Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1153 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ηθική αυτουργία, Παράβαση καθήκοντος, Πλάνη.




Περίληψη:
Παράβαση καθήκοντος Διευθυντή ΙΚΑ (3ος κατηγορούμενος) και Προϊσταμένης Εσόδων, Υπαλλήλου ΙΚΑ (1η κατηγορουμένη) Έννοια άρθρ. 259 ΠΚ. Ηθική αυτουργία 2ου κατηγορουμένου ασφαλισμένου συνταξιούχου ΙΚΑ στις άνω δυο παραβάσεις καθήκοντος. Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας : 1) κατ' άρθρο 211 εδ. Α΄ ΚΠΔ από εξέταση ως μάρτυρα υπαλλήλου που άσκησε ΕΔΕ, 2) από εξέταση νέας μάρτυρος στο Εφετείο (εκ παραδρομής λάθος αναγραφή επωνύμου εξετασθείσας και πρωτοδίκως μάρτυρος) και 3) για λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν γιατί από το αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και από τα λοιπά αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα (πρόσθετος λόγος 1ης αναιρεσείουσας). Β) Απορριπτέος ως αβάσιμος και από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για την ενοχή και τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως και έλλειψης ακροάσεως και ειδικής αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων περί πραγματικής πλάνης και περί συγγνωστής νομικής πλάνης, διότι ο πρώτος αιτιολογείται και απορρίφθηκε ρητά, και ο δεύτερος αιτιολογείται επαρκώς και απορρίφθηκε σιωπηρά και εμμέσως.




Αριθμός 1153/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βρεττό και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Πουρσανίδη, περί αναιρέσεως της 5147Α, 5859/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Ιανουαρίου 2010, 28 Ιανουαρίου 2010 και 29 Ιανουαρίου 2010 τρείς χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, μετά των από 26 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 213/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθ. 5147 Α,5859/2009), οι υπό κρίση τρεις αιτήσεις αναιρέσεως, από 29-1-2010, της Χ3, από 28-1-2010 του Χ2 και από 29-1-2010 του Χ1, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από την πρώτη από αυτούς, με το από 26-2-2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται:α)παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Υπάλληλος κατά το άρθρο 263 Α του ΠΚ, είναι και ο υπάλληλος του ΙΚΑ, που είναι δημόσιος ασφαλιστικός οργανισμός ανήκων στο κράτος. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, δεν αρκεί δε ενδεχόμενος, αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ειδικότερα, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5147 Α,5859/2009 απόφαση, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, ότι μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, τα εξής: " Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ2 είχε καταθέσει στο Περιφερειακό Υποκατάστημα Συντάξεων την υπ' αριθ. πρωτ. 1618/7.1.2002 αίτηση του και ζητούσε να του απονεμηθεί σύνταξη γήρατος με τις διατάξεις της 35ετίας. Κατά την καταμέτρηση των ενσήμων του αιτούντος διαπιστώθηκε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει 10.500 ημέρες εργασίας στον κλάδο ΜΙΚΤΑ ώστε να μπορεί να ικανοποιηθεί το αίτημα του. Τα ένσημα που είχαν επικολληθεί στα ΔΑΤΕ του ήταν 9.527 κλάδου ΜΙΚΤΑ και 1.795 κλάδου ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ. Το Περ/κό Υποκ/μα Συντάξεων με το υπ' αριθ. 14/22-7-02 Υπηρεσιακό Σημείωμά του, ζήτησε από το Τοπικό Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... πληροφορίες σχετικά με την ειδικότητα που είχε απασχοληθεί ο ασφαλισμένος Χ2 (3ος κατ/νος) στην επιχείρηση "ΒΕΜ ΗΡΑΚΛΗΣ ΤΤΛΑΤΥΜΕΣΗΣ Α.Ε" αρμοδιότητας της ασφαλιστικής περιοχής του Υποκ/τος ... κατά τη χρονική περίοδο 1/10/1968 - 30/9/74 και αν καλώς ασφαλίσθηκε στον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ του ΙΚΑ. Το Τμήμα Εσόδων του Υπ/τος ..., ύστερα από έλεγχο στα στοιχεία που τηρούσε, απάντησε στο ΙΚΑ Συντάξεων με το υπ' αριθ. 8710/24-7-2002 έγγραφο του ότι ο παρακάτω ασφαλισμένος καλώς ασφαλίσθηκε στον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ κατά την κρινόμενη χρονική περίοδο, δεδομένου ότι απασχολήθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως οδηγός και για τον κλάδο Σύνταξης θα έπρεπε να έχει ασφαλισθεί στο ΤΣΑ. Το εν λόγω έγγραφο - απάντηση στο ΙΚΑ Συντάξεων - υπέγραφε η υπάλληλος του Υποκ/τος ... Ζ και η Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων Χ3 - β' κατηγορουμένη. Εν τω μεταξύ το Περ/κό Υποκ/μα Συντάξεων με το υπ' αριθ. 181266/16-12-2002 έγγραφο του ζήτησε στοιχεία από το ΤΣΑ σχετικά με την ασφάλιση του εν λόγω ασφαλισμένου και το τελευταίο Ταμείο (ΤΣΑ) με το υπ' αριθ.26344/23-7-2003 έγγραφο του απάντησε ότι ο εν λόγω ασφαλισμένος δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο τους και δεν είναι ασφαλισμένος. Ο τελευταίος απευθύνθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., στο οποίο Διευθυντής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) και Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων η δεύτερη κατηγορουμένη (Χ3) και με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2804/20-2-03 αίτηση του ζήτησε να γίνει μετατροπή του χρόνου ασφάλισης του από 1/10/1968 - 30/9/1974 από κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ σε κλάδο ΜΙΚΤΑ, επισυνάπτοντας στην αίτηση, μεταξύ των δικαιολογητικών, και την απάντηση του ΤΣΑ ότι δεν ήταν ασφαλισμένος του (αρ. εγγράφου ΤΣΑ 26464/17-9-2002). Κατόπιν της από 20-2-2003 αιτήσεως του ασφαλισμένου - τρίτου κατ/νου εκδόθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... η υπ' αριθ. 2804/2003 απόφαση του Διευθυντή δηλαδή του πρώτου κατηγορουμένου με την οποία έγινε μετατροπή 1.795 ημερών εργασίας από τον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ στον κλάδο ΜΙΚΤΑ. Το σκεπτικό της απόφασης δεν στηρίχθηκε σε καμία σχετική με τη μετατροπή των ενσήμων διάταξη, ενώ η μετατροπή του κλάδου αιτιολογείται α) από την ειδικότητα του ασφαλισμένου, ο οποίος απασχολήθηκε ως οδηγός στην επιχείρηση "ΒΕΜ ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΛΑΤΥΜΕΣΗΣ Α.Ε" κατά τη χρονική περίοδο από 1/10/1968 έως 30/9/1974 και β) από τη μη εγγραφή του και ασφαλιστική του τακτοποίηση από το ΤΣΑ. Την απόφαση αυτή είχε συντάξει η δεύτερη κατηγορουμένη ως Προϊσταμένη Εσόδων του Υποκαταστήματος και είχε υπογράψει ο πρώτος κατηγορούμενος ως Διευθυντής και στη θέση "πληροφορίες" αναγράφεται το όνομα της υπαλλήλου Ζ, χωρίς αυτή να είναι ο συντάκτης της απόφασης. Μάλιστα, η συντάξασα την ως άνω απόφαση β' κατηγορουμένη επέβαλε στην παραπάνω υπάλληλο (Ζ) να αντιγράψει την ως άνω απόφαση ως εισήγηση - έκθεση ελέγχου, την οποία και αντέγραψε χωρίς να την υπογράψει, την οποία τελικά υπέγραψε κι' αυτή η β' κατηγορουμένη. Στην συνέχεια η παραπάνω απόφαση προσκομίσθηκε από τον ασφαλισμένο - τρίτο κατηγορούμενο στο Περ/κό Υποκ/μα Συντάξεων και ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος με τις διατάξεις της 35ετίας (αρ. πρωτ. αίτησης 69409/29-4-03). Η προϊσταμένη των Συντάξεων ..., που χειριζόταν την υπόθεση του εν λόγω ασφαλισμένου, εξετάζοντας την απόφαση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... και έχοντας υπόψη της την απάντησε που είχε δώσει το ίδιο Τμήμα Εσόδων με το 8710/24-7-2002 έγγραφο του, αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης και ζήτησε από το Τμήμα Εσόδων του Υποκ/τος ... και συγκεκριμένα από την υπάλληλο Ζ να της στείλει την έκθεση ελέγχου που συνόδευε την υπ' αριθ. 2804/14-4-03 απόφαση μετατροπής ενσήμων για να καταλάβει το σκεπτικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση, την οποία και της απέστειλε με ΡΑΧ αυθημερόν (29-5-03). Όπως ήταν φυσικό η Προϊσταμένη των Συντάξεων δεν συμφώνησε με το σκεπτικό της έκθεσης ελέγχου και της ως άνω απόφασης μετατροπής του χρόνου ασφάλισης του Υποκ/τος ΙΚΑ ..., δεδομένου ότι η επίμαχη απόφαση είχε εκδοθεί παράνομα και συγκεκριμένα κατά παράβαση του νόμου 984/1979 και της εγκυκλίου του ΙΚΑ 188/79, αφού ο ασφαλισμένος Χ2 δεν είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να δικαιούται σύνταξης με τις διατάξεις της 35ετίας. Και τούτο διότι τα ένσημα που είχαν επικολληθεί στα ΔΑΤΕ του ήταν 9.527 κλάδου ΜΙΚΤΑ και 1795 κλάδου ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ και απαιτούντο 10.500 κλάδου ΜΙΚΤΑ, ενώ ήταν παράνομη και η μετατροπή των 1795 ημερών εργασίας από τον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ στον κλάδο ΜΙΚΤΑ. Με βάση τη μη σύννομη ως άνω 2804/14-4-03 απόφαση του Υπ/τος ... ο ασφαλισμένος θα έπαιρνε σύνταξη από 7/1/2002 με τις ευνοϊκές διατάξεις της 35ετίας και θα είχε εισπράξει μέχρι 13-11-2003 το ποσό των 38118,80 ευρώ, επί ζημία προφανώς της υπηρεσίας. Τελικά, η παράνομη ως άνω απόφαση των κατηγορουμένων δεν ίσχυσε διότι η προϊσταμένη των Συντάξεων ... όταν διαπίστωσε το μη σύννομο αυτής συνέταξε έγγραφο προς τη Διοίκηση της Δ/νσης Ασφάλισης Εσόδων όπου ανέφερε το παράνομο της απόφασης και μετά από επικοινωνία της Διευθύντριας του Περ/κού Υπ/τος Συντάξεων ... με τον πρώτο κατ/νο -Διευθυντή του Υπ/τος ..., ο τελευταίος αναγκάσθηκε να δώσει εντολή στη δεύτερη κατ/νη - Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων για επανέλεγχο της απόφασης και την ανάκληση της επίμαχης απόφασης, η οποία πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 6168/25-8-2003 νεώτερη απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ ... - α' κατ/νου. Από τα παραπάνω προκύψαντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι από πρόθεση οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και γνωρίζοντας το παράνομο της επιχειρούμενης παραπάνω πράξης τους συνέταξαν και εξέδωσαν την επίμαχη απόφαση με μοναδικό σκοπό να εξυπηρετήσουν τον ασφαλισμένο Χ2 - γ' κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν γνωστός της συναδέλφου τους .... Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι της επίμαχης απόφασης είχε προηγηθεί απορριπτική απάντηση του ίδιου Υπ/τος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... με το 8710/2002 έγγραφο που είχε συντάξει η υπάλληλος Ζ και υπέγραψε η β' κατ/νη ως Προϊσταμένη Εσόδων και με το οποίο απάντησε στο ΙΚΑ Συντάξεων ότι ο ασφαλισμένος καλώς ασφαλίσθηκε στον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ και για τον κλάδο Συνταξης θα έπρεπε να έχει ασφαλισθεί στο ΤΣΑ και ήταν ανεπίτρεπτη η μετατροπή των ενσήμων "Κλάδου Ασθενείας" σε ένσημα "Κλάδου ΜΙΚΤΑ". Επίσης, όπως καταθέτει η παραπάνω υπάλληλος, εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατηγορίας, όταν μετά την αρνητική απάντηση με το 8710/2002 έγγραφο υποβλήθηκε από τον ασφαλισμένο νέα αίτηση για μετατροπή του χρόνου ασφάλειας από κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ σε κλάδο ΜΙΚΤΑ και της χρεώθηκε η υπόθεση με εντολή από την προϊσταμένη (β' κατηγορουμένη), να συντάξει θετική απόφαση και να την υπογράψει, στην άρνηση δε της υπαλλήλου να συμπράξει σε μια παράνομη απόφαση η β' κατ/νη της προσκόμισε την απόφαση υπογεγραμμένη από το Διευθυντή (α' κατ/νο) με εντολή να αντιγράψει την εν λόγω απόφαση ως εισήγηση, πράγμα που έκανε χωρίς όμως να την υπογράψει, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να διαχωρίσει τη θέση της από την παράνομη αυτή απόφαση, ενώ την υπόγραψε η β' κατηγορουμένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ασφαλισμένος (γ' κατηγορούμενος), γνωρίζοντας κι' αυτός ότι δεν δικαιούται της μετατροπής των ενσήμων του Ασθενείας σε ένσημα κλάδου ΜΙΚΤΑ και δεν είχε τις προϋποθέσεις να συνταξιοδοτηθεί κατά τα προεκτεθέντα, αφού ήδη του είχε απορριφθεί προγενέστερη σχετική αίτηση του, υπέβαλε νέα αίτηση και με πειθώ και φορτικότητα προς τους συγκατηγορούμενους του τους έπεισε να παραβούν εν γνώσει τους τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και να εκδώσουν την ως άνω παράνομη απόφαση, με σκοπό να του προσπορίσουν παράνομο όφελος με αντίστοιχη βλάβη του ΙΚΑ κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν των ανωτέρω θα πρέπει οι κατηγορούμενοι κα κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης στον καθένα αξιόποινη πράξη, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού των δύο πρώτων περί πραγματικής πλάνης, δεδομένου ότι όπως προέκυψε, εν γνώσει του παρανόμου της πράξης τους εξέδωσαν την επίμαχη παράνομη απόφαση. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 26 παρ.1, 27 παρ.2, 46 παρ.1, 259 και 263 Α εδ. α του ΠΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων : α) για την πληρότητα της αιτιολογίας, στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά καθενός σε σχέση με κάθε περιστατικό που δέχεται, ενώ με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων Χ2 προκάλεσε στους συγκατηγορούμενούς του υπαλλήλους του Υποκαταστήματος ... ΙΚΑ, την απόφαση να τελέσουν την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των αναιρεσειόντων αυτουργών της παραβάσεως καθήκοντος υπαλλήλων του ΙΚΑ και του αναιρεσείοντος ηθικού αυτουργού και η απόρριψη του προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες υπαλλήλους αυτοτελούς ισχυρισμού πραγματικής πλάνης (ρητώς), όσον και συγγνωστής νομικής πλάνης αυτών(εμμέσως και σιωπηρώς), από το σύνολο των παραδοχών και ειδικότερα από την παραδοχή, ότι οι υπάλληλοι αυτοί γνώριζαν το παράνομο της 2804/2003 αποφάσεως που εξέδωσαν, ότι δηλαδή ο συγκατηγορούμενός τους ασφαλισμένος δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του και εκ του ότι είχε προηγηθεί για το ίδιο ζήτημα, η προηγούμενη 8710/2002 αντίθετη απορριπτική απόφαση του ιδίου Υποκαταστήματος ΙΚΑ που υπέγραφε μάλιστα η εκ τούτων κατηγορουμένη Χ3 και από την άρνηση της αρμοδίας μάρτυρος υπαλλήλου Ζ να υπογράψει τη σχετική έκθεση ελέγχου και διότι είχαν μοναδικό σκοπό (οι δύο υπάλληλοι κατηγορούμενοι) να εξυπηρετήσουν τον αναιρεσείοντα ασφαλισμένο, να λάβει από το ΙΚΑ σύνταξη που δεν εδικαιούτο, γιατί αυτός ήταν γνωστός της συναδέλφου τους υπαλλήλου στο ΙΚΑ (Προϊσταμένης) ..., γ) αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ανωτέρω αναιρεσείων ασφαλισμένος προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του υπαλλήλους του ΙΚΑ την άνω απόφαση για παράβαση καθήκοντος, δεχόμενο ότι αυτός με πειθώ και φορτικότητα τους έπεισε να παραβούν εν γνώσει τους τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και να εκδώσουν την παράνομη, κατά παράβαση του ν. 984/1979 και της 188/1979 εγκυκλίου του ΙΚΑ, απόφαση μετατροπής των ενσήμων ασθενείας αυτού σε ένσημα κλάδου μικτών, ώστε να δικαιούται αυτός συντάξεως με τις ευνοϊκές διατάξεις της 35ετίας από 7-1-2002, που δεν εδικαιούτο όμως κατά νόμο, ως μη έχων τις νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων προσθέτων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας, ούτε και λήψη πράγματι της εν λόγω συντάξεως, δ) περαιτέρω, η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει δε ο δόλος και από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του και διαλαμβάνεται περί του στοιχείου αυτού, αιτιολογία στην κύρια ως ανωτέρω περί της ενοχής των αναιρεσειόντων υπαλλήλων κρίση του και από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή, ε) αναφέρεται επίσης ο σκοπός οφέλους του ασφαλισμένου τον οποίον επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες υπάλληλοι, που ήταν η χορήγηση στον κατηγορούμενο ασφαλισμένο ως άνω συντάξεως γήρατος από 7-1-2002, αντί του ορθού από 13-11-2003,με συνολικό όφελος του ασφαλισμένου ποσού 38.118,80 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της υπηρεσίας του ΙΚΑ, ως και η προσφορότητα της εκδοθείσας από τον πρώτο Χ1, με εισήγηση της δεύτερης Χ3, παράνομης 2804/2003 αποφάσεως, εκ μέρους αυτών, αφού αυτή η απόφαση, αποτελούσα αναγκαία προϋπόθεση χορηγήσεως της συντάξεως από τον Κλάδο Συντάξεων του ΙΚΑ, προσκομίστηκε στο Τμήμα Συντάξεων, αλλά εντοπίστηκε το παράνομο αυτής από άλλον υπάλληλο του ΙΚΑ και επιστράφηκε προς ανάκληση, όπως και έγινε, στ) η παρά της αναιρεσείουσας υπαλλήλου Χ3, ως προϊσταμένης εσόδων του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., συμμετοχή στην έκδοση της άνω παράνομης 2804/2003 αποφάσεως, που εξέδωσε με την υπογραφή του ο αναιρεσείων Διευθυντής του Υποκαστήματος Χ1, αιτιολογείται ότι έλαβε χώρα με τη σύνταξη εκθέσεως ελέγχου και του σχεδίου της αποφάσεως αυτής και την υποβολή του στον Διευθυντή προς υπογραφή, πράγμα που έγινε και έλαβε μορφή αποφάσεως, δηλαδή με την εισήγησή της ως αρμοδίας προς τούτο υπαλλήλου. Οι πράξεις αυτές συνιστούν άσκηση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο και παρέβη η εν λόγω υπάλληλος του ΙΚΑ, κατά την έννοια του άρθρου 259 ΠΚ, ενώ ουδεμία πλημμέλεια ή αντίφαση συνάγεται, από την αναφορά στο αιτιολογικό, ότι αυτή η υπάλληλος ήταν συντάκτρια του άνω σχεδίου αποφάσεως που η ιδία, κατά τις παραδοχές, επέβαλε στην μάρτυρα υπάλληλο Ζ να αντιγράψει και, λόγω αρνήσεως της τελευταίας, τελικά υπέγραψε η ιδία και υπέβαλε στο συγκατηγουρούμενό της Διευθυντή Χ1, μαζί με ταυτόσημη έκθεση ελέγχου, που την υπέγραψε και έλαβε μορφή αποφάσεως και από την παραδοχή " η ως άνω απόφαση των κατηγορουμένων, .. εξέδωσαν την παράνομη απόφαση", που την φέρει, κατά την αναιρεσείουσα, ως συνεκδότρια της εν λόγω αποφάσεως, ζ) δεν υπάρχει καμία πλημμέλεια ή ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της εξετάσεως στο Εφετείο ως μάρτυρος της Ζ, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων το πρώτον, μη περιλαμβανόμενης στο επιδοθέν σε αυτούς κλητήριο θέσπισμα, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτόδικης, όσον και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η εξετασθείσα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας υπάλληλος του ΙΚΑ Ζ, που είχε συντάξει την προηγούμενη απορριπτική 8710/2002 απόφαση του ΙΚΑ και είχε εξετασθεί και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αναγράφεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από προφανή παραδρομή, ως ... αντί του ορθού Ζ, που αναγράφεται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και δεν πρόκειται για άλλη νέα εξετασθείσα μάρτυρα. Επομένως, οι συναφείς αντίστοιχοι λόγοι και των τριών κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Β', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ'αυτής. H ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική, για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, κρίση του, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία όμως, όπως διαπιστώνεται, από τα πρακτικά της δίκης, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο: ήτοι 1) Το 8710/24-7-2002 έγγραφο Τμήματος Εσόδων, 2) Την 8168/25-8-2003 ανακλητική απόφαση Διευθυντή του ΙΚΑ ..., 3) Το 26344/23-7-2003 έγγραφο του ΤΣΑ, 4) Το 181266/16-12-2002 έγγραφο του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων, 5) Το 26464/17-9-2002 έγγραφο του ΤΣΑ και 6) Την εγκύκλιο 188/79 του ΙΚΑ. Όμως, από το αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων - υπαλλήλων του ΙΚΑ που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και από τα λοιπά αναγνωσθέντα στο ακροατήριο ( σελίδα 13 πρακτικών) έγγραφα, όπως από την 2804/2003 απόφαση Δ/ντού ΙΚΑ, την με αρ. πρωτ. 473/9-1-2004 αναφορά, το από 3-4-2006 πόρισμα ΕΔΕ, το Γ 11/59/6-2005 έγγραφο του ΙΚΑ με το συνημμένο πόρισμα συμπληρωματικής ΕΔΕ και το 1/16-9-2004 έγγραφο του ΙΚΑ με το συνημμένο σε αυτό πόρισμα ενόρκων διοικητικών ανακρίσεων, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Δικαστήριο, με συνέπεια να αναφέρονται αυτά στο αιτιολογικό, όπως και η εγκύκλιος του ΙΚΑ που είναι διαδικαστικό έγγραφο απλώς ιστορικά. Έτσι, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Χ1 και η αναιρεσείουσα Χ3 και ο σχετικός αντίθετος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως αυτών και του δικογράφου των προσθέτων λόγων της Χ3,(άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ α' του ΚΠοινΔ, "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή προανακρίσεως και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξετάσεως, ενόψει του ότι ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται και στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αληθείας.(Ολ. ΑΠ 4/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής. Με την προσβαλλόμενη 5147Α, 5859/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, καταδικάστηκαν αντίστοιχα για παράβαση καθήκοντος και για ηθική αυτουργία στη παράβαση καθήκοντος των δύο εκ τούτων υπαλλήλων του ΙΚΑ. Κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση της μάρτυρος κατηγορίας ..., υπαλλήλου του ΙΚΑ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των κατηγορουμένων υπαλλήλων, πλην άλλων, προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την εξέταση της μάρτυρος αυτής, διότι, όπως ισχυρίσθηκε, είχε διενεργήσει σχετικά με την υπόθεση στο ΙΚΑ, ΕΔΕ. Το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, για τη μη εξέταση της πιο πάνω μάρτυρος, απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την ιδία ως παραπάνω ορθή νομική αιτιολογία, ακολούθως δε προέβη το Δικαστήριο στην εξέταση της εν λόγω μάρτυρος, την κατάθεση της οποίας συνεκτίμησε και έλαβε υπόψη του, προκειμένου να προβεί στην πιο πάνω καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την προβληθείσα σχετική ένσταση των κατηγορουμένων και ο συναφής λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ, και δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ, διότι, παρά τις αντιρρήσεις τους, η ανωτέρω υπάλληλος του ΙΚΑ που είχεν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα, ως ενεργήσασα σχετική ΕΔΕ, εξετάσθηκε ως μάρτυρας, αν και ενήργησεν, εκτός από προανακριτικά, και πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ), και μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3160/2003, οι υπάλληλοι που ενήργησαν διοικητική εξέταση, περιλαμβάνονται στην απαγόρευση του άρθρου 211 α ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Χ1, την από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Χ2 και την από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Χ3, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους στο σκεπτικό από 26-2-2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 5147Α, 5859/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ