17η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Δεν προκύπτει όμως από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο εν λόγω πόρισμα ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του μετέπειτα κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τους δύο αναιρεσείοντες κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η αναφορά και μόνο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και τις σ' αυτό αναφερόμενες επισημάνσεις για τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου (του δόλου) του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (βλ. σελ. 41 της προσβαλλόμενης απόφασης) και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσαν και αξιολόγησαν οι συντάκτες του εν λόγω πορίσματος (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου Χ1), προκειμένου να διατυπώσουν το πόρισμα της ερεύνης τους. Διαφορετικά θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης γινόταν ειδική μνεία της κατάθεσης αυτής.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης του Χ1 και δεύτερος λόγος της αναίρεσης του Χ3 με τις πιο πάνω αιτιάσεις του (του τελευταίου επικαλουμένου προσθέτως ότι η ενοχή του ως ηθικού αυτουργού επηρεάζεται από την ενοχή του φυσικού αυτουργού της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, που δέχθηκε το Δικαστήριο για τον Χ1), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν όλοι οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 16 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις: 1) του Χ1, κατοίκου ..., 2) της Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4577/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή