Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2451 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2451/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημητρίου, περί αναιρέσεως της ΒΤ2968/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1247/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν.3160/ 2003 αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 24 παρ.1 του ν.3160/ 2003 ότι σε πταίσματα και πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσης του, εμφανισθείς ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια του συνηγόρου τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωση του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3160/ 2003 αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή συνήγορος του στην περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση, κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.2 του Ν. 3160/ 2003 κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329- 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357- 360, 366-373 ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας. Ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/ 2003 αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύτηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στη συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητας του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώσει στην Αιτιολογική Έκθεση του Σ.Κ.Π.Δ. για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεση του σε προγενέστερη συζήτηση της να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση του από την έφεση του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη αλλά οφείλει να δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ. 3/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: ο αναιρεσείων με την 12964/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 19-03-2007 έφεση του κατά την εκδίκαση της οποίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά της δικασίμου τις 21-03-2008 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατά παραδοχή αιτήματος του αναβολής λόγω σημαντικού αιτίου που αφορούσε το πρόσωπο του συνηγόρου του το Δικαστήριο εκείνο με την 1915/ 21-03-2008 απόφαση του ανέβαλε την δίκη στη ρητή δικάσιμο τις 31-10-2008, κατά την οποία ο αναιρεσείων παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου και υπέβαλε αίτημα αναβολής, ομοίως λόγω σημαντικού αιτίου οπότε το Δικαστήριο εκείνο δια της 6678/31-10-2008 απόφασης του ανέβαλε την εκδίκαση στη ρητή δικάσιμο τις 10-04-2009 χωρίς κλήτευσή του οπότε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη 2968/10-04-2009 απόφασή του δέχτηκε ότι δια της εκπροσωπήσεώς του στην αρχική δικάσιμο της 21-3-2008 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του είχε χωρήσει έναρξη της συζήτησης επί της ασκηθείσης έφεσης σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 ΚΠΔ και προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις. Με το να χωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης ορθώς έκρινε ότι η συζήτηση αυτή μετά την αναβολή έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης καθόσον το δικαστήριο δεσμευόμενο από την προηγούμενη παράσταση του αναιρεσείοντος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου δεν μπορούσε να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη αλλά όφειλε να την δικάσει στην ουσία. Επομένως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας με το να δικάσει την έφεση κατ' ουσίαν και να μην την απορρίψει ως ανυποστήρικτη δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο περί του αντιθέτου και κατ' ορθή εκτίμηση μόνος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί υπερβάσεως εξουσίας και ουχί περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου αφού οι άνω διατάξεις είναι δικονομικές και όχι ουσιαστικές είναι αβάσιμος. Επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-04-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της ΒΤ-2968/10-04-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή