Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1720 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εκβίαση.




Περίληψη:
Επαρκής αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει.





Αριθμός 1720/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2091/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 201/18.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με τα της σχετικής δικογραφίας, την υπ' αριθμ. 292/3-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, , κατά του υπ' αριθμ. 2182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 156/07 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του υπ' αριθμ. 1401/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή (άρθρο 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1α', 94, 385 παρ.1 - 380 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύουν) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 3/12/2007 δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 292/2007 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του επιδόθηκε στις 23/11/2007 και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. και 139 και 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ.) και (β) υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας, διότι αγνόησε και δεν αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, που οδηγούν στην έλλειψη κάθε σχέσεως και συνδέσμου του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου με την σε βάρος του Ψ1 απόπειρα εκβιάσεως ( βλ. σελ. 2 έκθεσης αναίρεσης και ΑΠ 9/2001 Π.Χρ. ΝΑ'/788). Επειδή ο ’ρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο ’ρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς-) ενδείξεις ενοχής , για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο ’ρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. '’λλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Ill) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με την υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 385 παρ. Ι Π.Κ., όποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται στην διάταξη αυτή. Για την θεμελίωση του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται (α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή άλλου, (β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης, και (γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος έχει τη συνείδηση ότι, το περιουσιακό όφελος που επιδιώκεται δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης του (Α.Π. 1592/87 Ποιν.Χρον. ΛΗ σελ. 244), ή όταν η πράξη ή η παράλειψη αυτού δεν αποτελεί έκφραση του περιεχομένου της αυτονομίας της βουλήσεως και της ελευθερίας στις συναλλαγές, όπως αυτά θεμελιώνονται στα άρθρα 5 παρ. Ι και II του Συντάγματος και 361 Α.Κ. (Α.Π. 747/86 Π.ΧΡ. ΛΣΤ σελ. 735). Η απειλή, δηλ. η εξαγγελία ή και το δηλωτικό κάποιας συμπεριφοράς για την επέλευση κακού στην περιουσία αυτού προς τον οποίον κατευθύνεται, αν αυτός δεν ενεργήσει ή δεν απέχει από κάποια ενέργεια, ή δεν ανεχθεί κάτι, σύμφωνα με την διάθεση του απειλούντα, προϋποθέτει αδυναμία του απειλουμένου να αποφύγει τις απειλούμενες ζημίες, οι οποίες αποτρέπονται μόνο με τη συμμόρφωση του στις υποδείξεις του απειλούντος, καθ' όσον αν μπορεί με κάποιο τρόπο να εξουδετερώσει την απειλή και να απαλλαγεί απ' αυτήν, δεν νοείται εκβίαση. Η προαγγελία δε μιας παράλειψης συνιστά απειλή κατά την έννοια του άρθρου 385 Π.Κ., όταν υπάρχει νόμιμη υποχρέωση ενεργείας (Α.Π. 1145/2006 ΠΟΙΝ. ΛΟΓ. Έτους 2004 σελ. 1171, Α.Π. 477/2006 δημοσίευση στη NOMOS, Α. Π. 475/2005 (Ποιν. Δικ/νη έτους 2006 σελ. 837), Α.Π. 535/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 29, Α.Π. 582/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ σελ. 129). Απειλή θεωρείται κατά την έννοια της ανωτέρω αναλυόμενης διατάξεως και η ψυχολογική βία που στρέφεται εναντίον οιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, δηλαδή όχι μόνο κατά της ζωής αλλά και κατά της περιουσίας, της ελευθερίας, της τιμής ή της υπολήψεως αυτού, προαναγγέλουσα άμεση ή και στο προσεχές μέλλον επαγωγή κακού εξαρτώμενη από τη θέληση του απειλούντος (ΑΠ 419/90 Ποιν. Χρον Μ' σελ. 1122). Αν όμως ο φερόμενος ως δράστης προειδοποιεί απλώς το φερόμενο ως παθόντα ότι θα επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση απαίτησης του, γίνεται φανερό ότι δεν διαπράττεται εκβίαση αφού η επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησης του, και μάλιστα δικαστικώς, δεν συνιστά παράνομο περιουσιακό όφελος, ούτε η ζημία που απειλείται στο φερόμενο ως εξαναγκαζόμενο είναι παράνομη (Α.Π. 730/1998 Ποιν. Χρον. 1999 σελ. 251). Παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει, όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του δράστη ή του άλλου που ωφελείται, κατά του παθόντος. Το έγκλημα αυτό είναι τελειωμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, σαν επακόλουθο της βίας ή της απειλής, που ασκήθηκε σε αυτόν, συνεπεία της οποίας εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Αν δε, η ασκηθείσα, για τον προαναφερόμενο σκοπό, βία ή απειλή βίας, δεν προκαλέσουν στον απειλούμενο φόβο και δεν επιφέρουν σε αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν ολοκληρώνεται, αλλά η βία ή απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του (ΑΠ 256/1996 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 1638, ΑΠ 234/1996 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 1107, ΑΠ 1632/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 1032, ΑΠ 1575/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ σελ. 911). Κατά την διάταξη του άρθρου 42 παρ. Ι Π.Κ. όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.). Ως απόπειρα δεν χαρακτηρίζεται κάθε πράξη η οποία τείνει στην εκτέλεση του εγκλήματος, αλλά μόνο εκείνη που περιέχει "αρχή εκτελέσεως". Σαν τέτοια πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα εν όλω ή εν μέρει της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και άγει αναμφισβήτητα κατ' ευθεία στην πραγμάτωση του, ή τελεί προς αυτή σε αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία αμέσως άγει κατά τρόπο άμεσο, εάν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιοδήποτε λόγο (Α.Π. 2187/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 787, Α.Π. 144/2002 Πλογ 2002 σελ. 105, Α.Π. 1280/99 Ποιν. Χρον. Ν σελ. 631, Α.Π. 1105/98 Ποιν. Χρον. ΜΘ σελ. 601, Α.Π. 1368/98 Ποιν. Χρον. ΜΘ σελ. 731, Α.Π. 20/1995 Ποιν. Χρον. ΜΕ σελ. 307). Τέλος κατά το άρθρο 46 § 1 α Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πρόκληση και η παραγωγή σε άλλον της απόφασης για την εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε αυτός μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει όμως ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση αυτή να αναφέρονται σαφώς στην καταδικαστική απόφαση στην οποία πρέπει να αναφέρεται και ο δόλος του ηθικού αυτουργού που συνίσταται στην συνείδηση ότι παράγει σε άλλον την απόφαση για να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της πράξης που προκαλεί στον ηθικό αυτουργό να εκτελέσει (Α.Π. 180/2007 δημοσίευση στη NOMOS, Α.Π. 159/2007 δημοσίευση στη NOMOS, Α.Π. 671/2006 δημοσίευση στη NOMOS, Α.Π. 560/2005 ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 2005/515, Α.Π. 900/2004 ΠΟΙΝ. ΛΟΓ. Έτους 2004 σελ. 1171, Α.Π. 1469/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 1073, Α.Π. 64/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ σελ. 1070). Στην κρινομένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό που συγκέντρωσε η κυρία ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα κατ' άρθρο 308 Κ.Π.Δ., με την λήψη απολογίας του κατηγορουμένου, από τις καταθέσεις του ίδιου του παθόντα - μηνυτή Ψ1, και των μαρτύρων Ζ1 και Ζ2, καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία, υπομνήματα και τους λόγους εφέσεως του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, προκύπτουν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: Την 28-6-2003 ο Ψ1 προσήλθε στο Τμήμα Εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής και κατήγγειλε ότι την προηγουμένη ημέρα (27-6-03) και ώρα 22:30 λίγο πριν την επιβίβαση του στο Ι.Χ.Ε. αυτ/το του, που είχε σταθμεύσει σε πρατήριο υγρών καυσίμων, στην οδό ......, στην ......, απέναντι από τον χώρο εργασίας του, δέχτηκε επίθεση από τέσσερα άγνωστα άτομα, τα οποία αφού του έριξαν σπρέι στο πρόσωπο, το γρονθοκόπησαν και του προκάλεσαν σωματικές βλάβες. Επίσης του ανάφεραν κατά λέξη ότι " ...την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις ...". Εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του (του παθόντος) ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1. Την επιταγή αυτή δεν είχε εξοφλήσει ο παθών θεωρώντας ότι είναι πλαστή, καθόσον συμπληρώθηκε αντισυμβατικά (κατά την άποψή του, εκκρεμούσης της υπόθεσης τόσο στα αστικά όσο και στα ποινικά δικαστήρια. Την ίδια σχεδόν ώρα που έγινε η εναντίον του επίθεση άγνωστος άνδρας τηλεφώνησε στη σύζυγο του Γ1 και της είπε κατά λέξη "να δεις τον άνδρα σου πως τον καταντήσαμε, σειρά έχεις εσύ και η κόρη σου" (Βλέπ. σχετικώς την από 28-6-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Μία μέρα αργότερα (δηλαδή την 28-6-2003) ο παθών δέχτηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άνδρα ο οποίος απαίτησε απ' αυτόν την καταβολή του ανωτέρω ποσού απειλώντας την σωματική του ακεραιότητα. Συγκεκριμένα του είπε κατά λέξη ότι "... φέρε μας τα χρήματα, γιατί το σημερινό ήταν ένα χαΐδεμα, την επομένη φορά θα σε κτυπήσουμε πολύ άσχημα ..." (Βλέπ. σχετικώς την από 3-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Ακολούθησαν κι άλλα τηλεφωνήματα μέχρι που ορίστηκε (μεταξύ φυσικών αυτουργών και μηνυτή) συνάντηση για την καταβολή μέρους του αιτούμενου ποσού, την 16:00 ώρα της 3-7-2003 στην περιοχή του ... Αττικής. Προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα και οργανώθηκε αστυνομική επιχείρηση για την επ' αυτοφώρω σύλληψη των δραστών. Ακολουθώντας τις εντολές του δράστη ο μηνυτής Ψ1 μετέβη με ταξί στην περιοχή του ..... και μέσω του χώρου της Πανεπιστημιούπολης κατέληξε έξω από το νεκροταφείο της ίδιας περιοχής αναμένοντας, χωρίς όμως να προσέλθει κανείς για την παραλαβή των χρημάτων. Σημειωτέον δε ότι, όλα τα παραπάνω (προσημείωση χαρτονομισμάτων κλπ) έγιναν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του τμήματος δίωξης εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής (Βλέπ. σχετικώς τις από 4-7-2003 και 4-9-2003 ένορκες καταθέσεις του αστυνομικού Ζ2). Την επομένη (5-7-2003) ο παραπάνω Ψ1 δέχτηκε νεότερο τηλεφώνημα από τον ίδιο δράστη με απειλητικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα ο δράστης του είπε κατά λέξη ".... ρε μουνί, πήγες στους μπάτσους, ξέχνα τα λεφτά και θα δεις τι θα πάθεις". Έκτοτε δεν ενοχλήθηκε ξανά (Βλέπ. σχετικώς την από 26-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Σημειωτέον ότι, ο παθών Ψ1 σε όλες του τις ένορκες καταθέσεις, θεωρεί ότι, "πίσω από τις πράξεις" που καταγγέλλει βρίσκεται ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, με τον οποίο έχει οικονομικές διαφορές, τον οποίο (κατηγορούμενο) ρητώς κατονομάζει ως ηθικό αυτουργό των αγνώστων μέχρι τώρα φυσικών αυτουργών Βλέπ. τις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις Ψ1). Εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κυρία ανάκριση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του (για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτό) ότι, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην .... Αττικής, στις 27-6-2003 και περί ώρα 22.30' , με πρόθεση, προκάλεσε σε τέσσερις (4) άγνωστος (ακόμη) δράστες, με φορτικότητα, πειθώ, παραινέσεις και προτροπές, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, την απόφαση να εκτελέσουν από κοινού και με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος της απόπειρας εκβίασης σε βάρος του παθόντος, Ψ1, με εξαναγκασμό του, με βία και απειλή, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, που όμως, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως των τεσσάρων (4) αγνώστων αυτών δραστών, δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν υπέκυψε. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξερχόμενος ο παθών της επί της οδού Λεωφόρου ..... επιχειρήσεως δομικών έργων Ε1, όπου εργάζονταν, ως πολιτικός μηχανικός, δέχθηκε την επίθεση των παραπάνω τεσσάρων (4) αγνώστων δραστών, που από κοινού και με κοινό δόλο, με σκοπό να του προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, επιτέθηκαν στον παθόντα, για να τον εξαναγκάσουν, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος η ζωής, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, τον ακινητοποίησαν, με χρήση αναισθητικού σπρέι, τον γρονθοκόπησαν και τον απείλησαν, λέγοντας του επί λέξει "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις" εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του παθόντος ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε, δεν ολοκλήρωσαν όμως τον εγκληματικό τους σκοπό από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως τους, διότι δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν εξαναγκάστηκε στη ζητούμενη συμπεριφορά, ήτοι στην καταβολή των χρημάτων, με την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του και θα επιτυγχανόταν αντίστοιχα η σκοπούμενη από αυτόν περιουσιακή του ωφέλεια, αλλά ειδοποίησε την αστυνομία (βλέπ. σχετικώς το με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Με την κρινομένη έφεση του ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1υποστηρίζει ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει (αντιγραφή κατά λέξη από του ισχυρισμούς του) ότι: "... (1)Ο Ψ1, με όρους τεχνοκρατικούς, κατασκευάζει τον εαυτό του ως "θύμα", όλων των αληθών θυμάτων του, των οποίων λεηλάτησε τις οικονομίες. Και σε ένα βαθμό κατορθώνει να εξαπατά τα Δικαστήρια. Είναι μάλιστα τέτοια η ικανότητα του στην κατασκευή συνθηκών "θυματοποίησής" του, ώστε πέτυχε να αντιστρέψει το αυτονόητο και μάλιστα να διαφύγει αυτό της προσοχής όλων.....Συμπέρασμα: Είτε πρόκειται για σκηνοθετημένη "επίθεση" εναντίον του, ώστε να με εμπλέξει και να με τρομοκρατήσει αναφορικά με την υπόλοιπη αντιδικία μας (γίνεται αντιληπτό πόσο "αξιόπιστος" καθίσταται ένας εκβιαστής), είτε το επεισόδιο αφορά σε άλλο θέμα και το χρησιμοποιεί εναντίον μου. Ένα μόνον δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν: Να σχετίζεται με το πρόσωπο μου και μάλιστα για την επίδικη επιταγή των 91.000.000 δρχ., η οποία όμως δεν σχετίζεται με εμέ. (Βλέπ. 6η σελίδα λόγων εφέσεως), (2) Ενώ ευρισκόμεθα σε σκληρή αντιδικία σε σχέση με τις επιταγές ύψους 47.893.000 δρχ., την εξόφληση των οποίων πράγματι διεκδικώ, δεν ισχυρίστηκε ο μηνυτής ότι έγινε οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτές, εκ μέρους των εκβιαστών (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως), (3) Ισχυρίζεται ο μηνυτής ότι, τον κακοποίησαν τρεις σωματώδεις άνδρες. Ότι συγκεκριμένα του κατέφεραν γροθιές στο πρόσωπο , στο κεφάλι και στο στήθος (ορ. από 28-6-2003 κατάθεση του). Στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται όμως ότι δεν φέρει εμφανείς κακώσεις. Και περιέργως δεν προσκόμισε ούτε την ακτινογραφία (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως ),(4) Ο αυτόπτης μάρτυρας του Ζ1, ιδιοκτήτης του βενζινάδικου, ο οποίος είδε το επεισόδιο από απόσταση 30 μέτρων, κατέθεσε ότι είδε τέσσερα άτομα να φωνάζουν, εκ των οποίων το ένα ήταν ο μηνυτής. Και ότι "... δεν είδα να χτυπάνε το Ψ1...". Από το συνδυασμό λοιπόν της ιατροδικαστικής έκθεσης με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, προκύπτει ότι δεν χτυπήθηκε ο μηνυτής (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως),.... " (Βλέπ. σχετικώς λόγους εφέσεως). Από την εκτίμηση των λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται -κατά την κρίση μου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ. - ότι:(α)το ότι έλαβε πράγματι χώρα συμβάν - επεισόδιο κατά το οποίο ο μηνυτής ήταν "κλαμένος και αναστατωμένος" προκύπτει με βεβαιότητα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ζ1, σύμφωνα με την οποία (αντιγραφή κατά λέξη) "....ενώ έβαζα βενζίνη σε διερχόμενα αυτοκίνητα, άκουσα φωνές από τη γωνία του μαγαζιού, σε απόσταση γύρω στα τριάντα μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν. Γύρισα προς το μέρος που άκουγα τις φωνές και είδα το αυτοκίνητο του Ψ1, που ήταν σταθμευμένο στην άκρη του μαγαζιού, πάνω στο πεζοδρόμιο.....να είναι με την πόρτα του οδηγού ανοικτή και δίπλα από αυτό τέσσερα άτομα να φωνάζουν..... Φώναξα προς το μέρος τους και αμέσως τότε τα τρία άτομα έφυγαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ το τέταρτο άτομο που τελικά ήταν ο Ψ1 παρέμεινε. Όταν τον πλησίασα αυτός ήταν κλαμένος και αναστατωμένος....." (Βλέπ. σχετικώς την από 1- 7-2003 ένορκη κατάθεση Ζ1).Σημειωτέον δε ότι, δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας (πλην από τον κατηγορούμενο) η αλήθεια της καταθέσεως του παραπάνω αυτόπτη μάρτυρα Ζ1 (β)το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν φέρει "εμφανείς κακώσεις σώματος" (Βλέπ. σχετικώς την με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση) δεν σημαίνει ότι, η επίθεση εναντίον του είναι "σκηνοθετημένη" από τον ίδιο, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Και αυτό γιατί, λόγω της ξαφνικής εμφάνισης του μάρτυρα Ζ1 και των φωνών που έβαλε αυτός, είναι ευνόητο ότι, οι φυσικοί αυτουργοί - δράστες (οι οποίοι τράπηκαν τρέχοντας σε φυγή) δεν πρόφθασαν να του προκαλέσουν εμφανείς σωματικές κακώσεις, πλην όμως πρόφθασαν να του προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία. Πλέον τούτου, είναι (νομικώς) αδιάφορο εάν προκλήθηκαν ή όχι σωματικές βλάβες ή κακώσεις στον παθόντα, αφού για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη σωματικών βλαβών, αλλά αρκεί και η ύπαρξη απειλής, κατά την έννοια του άρθρου 333 Π.Κ., η οποία (απειλή) είναι πλέον ή βέβαιο ότι, προκλήθηκε στην κρινομένη περίπτωση, τόσο με λόγια, όσο και με έργα, (γ) της επιθέσεως ακολούθησαν και άλλες ενέργειες από πλευράς των αγνώστων δραστών, όπως π.χ. το απειλητικό τηλεφώνημα στη σύζυγο του μηνυτή κατά την 27-6-2003, (δ) βέβαιον είναι ότι, ο μηνυτής οφείλει διάφορα χρηματικά ποσά (όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται στην δικογραφία) στον κατηγορούμενο, ο οποίος (κατηγορούμενος ) επιδιώκει την είσπραξη αυτών. Το γεγονός ότι, ο μηνυτής δεν έχει διαφορές (όπως προκύπτει από την δικογραφία) με άλλα άτομα, ενδυναμώνει τις ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου και καθιστά βέβαιον ότι, αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός, εν όψει και των λοιπών επιμέρους περιστατικών που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά παραπάνω (π.χ. οι φυσικοί αυτουργοί είπαν στον παθόντα μηνυτή κατά λέξη ότι "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις"), (ε) το γεγονός ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ο ακριβής τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος προκάλεσε στους άγνωστους δράστες την απόφαση να απειλήσουν τον παθόντα -μηνυτή και να προκαλέσουν σ' αυτόν τις αναφερόμενες στην με αριθμό ...... ιατροδικαστική έκθεση σωματικές βλάβες, ουδόλως μειώνει την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί, τα αναφερόμενα στις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις του, ουδόλως έρχονται σε αντίθεση με κάποια άλλα στοιχεία της δικογραφίας, στ)το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται και θεωρεί "σκηνοθετημένα" τα όσα καταγγέλλει (ενόρκως) ο μηνυτής, ουδόλως μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες κατά της αξιοπιστίας του μηνυτή. Την άποψη αυτή ενισχύει και το (λογικό) γεγονός ότι, ο μηνυτής ουδέν ωφελείται (τουλάχιστον νομικώς), με το να "σκηνοθετήσει" μια απόπειρα εκβίασης. Κατά τα λοιπά δε νομικά και πραγματικά περιστατικά της κρινομένης υποθέσεως αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του με αριθμό 1401/2006 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή σ' αυτά, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της αιτιολογίας του εκκαλουμένου Βουλεύματος. Λόγω δε της αρνήσεως της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο και της αμφισβητήσεως υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του, κρίνεται αναγκαίο, για τη νομική πληρότητα της συγκεκριμένης υποθέσεως να σημειωθεί ότι: Όσον αφορά την εκτίμηση περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων ενοχής, από τις διατάξεις των αρ. 309 παρ. 1α', 310 παρ. 1α', 313 και 318 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (πλημμελειοδικών ή εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι, το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των αρ. 310 παρ. 1α' και 313 ΚΠΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο αρ. 179 ΚΠΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τις οποίες μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα αρ. 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν (Βλέπ. Ολομ. Α.Π. 9/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ σελ. 788 επόμ και Α.Π. 290/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ σελ. 922). Απ' όλα τα παραπάνω νομικά και πραγματικά περιστατικά σαφέστατα συνάγεται ότι, τα καταγγελλόμενα από τον μηνυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, είναι αληθή και ότι, αυτός που προκάλεσε την απόφαση στους άγνωστους δράστες να τελέσουν τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικώς αναφέρονται παραπάνω είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια, οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά του ως άνω κατηγορουμένου είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται) και επιβάλουν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Η πράξη αυτή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω θεμελιώνει τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42 §1, 46 §1α , 94, 385 παρ. 1 σε συνδ. με 380 §1 Π.Κ., όπως το άρθρο 385 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 495/1976 και τροπ. με αρθ. 1 παρ. 10 Ν. 2408/96. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον του, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Επομένως η με αριθμό 156/4-4-2007 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του με αριθμό 1401/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και κατ' εφαρμογή του άρθρου 319 § 3 ΚΠΔ πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, όλα, χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά (ορθώς) στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ. 1, 42 παρ.1, 46 παρ.1α, 94, 385 παρ. 1 - 380 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα, αβασίμως προβάλλονται, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται και αναπτύσσονται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα, τα δε αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά αναφέρονται κατ' είδος αναλυτικά (βλ. φύλλα 3 έως και 6 βουλεύματος). Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Τέλος, το από 3/12/2007 αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί, διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτησή του για αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω : (Α) Να απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος αίτημά του, (Β) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 292/3-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2182/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον ’ρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως " αιτείται δε συγχρόνως την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου " παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους ζητεί την ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου εμφάνισή του σε περίπτωση δε που ήθελε υποτεθεί ότι ζητεί αυτή προκειμένου να παράσχει διευκρινήσεις για ζητήματα που αφορούν την κατηγορία, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. α' ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται κατά τις αναφερόμενες σ' αυτό διακρίσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται: α) Εξαναγκασμός με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης αποφάσεως, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Αν ο απειλούμενος δεν υπέκυψε στην απειλή, δεν προέβη δηλαδή στην, ενέχουσα για τον ίδιο ή άλλον επιζήμια περιουσιακή διάθεση, επιζητούμενη (εκβιαζόμενη) συμπεριφορά, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν πραγματώνεται πλήρως, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, υπάρχει απόπειρα τελέσεως αυτού. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. α' του Π.Κ. προκύπτει ότι η πρόκληση και παραγωγή σε άλλον της αποφάσεως για την εκτέλεση της άδικης πράξεως που εκείνος διέπραξε, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει όμως ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση, να αναφέρονται σαφώς και με πληρότητα, καθώς επίσης και ο δόλος του ηθικού αυτουργού, που συνίσταται στη συνείδηση ότι παράγει της άδικης πράξεως. 'Ετσι η πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για εκτέλεση της άδικης πράξεως, μπορεί να γίνει από τον ηθικό αυτουργό με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και ανταλλάγματα, διαβλέποντας αυτός τη ροπή του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού του φυσικού αυτουργού. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 2182/2007 βουλεύματός του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων και απολογία κατηγορουμένου) τα εξής κατά πιστή μεταφορά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Την 28-6-2003 ο Ψ1 προσήλθε στο Τμήμα Εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής και κατήγγειλε ότι την προηγουμένη ημέρα (27-6-03) και ώρα 22:30 λίγο πριν την επιβίβαση του στο Ι.Χ.Ε. αυτ/το του, που είχε σταθμεύσει σε πρατήριο υγρών καυσίμων, στην οδό ......, στην ....., απέναντι από τον χώρο εργασίας του, δέχτηκε επίθεση από τέσσερα άγνωστα άτομα, τα οποία αφού του έριξαν σπρέι στο πρόσωπο, το γρονθοκόπησαν και του προκάλεσαν σωματικές βλάβες. Επίσης του ανάφεραν κατά λέξη ότι " ...την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις ...". Εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του (του παθόντος) ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1. Την επιταγή αυτή δεν είχε εξοφλήσει ο παθών θεωρώντας ότι είναι πλαστή, καθόσον συμπληρώθηκε αντισυμβατικά (κατά την άποψη του, εκκρεμούσης της υπόθεσης τόσο στα αστικά όσο και στα ποινικά δικαστήρια. Την ίδια σχεδόν ώρα που έγινε η εναντίον του επίθεση άγνωστος άνδρας τηλεφώνησε στη σύζυγο του Γ1 και της είπε κατά λέξη "να δεις τον άνδρα σου πως τον καταντήσαμε, σειρά έχεις εσύ και η κόρη σου" (Βλέπ. σχετικώς την από 28-6-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Μία μέρα αργότερα (δηλαδή την 28-6-2003) ο παθών δέχτηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άνδρα ο οποίος απαίτησε απ' αυτόν την καταβολή του ανωτέρω ποσού απειλώντας την σωματική του ακεραιότητα. Συγκεκριμένα του είπε κατά λέξη ότι "... φέρε μας τα χρήματα, γιατί το σημερινό ήταν ένα χαΐδεμα, την επομένη φορά θα σε κτυπήσουμε πολύ άσχημα ..." (Βλέπ. σχετικώς την από 3-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Ακολούθησαν κι άλλα τηλεφωνήματα μέχρι που ορίστηκε (μεταξύ φυσικών αυτουργών και μηνυτή) συνάντηση για την καταβολή μέρους του αιτούμενου ποσού, την 16:00 ώρα της 3-7-2003 στην περιοχή του .... Αττικής. Προσημειώθηκαν χαρτονομίσματα και οργανώθηκε αστυνομική επιχείρηση για την επ' αυτοφώρω σύλληψη των δραστών. Ακολουθώντας τις εντολές του δράστη ο μηνυτής Ψ1 μετέβη με ταξί στην περιοχή του ..... και μέσω του χώρου της Πανεπιστημιούπολης κατέληξε έξω από το νεκροταφείο της ίδιας περιοχής αναμένοντας, χωρίς όμως να προσέλθει κανείς για την παραλαβή των χρημάτων. Σημειωτέον δε ότι, όλα τα παραπάνω (προσημείωση χαρτονομισμάτων κλπ) έγιναν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του τμήματος δίωξης εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής (Βλέπ. σχετικώς τις από 4-7-2003 και 4-9-2003 ένορκες καταθέσεις του αστυνομικού Ζ2). Την επομένη (5-7-2003) ο παραπάνω Ψ1 δέχτηκε νεότερο τηλεφώνημα από τον ίδιο δράστη με απειλητικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα ο δράστης του είπε κατά λέξη ".... ρε μουνί, πήγες στους μπάτσους, ξέχνα τα λεφτά και θα δεις τι θα πάθεις". Έκτοτε δεν ενοχλήθηκε ξανά (Βλέπ. σχετικώς την από 26-7-2003 ένορκη κατάθεση Ψ1). Σημειωτέον ότι, ο παθών Ψ1 σε όλες του τις ένορκες καταθέσεις, θεωρεί ότι, "πίσω από τις πράξεις" που καταγγέλλει βρίσκεται ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, με τον οποίο έχει οικονομικές διαφορές, τον οποίο (κατηγορούμενο) ρητώς κατονομάζει ως ηθικό αυτουργό των αγνώστων μέχρι τώρα φυσικών αυτουργών Βλέπ. τις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις Ψ1).
Εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κυρία ανάκριση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του (για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτό) ότι, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην .... Αττικής, στις 27-6-2003 και περί ώρα 22.30" , με πρόθεση, προκάλεσε σε τέσσερις (4) άγνωστος (ακόμη) δράστες, με φορτικότητα, πειθώ, παραινέσεις και προτροπές, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, την απόφαση να εκτελέσουν από κοινού και με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος της απόπειρας εκβίασης σε βάρος του παθόντος, Ψ1, με εξαναγκασμό του, με βία και απειλή, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, που όμως, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως των τεσσάρων (4) αγνώστων αυτών δραστών, δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν υπέκυψε. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εξερχόμενος ο παθών της επί της οδού Λεωφόρου....... επιχειρήσεως δομικών έργων Ε1, όπου εργάζονταν, ως πολιτικός μηχανικός, δέχθηκε την επίθεση των παραπάνω τεσσάρων (4) αγνώστων δραστών, που από κοινού και με κοινό δόλο, με σκοπό να του προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, επιτέθηκαν στον παθόντα, για να τον εξαναγκάσουν, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος η ζωής, σε πράξη από την οποία να επέρχεται περιουσιακή του ζημία, τον ακινητοποίησαν, με χρήση αναισθητικού σπρέι, τον γρονθοκόπησαν και τον απείλησαν, λέγοντας του επί λέξει "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις" εννοούσαν δε λευκή επιταγή εκδόσεως του παθόντος ποσού 91.723.000 δραχμών που τότε κατείχε, δεν ολοκλήρωσαν όμως τον εγκληματικό τους σκοπό από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της βουλήσεως τους, διότι δεν επήλθε περιουσιακή ζημία του παθόντος, που δεν εξαναγκάστηκε στη ζητούμενη συμπεριφορά, ήτοι στην καταβολή των χρημάτων, με την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του και θα επιτυγχανόταν αντίστοιχα η σκοπούμενη από αυτόν περιουσιακή του ωφέλεια, αλλά ειδοποίησε την αστυνομία (βλέπ. σχετικώς το με αριθμό 1401/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Με την κρινομένη έφεσή του ο εκκαλων - κατηγορούμενος Χ1 υποστηρίζει ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει (αντιγραφή κατά λέξη από του ισχυρισμούς του) ότι: "... (1)Ο Ψ1, με όρους τεχνοκρατικούς, κατασκευάζει τον εαυτό του ως "θύμα", όλων των αληθών θυμάτων του, των οποίων λεηλάτησε τις οικονομίες. Και σε ένα βαθμό κατορθώνει να εξαπατά τα Δικαστήρια. Είναι μάλιστα τέτοια η ικανότητα του στην κατασκευή συνθηκών "θυματοποίησής" του, ώστε πέτυχε να αντιστρέψει το αυτονόητο και μάλιστα να διαφύγει αυτό της προσοχής όλων. Συμπέρασμα: Είτε πρόκειται για σκηνοθετημένη "επίθεση" εναντίον του, ώστε να με εμπλέξει και να με τρομοκρατήσει αναφορικά με την υπόλοιπη αντιδικία μας (γίνεται αντιληπτό πόσο "αξιόπιστος" καθίσταται ένας εκβιαστής), είτε το επεισόδιο αφορά σε άλλο θέμα και το χρησιμοποιεί εναντίον μου. Ένα μόνον δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν: Να σχετίζεται με το πρόσωπο μου και μάλιστα για την επίδικη επιταγή των 91.000.000 δρχ., η οποία όμως δεν σχετίζεται με εμέ. (Βλέπ. 6η σελίδα λόγων εφέσεως), (2) Ενώ ευρισκόμεθα σε σκληρή αντιδικία σε σχέση με τις επιταγές ύψους 47.893.000 δρχ., την εξόφληση των οποίων πράγματι διεκδικώ, δεν ισχυρίστηκε ο μηνυτής ότι έγινε οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτές, εκ μέρους των εκβιαστών (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως), (3) Ισχυρίζεται ο μηνυτής ότι, τον κακοποίησαν τρεις σωματώδεις άνδρες. Ότι συγκεκριμένα του κατέφεραν γροθιές στο πρόσωπο, στο κεφάλι και στο στήθος (ορ. από 28-6-2003 κατάθεση του). Στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται όμως ότι δεν φέρει εμφανείς κακώσεις. Και περιέργως δεν προσκόμισε ούτε την ακτινογραφία (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως ),(4) Ο αυτόπτης μάρτυρας του Ζ1. ιδιοκτήτης του βενζινάδικου, ο οποίος είδε το επεισόδιο από απόσταση 30 μέτρων, κατέθεσε ότι είδε τέσσερα άτομα να φωνάζουν, εκ των οποίων το ένα ήταν ο μηνυτής. Και ότι "... δεν είδα να χτυπάνε το Ψ1...". Από το συνδυασμό λοιπόν της ιατροδικαστικής έκθεσης με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, προκύπτει ότι δεν χτυπήθηκε ο μηνυτής (Βλέπ. 4η σελίδα λόγων εφέσεως),.... " (Βλέπ. σχετικώς λόγους εφέσεως).
Από την εκτίμηση των λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται -κατά την κρίση μου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ. - ότι:(α)το ότι έλαβε πράγματι χώρα συμβάν - επεισόδιο κατά το οποίο ο μηνυτής ήταν "κλαμένος και αναστατωμένος" προκύπτει με βεβαιότητα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ζ1, σύμφωνα με την οποία (αντιγραφή κατά λέξη) "....ενώ έβαζα βενζίνη σε διερχόμενα αυτοκίνητα, άκουσα φωνές από τη γωνία του μαγαζιού, σε απόσταση γύρω στα τριάντα μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν. Γύρισα προς το μέρος που άκουγα τις φωνές και είδα το αυτοκίνητο του Ψ1, που ήταν σταθμευμένο στην άκρη του μαγαζιού, πάνω στο πεζοδρόμιο
να είναι με την πόρτα του οδηγού ανοικτή και δίπλα από αυτό τέσσερα άτομα να φωνάζουν
. Φώναξα προς το μέρος τους και αμέσως τότε τα τρία άτομα έφυγαν τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, ενώ το τέταρτο άτομο που τελικά ήταν ο Ψ1 παρέμεινε. Όταν τον πλησίασα αυτός ήταν κλαμένος και αναστατωμένος" (Βλέπ. σχετικώς την από 1- 7-2003 ένορκη κατάθεση Ζ1). Σημειωτέον δε ότι, δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας (πλην από τον κατηγορούμενο) η αλήθεια της καταθέσεως του παραπάνω αυτόπτη μάρτυρα Ζ1 (β)το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν φέρει "εμφανείς κακώσεις σώματος" (Βλέπ. σχετικώς την με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση) δεν σημαίνει ότι, η επίθεση εναντίον του είναι "σκηνοθετημένη" από τον ίδιο, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Και αυτό γιατί, λόγω της ξαφνικής εμφάνισης του μάρτυρα Ζ1 και των φωνών που έβαλε αυτός, είναι ευνόητο ότι, οι φυσικοί αυτουργοί - δράστες (οι οποίοι τράπηκαν τρέχοντας σε φυγή) δεν πρόφθασαν να του προκαλέσουν εμφανείς σωματικές κακώσεις, πλην όμως πρόφθασαν να του προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία. Πλέον τούτου, είναι (νομικώς) αδιάφορο εάν προκλήθηκαν ή όχι σωματικές βλάβες ή κακώσεις στον παθόντα, αφού για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη σωματικών βλαβών, αλλά αρκεί και η ύπαρξη απειλής, κατά την έννοια του άρθρου 333 Π.Κ., η οποία (απειλή) είναι πλέον ή βέβαιο ότι, προκλήθηκε στην κρινομένη περίπτωση, τόσο με λόγια, όσο και με έργα, (γ) της επιθέσεως ακολούθησαν και άλλες ενέργειες από πλευράς των αγνώστων δραστών, όπως π.χ. το απειλητικό τηλεφώνημα στη σύζυγο του μηνυτή κατά την 27-6-2003, (δ) βέβαιον είναι ότι, ο μηνυτής οφείλει διάφορα χρηματικά ποσά (όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται στην δικογραφία) στον κατηγορούμενο, ο οποίος (κατηγορούμενος) επιδιώκει την είσπραξη αυτών. Το γεγονός ότι, ο μηνυτής δεν έχει διαφορές (όπως προκύπτει από την δικογραφία) με άλλα άτομα, ενδυναμώνει τις ενδείξεις ενοχής κατά του κατηγορουμένου και καθιστά βέβαιον ότι, αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός, εν όψει και των λοιπών επιμέρους περιστατικών που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά παραπάνω (π.χ. οι φυσικοί αυτουργοί είπαν στον παθόντα μηνυτή κατά λέξη ότι "την επιταγή των 91.000.000 θα την πληρώσεις"), (ε) το γεγονός ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ο ακριβής τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος προκάλεσε στους άγνωστους δράστες την απόφαση να απειλήσουν τον παθόντα -μηνυτή και να προκαλέσουν σ' αυτόν τις αναφερόμενες στην με αριθμό ...... ιατροδικαστική έκθεση σωματικές βλάβες, ουδόλως μειώνει την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί, τα αναφερόμενα στις από 28-6-2003, 3-7-2003, 4-7-2003, 26-7-2003 και 7-3-2005 ένορκες καταθέσεις του, ουδόλως έρχονται σε αντίθεση με κάποια άλλα στοιχεία της δικογραφίας, στ)το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται και θεωρεί "σκηνοθετημένα" τα όσα καταγγέλλει (ενόρκως) ο μηνυτής, ουδόλως μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες κατά της αξιοπιστίας του μηνυτή. Την άποψη αυτή ενισχύει και το (λογικό) γεγονός ότι, ο μηνυτής ουδέν ωφελείται (τουλάχιστον νομικώς), με το να "σκηνοθετήσει" μια απόπειρα εκβίασης.
Κατά τα λοιπά δε νομικά και πραγματικά περιστατικά της κρινομένης υποθέσεως αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του με αριθμό 1401/2006 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον η οποιαδήποτε παραπομπή σ' αυτά, θα κατέληγε αναπόφευκτα σε άσκοπη και ανεπίτρεπτη επανάληψη της αιτιολογίας του εκκαλουμένου Βουλεύματος. Λόγω δε της αρνήσεως της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο και της αμφισβητήσεως υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του, κρίνεται αναγκαίο, για τη νομική πληρότητα της συγκεκριμένης υποθέσεως να σημειωθεί ότι: Όσον αφορά την εκτίμηση περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων ενοχής , από τις διατάξεις των αρ. 309 παρ. 1α', 310 παρ. 1α', 313 και 318 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (πλημμελειοδικών ή εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι, το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραπάνω διατάξεις των αρ. 310 παρ. 1α' και 313 ΚΠΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για ορισμένο έγκλημα και διαφέρουν από τις "ενδείξεις" που αναφέρονται στο αρ. 179 ΚΠΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, οι οποίες αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τις οποίες μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί το συμβούλιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα αρ. 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν (Βλέπ. Ολομ. Α.Π. 9/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ σελ. 788 επόμ και Α.Π. 290/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ σελ. 922).
Απ' όλα τα παραπάνω νομικά και πραγματικά περιστατικά σαφέστατα συνάγεται ότι, τα καταγγελλόμενα από τον μηνυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, είναι αληθή και ότι, αυτός που προκάλεσε την απόφαση στους άγνωστους δράστες να τελέσουν τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικώς αναφέρονται παραπάνω είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια, οι υπάρχουσες ενδείξεις κατά του ως άνω κατηγορουμένου είναι επαρκείς (εγγίζουν σχεδόν τα όρια της πλήρους βεβαιότητας, για το ότι τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται) και επιβάλουν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ1 ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου το δικαστήριο να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Η πράξη αυτή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω θεμελιώνει τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42 §1, 46 §1α , 94, 385 παρ. 1 σε συνδ. με 380 §1 Π.Κ., όπως το άρθρο 385 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 495/1976 και τροπ. με αρθ. 1 παρ. 10 Ν. 2408/96. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1401/2006 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον του, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Επομένως η με αριθμό 156/4-4-2007 έφεση του κατηγορουμένου Χ1, κατά του με αριθμό 1401/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ1 ουσία και κατ' εφαρμογή του άρθρου 319 § 3 ΚΠΔ πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων42 , 46 παρ. 1 α,94 παρ 1, 385 παρ.1 -380 παρ. 1 Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε . Η προβαλλόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά ορθή εκτίμηση αυτής ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε και δεν εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα που οδηγούν στην ανυπαρξία επαρκών ενδείξεων ενοχής του είναι αβάσιμη διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του. Από το γεγονός ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ' αυτό, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή ανυπαρξίας επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 και δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι της αναιρέσεως , με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ειδικής αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο αίτημα του αναιρεσείοντος .

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 292/3-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2182/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή