Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1510 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξύβριση, Πολιτική αγωγή, Τύπος, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Εξύβριση δια του τύπου. Στοιχεία εγκλήματος. Πολιτική αγωγή. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση για παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η πολιτική αγωγή που ασκήθηκε σ' αυτήν αν δεν καταβληθεί το πρόσηβον τέλος δικαστικού ενσήμου. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Οι διατάξεις του άρθρου 350 ΚΠΔ δεν απαγγέλλουν ακυρότητα για την μη απομάκρυνση των μαρτύρων από το ακροατήριο. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1510/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δοκιμάκη, περί αναιρέσεως της 69/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 κάτοικο ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότση.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 584/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται, η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 172 ΚΠΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η πολιτική αγωγή που ασκήθηκε σ` αυτήν αν δεν καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά (451/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου), ο Ψ1 δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του Χ1 , κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης δια του τύπου και ζήτησε να του καταβάλει 40 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη πράξη του κατηγορουμένου, κατέθεσε δε το 2792701 παράβολο δημοσίου ταμείου δέκα ευρώ, από το οποίο προκύπτει ότι πληρώθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιούς του τους αναφερόμενους στα πρακτικά δικηγόρους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο εξυβρίσεως, δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής για το αδίκημα αυτό και επιδίκασε στο σύνολό του το αξιούμενο ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, πριν ακόμη αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο πολιτικώς ενάγων επανέλαβε τη δήλωσή του για παράσταση, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 40 ευρώ, με επιφύλαξη, που του επιδικάσθηκε και πρωτοδίκως, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη πράξη του κατηγορουμένου και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιούς του τους αναφερόμενους στα πρακτικά δικηγόρους. Το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί ο πολιτικώς ενάγων από το σε βάρος του έγκλημα της εξυβρίσεως, το ποσόν που είχε ζητηθεί. Ενόψει αυτών ο πολιτικώς ενάγων παρέστη νομίμως στη διαδικασία του ακροατηρίου. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής (άρ.171 παρ.2 ΚΠΔ) με τις αιτιάσεις ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν προσκόμισε παράβολο των 10€ κατά την υποβολή της έγκλησης, δεν προσδιόρισε την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της υλικής ζημίας ή βλάβης του καθώς και δεν προσδιόρισε την αξιόποινη πράξη για την οποία δηλώθηκε η πολιτική αγωγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που να δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το Μάρτιο του έτους 2006 στην ... ο κατηγορούμενος όντας εκδότης-ιδιοκτήτης και συντάκτης του Δελτίου ενημερώσεως των Ενοριτών του Ιερού Ναού ..., το οποίο έχει κυκλοφορία εντός ... , αλλά και κυκλοφορεί εκτός αυτής με αποδέκτες όλους τους καταγόμενους από εκεί, συνέταξε και δημοσίευσε στη σελίδα 11 του υπ' αριθ. 37 φύλλου του ανωτέρω δελτίου, το παρακάτω κείμενο, αναφερόμενος στον εγκαλούντα Ψ1 τα ακόλουθα: "Δύο ολόκληρες σελίδες χρειάστηκαν από τους "μεγάλους κονδυλοφόρους" της εφημερίδας "..." για να αποφανθούν ότι όλα τα επίσημα κρατικά έγγραφα τα οποία αναφέρουν ότι τουλάχιστον από το έτος 1922 η Παναγία ... λειτουργούσε σαν Μοναστήρι, είναι άκυρα και πλαστά. Το μόνο που δέχονται, γιατί αυτό φαίνεται ότι τους βολεύει κάπως, είναι το ετήσιο ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το λεγόμενο "Δίπτυχα", γιατί όπως γράφουν, μεταξύ των ερημωμένων Ι. Μονών δεν συγκαταλέγεται και η Παναγία ..., αλλά αναφέρεται σαν Ιερό Προσκύνημα. Όσον αφορά τη φωτογραφία "ο μέγας ηθικολόγος" (ας μην του περνά η ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν του), προκείμενου να μη γελοιοποιείται συνεχώς, ας κάνει τον κόπο να ανοίξει μια εγκυκλοπαίδεια και θα μάθει ότι εφευρέτης της φωτογραφίας είναι ο Γάλλος Ν. ΝΙΕΠΕ το έτος 1827". Κατά την επικρατούσα στο Δικαστήριο αυτό άποψη, τα παραπάνω αναγραφόμενα από τον κατηγορούμενο στο πιο πάνω δημοσίευμα ήταν προσβλητικά για τον εγκαλούντα και έγιναν σκόπιμα από εκείνον, αφού ανεξάρτητα από την υπάρχουσα επιστημονική -ιστορική διάσταση απόψεων των ως άνω διαδίκων (κατηγορουμένου και εγκαλούντος), η οποία γινόταν απ' αυτούς δια του Τύπου και αφορούσε το θέμα αν η Ι.Μ. Παναγίας ... λειτουργεί ή όχι από την περίοδο των αρχών του 19ου αιώνα ως Μοναστήρι ή εθεωρείτο Ιερό Προσκύνημα, στο ανωτέρω δημοσίευμα αναγράφηκαν απαξιωτικά οι φράσεις "μεγάλος κονδυλοφόρος", "μέγας ηθικολόγος", "ας μην του περνά η ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν του" και "προκειμένου να μην γελοιοποιείται συνεχώς". Αυτές οι φράσεις αναφέρονταν αποκλειστικά στον εγκαλούντα, αφού κανείς άλλος δεν είχε υποστηρίξει στην προηγηθείσα δια του Τύπου διαμάχη των διαδίκων τα αντίθετα από τον κατηγορούμενο, ενώ ο εγκαλών είναι άτομο σεβαστό και κοινωνικά καταξιωμένο, γνωστό ευρύτερα στην τοπική κοινωνία για τη φιλανθρωπική, κυρίως, δράση του. Ειδικότερα, οι παραπάνω φράσεις που συνόδευαν το όλο επίδικο δημοσίευμα είχαν την ακόλουθη απαξιωτική και προσβλητική για τον εγκαλούντα έννοια: α) φράση "μέγας κονδυλοφόρος", την έννοια του ασήμαντου δημοσιογράφου, β) φράση "ηθικολόγος", εκείνη (έννοια) του ομιλούντος για να υπερασπίσει την ηθική γενικά, ενώ υπάρχει αμφιβολία, τουλάχιστον, για τη δική του ηθική, δεδομένου μάλιστα ότι συνοδεύτηκε και από τη φράση "και μην του περνά η ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν του", που υπονοεί ότι ήταν το παρελθόν του εγκαλούντος ύποπτο και γ) φράση "προκειμένου να μη γελοιοποιείται συνεχώς", την έννοια ότι και προηγουμένως έχει γελοιοποιηθεί εκείνος. Όλες οι ανωτέρω συνοδευτικές του επιδίκου δημοσιεύματος φράσεις ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να μην τις γράψει σ' αυτό, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, αλλά αναγράφηκαν απ' αυτόν με σκοπό να εξυβρίσει τον εγκαλούντα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντας και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση του άρθρου 361§1 ΠΚ είναι απορριπτέος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον αναιρεσείοντα εξυβρίσεως δια του τύπου (26 παρ.1, 27 παρ.1 361 παρ.1 ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο μόνο Ν.1178/1981, αρ.1, 2, 4, 47, ΑΝ1092/38, αρ. 2 10/1975 ως το αρ.47 αντικ. αρ. 4§2 Ν1738/87 σε συνδ. άρθρο μόνο §1 Ν2243/1994), με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2α ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ακόμη αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για την εξενεχθείσα κρίση του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα απ' αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται όσα αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε πλήρως πως στοιχειοθετείται η εξύβριση για την οποία κρίθηκε ένοχος και ότι η αναφερόμενη στο κατηγορητήριο φρασεολογία "δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένη από το γενικότερο πλαίσιο διαλεκτικής που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτού και του μηνυτή και αφορούσε στον χαρακτηρισμό ή όχι ως μοναστηριού της "Παναγίας της ..." και ότι στον μεταξύ τους δια δημοσιευμάτων διάλογο το πιο αιχμηρό ύφος και ο εντονότερος τόνος ήταν αμοιβαία αποδεκτά. Επιπροσθέτως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το έντυπό του κυκλοφορεί μόνο εντός της ενορίας του, ενώ το έντυπο του μηνυτή είναι πανελλαδικής κυκλοφορίας και ο τρόπος γραφής του δεν είναι τίποτε άλλο από αντιγραφή του τρόπου γραφή, του ύφους του μηνυτή και ότι τον τρόπο αυτό επέλεξε ουσιαστικά για να αμυνθεί και να προασπίσει και να διαφυλάξει το δικαίωμα των ενοριτών του για αντικειμενική πληροφόρηση. Έτσι, όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων, "έπρεπε το Δικαστήριο να εντοπίσει την αρχή ελλείποντος συμφέροντος εν προκειμένω και την μεθοδευμένη προσπάθεια του μηνυτή να με προκαλέσει να απαντήσω στα γραφόμενά του ώστε την επόμενη στιγμή να με μηνύσει ως θιγόμενος" και ότι "το Δικαστήριο, ομοίως έπρεπε να αιτιολογήσει ρητά πως η χρήση πληθυντικού, η αφηρημένη αναφορά σε αρθρογράφους, η έλλειψη αρνητικών ή μειωτικών χαρακτηρισμών και οι προτροπές έχουν εσκεμμένα περιφρονητική σημασία για το μηνυτή". Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με τον τρίτο , από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα ότι για την στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου έπρεπε να στοιχειοθετηθεί ειδικός δόλος (του 361§1ΠΚ) δηλαδή πρόθεση προσβολής παθόντος και γνώση του δράστη ότι η ενέργεια του αυτή προσβάλει την τιμή του παθόντος και μολονότι έκρινε ότι το δημοσίευμα του ήταν απαντητικού χαρακτήρα εντούτοις εξέλαβε την ενέργεια αυτή ως δόλια. Επίσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το δημοσίευμα του "το γνώριζε μόνο ο παθών που απευθύνονταν και όχι "άλλος" όπως το 361§1 ζητεί" και ότι, όπως αναφέρει, εσφαλμένα το Δικαστήριο "δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του 367§1γ σε συνδ. με αρ. 14§1Συντ., όταν μάλιστα εκ του κειμένου μου συνάγεται ότι καλόπιστα έκρινα ότι παραποιείται η ιστορική αλήθεια σε βάρος του κλήρου και του πληρώματος της εκκλησίας....". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, σύμφωνα και με όσα έγινα δεκτά πιο πάνω, είναι αβάσιμες. Τα υποστηριζόμενα δε από αυτόν ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εξυβριστικές φράσεις είχαν απαντητικό χαρακτήρα και ο τρόπος γραφής του δεν είναι τίποτε άλλο από αντιγραφή του τρόπου γραφής του ύφους του μηνυτή, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού ο τυχόν άδικος χαρακτήρας των πράξεων του μηνυτή δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή τον δόλο της πράξεως του κατηγορουμένου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος, ούτε τον από το άρθρο 367 του ΠΚ, ούτε άλλο αυτοτελή ισχυρισμό πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ούτε ο ισχυρισμός, ως προς την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλος), αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό. Ο κατηγορούμενος, κατά την μεν την απολογία του αρνήθηκε την κατηγορία και υποστήριξε ότι με το δημοσίευμά του δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του παθόντος, ενώ, δια του συνηγόρου του, κατέθεσε ισχυρισμούς (χωρίς όμως να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι τους ανέπτυξε και προφορικώς) τους οποίους χαρακτήρισε ως αυτοτελείς, προβάλλοντας ότι με το επίμαχο δημοσίευμα αυτός "προβαίνει στη σύνταξη ενός κειμένου με μία φρασεολογία αντίστοιχη εκείνης που ο μηνυτής είχε αρχικά χρησιμοποιήσει στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου που είχαν ξεκινήσει" και ότι "τα δύο μέρη είχαν αποδεχθεί το δηκτικό ύφος και τα αιχμηρά σχόλια". Ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός ούτε αυτοτελής είναι, αλλά ούτε και προτάθηκε παραδεκτώς, το Δικαστήριο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν δέχθηκε την βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών, αφού έκρινε ότι οι επίμαχες φράσεις είχαν την απαξιωτική και προσβλητική για τον μηνυτή έννοια που αναφέρεται στο σκεπτικό, ενώ ο μηνυτής είναι άτομο σεβαστό και κοινωνικά καταξιωμένο και ότι οι φράσεις αυτές αναφέρονταν αποκλειστικά στον εγκαλούντα, ο δε κατηγορούμενος θα μπορούσε να μην τις γράψει, "αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, αλλά αναγράφηκαν απ' αυτόν με σκοπό να εξυβρίσει τον εγκαλούντα", απορρίπτοντας έτσι αιτιολογημένα, εκ περισσού, τον μη υποβληθέντα κατά τρόπο ορισμένο ισχυρισμό ότι αυτός ενήργησε κατά τον πιο πάνω τρόπο, προς διαφύλαξη δικαιώματος και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367§1γτου ΠΚ). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 350 ΚΠΔ δεν απαγγέλλουν ακυρότητα για την μη απομάκρυνση των μαρτύρων από το ακροατήριο, ούτε αφορούν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των προσηκόντων σ' αυτόν δικαιωμάτων, οπότε και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα, είτε απόλυτη, είτε σχετική, από την παράσταση μάρτυρα κατά την εξέταση των λοιπών μαρτύρων στο ακροατήριο. Επιπλέον, προκειμένου για την ενώπιον του εφετείου αποδεικτική διαδικασία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 502 του ΚΠΔ, στην οποία, μεταξύ των διατάξεων που εφαρμόζονται κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 350 του ΚΠΔ.
Συνεπώς η εμπεριεχόμενη στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτίαση , ότι "καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας οι μάρτυρες κατηγορίας ήσαν μαζί εντός ακροατηρίου παρά τις έντονες διαμαρτυρίες μου... οράτε και σελ 3/21 της προσβαλλόμενης όπου το Δικαστήριο δεν ζήτησε να εξέλθουν οι λοιποί μάρτυρες της αίθουσας", είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, αφού η παρουσία των μαρτύρων πριν από την εξέτασή τους στο ακροατήριο, όταν εξετάζονται άλλοι μάρτυρες, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης (ενώ ουδόλως προκύπτει από τα πρακτικά ότι συνέβη τούτο, εκ μόνου του λόγου ότι δεν αναφέρεται ότι ζητήθηκε από τους μάρτυρες να εξέλθουν, ούτε ότι ο ήδη αναιρεσείων πρόβαλε οποιαδήποτε σχετική διαμαρτυρία). Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους αυτούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους αναίρεσης, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙΙ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί εξολοκλήρου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/13-4-2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..., κατά της 69/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή