Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1440 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Χρήση πλαστού από τρίτο. Στοιχεία αδικήματος (πλημμέλημα). Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Ισχυρισμός ότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώστηκε. Αβασιμότητα ισχυρισμού. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε "συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση" των αναφερομένων στην αίτηση αποδεικτικών μέσων. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογία και αντίφαση ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1440/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 8577/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Μ1.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 385/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένης να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 8577/2008 απόφασης, το Tριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με στοιχείο 11 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως " ιδιόχειρο σημείωμα". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και τη αριθμήσεως του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται το πρόσωπο που το συνέταξε, ο τόπος και ο χρόνος της συντάξεώς του. Επίσης δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του το πιο πάνω με αριθμό 11 αριθμούμενο έγγραφο. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του έλαβε υπόψη του το πιο πάνω αριθμούμενο έγγραφο που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην καταδικαστική, για την αναιρεσείουσα κρίση του και μάλιστα προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σε αυτήν αδικήματος, και ειδικότερα, ως προς την γνώση της πλαστότητας του έγγραφου του οποίου αυτή έκανε χρήση, έλαβε υπόψη του και το "από 27-6-01, ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής". Συγκεκριμένα αναφέρεται στο σχετικό μέρος του σκεπτικού της απόφασης " ...Μετά από τη διαπίστωση από την τράπεζα ότι η επιταγή είναι πλαστή η τελευταία κομίστρια Κ1 επικοινώνησε αμέσως με τη δεύτερη κατηγορουμένη ( δηλαδή την αναιρεσείουσα), η οποία παραδέχθηκε αμέσως ότι η επιταγή είναι πλαστή, γεγονός που δείχνει εμμέσως πλην σαφώς ότι γνώριζε για την πλαστότητα αυτής και την αντικατέστησε με άλλη (βλ. και το από 27-6-01 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής)". Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, με την πιο πάνω ημερομηνία( 27-6-2001) είναι το με αριθμό 6, το οποίο προσδιορίζεται ως "το από 27-6-01 ιδιόγραφο σημείωμα της Σ1". Από την παραδεκτή επίσης επισκόπηση του εγγράφου αυτού, που υπογράφεται από την αναιρεσείουσα και την Σ1 προκύπτει ότι η Σ1 παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τις αναφερόμενες στο έγγραφο αυτό δύο επιταγές, η πρώτη των οποίων ποσού 1.350.000, αφορά την επιταγή για την χρήση της οποίας κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, την πλαστότητα της οποίας αυτή δέχθηκε, και σε αντικατάσταση αυτών η αναιρεσείουσα παρέδωσε άλλες επιταγές. Επομένως το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ταυτίζεται με την παραδοχή της απόφασης, ότι, από την αναφερόμενη σύμβαση ανταλλαγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αναγνώρισε την πλαστότητα της επίμαχης επιταγής. Ουδεμία δε αμφιβολία καταλείπεται ότι το έγγραφο αυτό είναι το πιο πάνω αναφερόμενο, ως αναγνωσθέν με αριθμό 6 στα πρακτικά της δίκης, από το γεγονός ότι δεν μνημονεύεται στον προσδιορισμό του και το όνομα της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η Κ1 και η η Σ1, που εξετάστηκε, ως μάρτυρας, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο (κατά την εξέτασή της δήλωσε ότι ονομάζεται "Κ1 το γένος ...") Κατ' ακολουθία τούτων, οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι το αναγνωσθέν ιδιόχειρο σημείωμα έχει αποκλειστικώς έναν εκδότη, την Σ1, δηλ. το υπέγραψε μόνον αυτή, ενώ, αντιθέτως το επικαλούμενο στο κυρίως σκεπτικό "ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής" πρέπει αναγκαίως να φέρει τις υπογραφές δύο, τουλάχιστον, προσώπων και ότι αφήνεται να εννοηθεί, από το προαναφερθέν απόσπασμα του κυρίως σκεπτικού, ότι το "ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής" υπογράφεται από την αναιρεσείουσα και από την κομίστρια της επίμαχης επιταγής Κ1, ενώ το αναγνωσθέν ιδιόχειρο σημείωμα φέρει, ως ρητώς βεβαιώνεται στα πρακτικά, έναν μόνον εκδότη: την Σ1, οπότε πρόκειται για άλλο έγγραφο, είναι αβάσιμες. Η αναιρεσείουσα, συνεπώς, δεν στερήθηκε του από το άρθρο 358 ΚΠΔ απορρέοντος, υπερασπιστικού δικαιώματός της, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το, από 27-6-01, "ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής" και, έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι (δηλαδή η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της Μ1) ήταν ζευγάρι και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα συζούσαν στην οδό .... Μετά από ανώνυμη επιστολή, που απέστειλε η μητέρα της δεύτερης κατηγορουμένης έγινε έρευνα από το Α.Τ. ... στην πιο πάνω διεύθυνση. Κατά την έρευνα στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν μια μηχανική μεταλλική σφραγίδα, με 13 σειρές, οι με αρ. ....και ... επιταγές, στις οποίες υπήρχε μόνο η μηχανική σφραγίδα των εταιρειών "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε." και "... Ε.Ε.Β.Ε." και μια φωτοτυπία συμπληρωμένης επιταγής, σε διαταγή ..., ποσού 980.000 δραχμών, με εκδότρια την εταιρεία "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε." (...). Έτσι διαπιστώθηκε η παράνομη δραστηριότητα του πρώτου κατηγορουμένου. Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός κατά τις αρχές Απριλίου του 2001 κατάρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού. Ειδικότερα στη ..., κατά τον πιο πάνω χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος κατάρτισε την με αριθμό... επιταγή της Ε.Τ.Ε., θέτοντας σ'αυτήν αυθαίρετα στη θέση του εκδότη σφραγίδα της εταιρείας "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε." και δυσανάγνωστη υπογραφή, τόπο έκδοσης "...", ημερομηνία έκδοσης..., ποσό 1.350.000 δρχ. αριθμητικώς και ολογράφως σε διαταγή "..." και σε χρέωση του λογαριασμού ..., που ανήκε στην εταιρεία "ΑΙΟΛΙΑ Α.Ε.". Στην πράξη αυτή προέβη με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ότι η επιταγή είναι γνήσια και ότι έχει εκδοθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της πιο πάνω εταιρείας. Στη συνέχεια έκανε χρήση της επιταγής αυτής, αφού την παρέδωσε στη δεύτερη κατηγορουμένη. Η τελευταία γνώριζε ότι είναι πλαστή επιταγή, λόγω και του ερωτικού της δεσμού με τον πρώτο από αυτούς. Παρόλα αυτά την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ο1, για την εξόφληση οφειλής της προς αυτόν, αφού έκανε τις υδραυλικές εργασίες στο σπίτι της μητέρας της. Ο τελευταίος για την εξόφληση οφειλής του την μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση στην Κ1 που διατηρεί τεχνικό γραφείο στο ...Μετά τη διαπίστωση από την τράπεζα ότι η επιταγή είναι πλαστή η τελευταία κομίστρια Κ1 επικοινώνησε αμέσως με τη δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία παραδέχθηκε αμέσως ότι η επιταγή είναι πλαστή, γεγονός που δείχνει εμμέσως πλην σαφώς ότι γνώριζε για την πλαστότητα αυτής και την αντικατέστησε με άλλη (βλ. και το από 27-6-01, ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής). Ενόψει όλων αυτών συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου και της χρήσης πλαστού εγγράφου, σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα για την πράξη της χρήσης πλαστού (άρθρο 216 παρ.2- 1 ΠΚ), και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως.- Ειδικότερα αυτή κηρύχθηκε ένοχη του ότι : "... στο ..., αρχές Απριλίου 2001 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κατά την προανάκριση, πάντως κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2001, εν γνώσει της χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο εν γνώσει της χρησιμοποίησε την ως άνω αναφερόμενη πλαστή επιταγή σε οικονομική της συναλλαγή με τον Ο1, υδραυλικό, και εν συνεχεία με την Κ1 που διατηρούσε Τεχνικό Γραφείο στο ...".

ΙV. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι είναι πλαστή επιταγή, και παρόλα αυτά την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ο1, προκειμένου να εξοφλήσει οφειλή της προς αυτόν, αφού έκανε τις υδραυλικές εργασίες στο σπίτι της μητέρας της και ότι η γνώση της αυτή προκύπτει, αφενός λόγω και του ερωτικού της δεσμού της με τον συγκατηγορούμενό της αυτουργό της πράξεως της πλαστογραφίας και αφετέρου, από το γεγονός ότι, όταν η τελευταία κομίστρια Κ1 επικοινώνησε αμέσως με τη κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, αυτή παραδέχθηκε αμέσως ότι η επιταγή είναι πλαστή, με πληρότητα αιτιολόγησε τη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, δηλαδή την ηθελημένη ενέργειά της να παραπλανήσει με την χρήση της πλαστής επιταγής τον Ο1, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη σημασία, ήτοι, ότι η επιταγή ήταν γνήσια, προκειμένου να επιτύχει την εξόφληση της συγκεκριμένης προς αυτόν οφειλής της, αλλά και την γνώση της ως προς την πλαστότητα της επιταγής. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του πιο πάνω αδικήματος, με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος κα απορριπτέος. Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο τέταρτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε "συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση" των αναφερομένων στην αίτηση αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, διότι δεν μνημόνευσε, και εν συνεχεία, δεν εξέθεσε ειδικώς το γιατί πείσθηκε από την κατάθεση του μάρτυρος Ο1 (που κατέθεσε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν πλαστές), και όχι από την αντίθετη, κατά το περιεχόμενο της, κατάθεση του ... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας Μ;, κατά τις αρχές Απριλίου του 2001, κατάρτισε την αναφερόμενη σε αυτό πλαστή επιταγή και την οποία στη συνέχεια, (δηλαδή στις αρχές Απριλίου 2001) έκανε χρήση της επιταγής αυτής, αφού την παρέδωσε στη κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα. Κατά τον ίδιο χρόνο, αρχές Απριλίου 2001, όπως ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης, η αναιρεσείουσα έκανε χρήση της πλαστής επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν με οπισθογράφηση στον Ο1. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση προκύπτει από το ότι στο διατακτικό της απόφασης ο χρόνος τελέσεως της κατάρτισης και της χρήσης της πλαστής επιταγής της πράξεως είναι "στις αρχές Απριλίου" και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας προσδιορίζεται "στις αρχές Απριλίου 2001 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία... πάντως κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2001", δεδομένου ότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, μετά την κατάρτιση της πλαστής επιταγής, (στις αρχές Απριλίου 2001), η επιταγή παραδόθηκε στην αναιρεσείουσα από τον Μ1, η οποία ακολούθως την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον Ο1 "στις αρχές Απριλίου 2001 και πάντως κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2001" ( δηλαδή στις 15/4/01), χωρίς ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξεως από την αναιρεσείουσα να επιδρά στο χρόνο παραγραφής της, όταν η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (5/12/2008). Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στον πέμπτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το χρόνο τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων, είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, "ενώ άπτεται και του χρόνου παραγραφής του πιο πάνω πλημμελήματος", διότι στο διατακτικό, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεώς του ότι είναι οι "αρχές Απριλίου 2001" και, ταυτοχρόνως, η "διάρκεια του Πάσχα του 2001" και, διότι δεν είναι δυνατόν ταυτοχρόνως και να καταρτίστηκε η πλαστή επιταγή από το Μ1 και να μεταβιβάστηκε αυτή από την αναιρεσείουσα προς τον Ο1, ενώ υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως της πράξεως από τον Μ1 και από την ίδια την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, και συνεπώς είναι από απορριπτέος, ως αβάσιμος και ο πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω των αναφερομένων στην αίτηση ασαφειών και αντιφάσεων ως προς το χρόνο τελέσεως του αδικήματος από την αναιρεσείουσα.
VII. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση (δήλωση) αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 1727/24-2-09), της ..., για αναίρεση της 8577/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή